Ο κατάλογος της έκθεσης, το εξώφυλλο του οποίου φιλοτέχνησε ο Αλέξης Κυριτσόπουλος.

 

Εικοσιπέντε εικονογράφοι δίνουν τον δικό τους ορισμό στην ομαδική ομώνυμη έκθεση.

Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα ωραίο παιχνίδι. Να σκεφτούμε δηλαδή τον δικό μας ορισμό για το τι σημαίνει σπίτι για εμάς πριν μπούμε στην αίθουσα του Myrtillo Cafe στους Αμπελόκηπους, όπου φιλοξενείται η έκθεση 25 καταξιωμένων εικονογράφων. Στον τοίχο θα δούμε πολύχρωμες τις δικές τους απαντήσεις μέσα από τα έργα τους· πρωτότυπα ή έργα που αποτελούν μέρος κάποιου εικονογραφημένου βιβλίου. Ένα σπίτι που ταξιδεύει προς το φεγγάρι, ένας λαγός, ένας ποντικός και ένας σκαντζόχοιρος γύρω από ένα τραπέζι με fondue έξω στη φύση, δυο παιδιά να παρατηρούν τ΄αστέρια από το παράθυρό τους, μαζί τους και μια γάτα, ένα μπαλκόνι πλημμυρισμένο από τη βοκαμβίλια που αναρριχάται στον ακάλυπτο. Ή μήπως σπίτι είναι ένας και μόνο άνθρωπος; Μια σφιχτή αγκαλιά;

Γιατί όμως τέθηκε αυτή η θεματική και γιατί τώρα; «Η επιλογή του θέματος της έκθεσης συνδέεται άμεσα με τη μεταβλητότητα και τις μετακινήσεις που χαρακτηρίζουν την εποχή που διανύουμε, καταστάσεις οι οποίες βάλλουν τον σύγχρονο άνθρωπο, την οικογένεια και κυρίως τα παιδιά, καθιστώντας επιτακτικότερη την ανάγκη οριοθέτησης ενός ιδιωτικού χώρου καταφυγής και θαλπωρής, όπως αυτός μοναδικά προσφέρεται από την εστία» εξηγεί στην Κόκκινη Αλεπού η Θεοδώρα Αραμπατζή*, υπεύθυνη του ανεξάρτητου πρότζεκτ anOther story, υπό την ομπρέλα του οποίου διοργανώθηκε η έκθεση κι εντάχθηκε στο πρόγραμμα των εκδηλώσεων Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα ΒιβλίουΤο σπίτι, ως μοχλός επιβράδυνσης στους ρυθμούς της καθημερινότητας, σταθμός ασφάλειας σε καιρούς απώλειας των σταθερών, διαχωρισμός ή γέφυρα ανάμεσα στην προσωπική και τη δημόσια ζωή. Δωμάτιο, γειτονιά, αυλή, πόλη κι εξοχή, γωνιά ή προσκεφάλι, μνήμη, καθημερινότητα, συντροφιά ή απουσία, συμβολισμός, μαγεία και όνειρο, είναι το σπίτι όπως αποτυπώνεται καλειδοσκοπικά στα έργα 25 εικονογράφων που συνθέτουν την έκθεση» θα πει η ίδια.

Ο Αλέξης Κυριτσόπουλος ζωγραφίζει το ποιητικό του «Ξέφωτο»· με τις ανθρώπινες φιγούρες να ίπτανται γύρω από το σπίτι, στα σύννεφα, στον ουρανό. Ευγενείς ατενίζουν το από τον Πύργο του Κάστρου το βασίλειο, στο έργο της Βάσως Ψαράκη από το υπό έκδοση βιβλίο Sir Richard’s Magnificent Kingdom. Δυο γυναίκες μες στο ίδιο μπλε σπίτι της Μυρτώς Δεληβοριά στέκονται αντιμέτωπες. «Η ζωγραφιά που διάλεξα για την έκθεση δημιουργήθηκε για το εξώφυλλο του βιβλίου της Αλεξάνδρας Μητσιάλη “Να με αντέχεις” (εκδ. Παπαδόπουλος, 2015). Το βιβλίο μιλάει για τη σχέση ανάμεσα σε μια διαζευγμένη μητέρα και την έφηβη κόρη της. Είναι αστείο και μαζί σοβαρό και ένιωσα ότι είχε κάτι αρκετά δικό μου» μας εξηγεί η εικονογράφος. To έργο της Έφης Λαδά, «Η Πόλη κοιμάται» αναφέρεται στη Σοφία, της ηρωίδα της Ελένης Γκίκα στο βιβλίο «Η ζωγραφιά που ταξιδεύει» (εκδ. Καλέντη, 2013). Ένα κορίτσι με κόκκινα μαλλιά που την κάνουν στόχο στο σχολείο. Όταν μία συμμαθήτριά της θα της τα τραβήξει, εκείνη θα ζωγραφίσει το βράδυ το παράπονό της. Το πινέλο της θα κρατήσει η εικονογράφος που επιλέγει ένα απαλό κόκκινο για τις κλωστές, τιμώντας τη διαφορετικότητα του παιδιού.Ο Μάρτιν, η άσπρη χήνα από τις περιπέτειες του Νιλς Χόλγκερσον, ο πονηρός γάτος Τσεσάιρ της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων, η Κοκκινουσκουφίτσα με το καλάθι της, η μαύρη γάτα του Ευγένιου Τριβιζά είναι όλοι παρόντες στη «Συνάντηση σε σπίτι μαγικό» της Κέλλυς Ματαθία- Κόβο. «Πρόκειται για ένα έργο από το βιβλίο “Το γέλιο κάνει καλό και στο σχολείο“, μια δράση του ελληνικού τμηματος της ΙΒΒΥ. Η δική μου ζωγραφιά εικονογραφούσε το κείμενο της Μαρίζας Ντεκάστρο, μια επιστολή προς ήρωες παιδικών βιβλίων» σχολιάζει σχετικά η δημιουργός.

 

*Οι εικονογράφοι απαντούν στο ερώτημα της Κόκκινης Αλεπούς «Τι σημαίνει για εσάς σπίτι(Kάθε εικόνα αποκαλύπτει όταν την πατήσετε την απάντηση του κάθε εικονογράφου)

 

Πώς είναι άραγε όμως αυτή η δημιουργική διαδικασία; Πώς ένας εικονογράφος φτάνει να χτίσει ένα ολόκληρο σύμπαν σε μια εικόνα; Ο εικαστικός Αχιλλέας Ραζής μας εξηγεί με αφορμή το έργο του «Δύο σπίτια». «Ξεκινάω πάντα συγκεντρώνοντας το υλικό μου, ποτέ αυθόρμητα στην αρχή. Είχα δει τα δύο σπίτια σε μια φωτογραφία περασμένης δεκαετίας, μάλλον κάπου στην Αμερική. Στέκονταν εκεί, το ένα απέναντι στο άλλο, δυο παλαιομοδίτικες εξοχικές κατοικίες, σαν αυτές που ζωγράφιζε ο Χόπερ, μέσα σ’ ένα καταπράσινο τοπίο και μπροστά κάτι κύριοι και κυρίες με τα καλά τους ρούχα ν’ απολαμβάνουν τον καθαρό αέρα, καθισμένοι σε σεζ λονγκ. Οι άνθρωποι αυτοί χαρακτήριζαν όλη τη σύνθεση  παραήταν γραφικοί για τα γούστα μου. Απομόνωσα μ’ ένα ψαλίδι τα σπίτια απ’ τους ενοίκους τους, προσπαθώντας να φανταστώ τι καινούργια ιστορία θα είχαν να μου πουν. Μου αρέσει, έτσι κι αλλιώς,  να εντάσσω στη δουλειά μου κτίρια ίσως και μόνο για την απόλαυση να τα ζωγραφίζω. Νιώθω κάπως σαν να τα ξαναχτίζω. Στην αρχή μου αρκούσε έτσι όπως τα είχα ζωγραφίσει, μόνα τους, στο κέντρο της σύνθεσής μου. Μετά παρατήρησα πως ενώ ήταν χαρούμενες εξοχικές κατοικίες είχαν παράλληλα και κάτι το μελαγχολικό, έτσι έρημες που ήταν. Πρόσθεσα το δέντρο, τη λίμνη και τις χήνες, αλλά πάλι κάτι έλειπε. Σχεδόν ασυναίσθητα πρόσθεσα τα παιδιά δίπλα στα υπερμεγέθη φυτά. Μια πιο φωτεινή πλευρά της ζωής. Σκέφτηκα μετά να προσθέσω ως αντιστάθμισμα αυτή την αλλοπρόσαλλη κουστουμαρισμένη φιγούρα να μι