///Ελένη Γεωργοστάθη

Ελένη Γεωργοστάθη

Θαρρείς κι όλος μου ο κόσμος ήταν φτιαγμένος από βιβλία και παιχνίδι

Από παιδί μισούσα τον μεσημεριανό ύπνο. Όλες τις εποχές, ειδικότερα όμως το καλοκαίρι, όταν έξω έσκαγε ο τζίτζικας κι όλα στο σπίτι και στη γειτονιά παραδίνονταν στην ακινησία. Από εκείνες τις ατέλειωτες ώρες της αβάσταχτης πλήξης με διέσωζαν μόνο τα βιβλία. Πολλά από αυτά τα αγάπησα, τα διάβασα και τα ξαναδιάβασα αρκετές φορές. Ανάμεσά τους κρατά τη δική του, ξεχωριστή θέση Ο Αντώνης και η Κουκιδίτσα του Έριχ Καίστνερ, ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1982 από τις Εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Ρένας Καρθαίου και Μάριου Λάκωνα-Στελλάκη, και που εγώ το πρωτοδιάβασα ένα συνηθισμένο και μαζί ασυνήθιστο μεσημέρι του Ιουλίου του 1983. Γραμμένο το 1931, το παιδικό αυτό μυθιστόρημα αφηγείται τις περιπέτειες ενός φτωχού, πλην γενναίου, έξυπνου και τίμιου αγοριού, του Αντώνη, κι ενός κοριτσιού πλούσιου αλλά και τολμηρού, πνευματώδους και πολυτάλαντου, της Κουκιδίτσας. Δυο παιδιών που μεγαλώνουν στο Βερολίνο μιας άλλης εποχής και που, παρά το οικονομικό και κοινωνικό χάσμα που τα χωρίζει, κατορθώνουν να χτίσουν μια γερή φιλία, που θα τα κάνει να δουν αλλιώς τον κόσμο αλλά και θα σταθεί η αιτία να σωθεί το σπίτι της Κουκιδίτσας από ένα σατανικό σχέδιο διάρρηξης…

Μια διασκεδαστική ιστορία περιπέτειας λοιπόν, απ’ αυτές που λάτρευα και δύσκολα άφηνα από τα χέρια μου μέχρι να φτάσω ως την τελευταία σελίδα τους. Όχι όμως μόνο αυτό. Περιδιαβαίνοντας τους δρόμους εκείνης της άγνωστης και μακρινής στον χρόνο πόλης παρέα με τα δυο παιδιά, με θυμάμαι να ανασαίνω κι εγώ νοερά τον αέρα του δικού τους κόσμου, τόσο αλλιώτικου και σίγουρα πιο άδικου και σκληρού από τον δικό μου. Αλλά και να παρασύρομαι από τις περιπέτειές τους, με την πλάστιγγα των συναισθημάτων πότε να γέρνει προς την πλευρά του γέλιου με τα καμώματα της Κουκιδίτσας και πότε προς εκείνη της συγκίνησης για τις δυσκολίες του Αντώνη. Στη μορφή αυτών των δυο ο Καίστνερ μού είχε χαρίσει δυο καινούργιους φίλους, δυο υπέροχους, ολοζώντανους χαρακτήρες, που, κλείνοντας το βιβλίο, με δυσκολία αποχωρίστηκα. Όπως και τα περισσότερα από τα υπόλοιπα πρόσωπα του μυθιστορήματός του – τους εντελώς παράταιρους μεταξύ τους γονείς της Κουκιδίτσας, την αξιολάτρευτη χοντρο-Βέρθα, ακόμα και την αντιπαθή κι αλλοπρόσαλλη δεσποινίδα Ευλαβία.

Πέρα από τους χαρακτήρες του όμως, σ’ εκείνο το βιβλίο ο συγγραφέας μού αποκάλυψε κι ένα ακόμα πρόσωπο: το δικό του! Βλέπετε, στην εισαγωγή του αλλά και στο τέλος κάθε κεφαλαίου ο Καίστνερ καταθέτει ένα σύντομο σημείωμα με τις σκέψεις του για την ιστορία του, τους χαρακτήρες του και τις δικές του συγγραφικές επιλογές. Σήμερα μπορεί κάποιες από τις απόψεις του αυτές να φαντάζουν παρωχημένες, εγώ όμως κρατάω το πρωτόγνωρο συναίσθημα που με πλημμύρισε τότε, στα δέκα μου χρόνια, στη σκέψη ότι πρώτη φορά στα χρονικά ο συγγραφέας ενός βιβλίου απευθυνόταν σε μένα, τη μικρή του αναγνώστρια, για να μου αποκαλύψει τι γινόταν στο κεφάλι του! Ένιωσα σαν να τον ήξερα κι αυτόν καιρό, κι όταν, λίγους μήνες αργότερα, ψάρεψα από ένα ράφι της σχολικής βιβλιοθήκης μας ένα βιβλίο με τον ξεμυαλιστικό τίτλο Η τάξη που πετάει και είδα ότι το είχε γράψει κι εκείνο ο ίδιος, το πανηγύρισα σαν να υποδεχόμουν ξενιτεμένο συγγενή…

Ξαναγυρνάω στη μέρα που πρωτοδιάβασα απνευστί τον Αντώνη και την Κουκιδίτσα. Μεσημέρι καλοκαιριού – και μάλιστα όχι ένα οποιοδήποτε μεσημέρι, αλλά εκείνο των δέκατων γενεθλίων μου! Με θυμάμαι ώρες καθηλωμένη στην πολυθρόνα, να μην μπορώ να σηκώσω στιγμή τα μάτια μου από το βιβλίο που μου είχαν χαρίσει το ίδιο εκείνο πρωινό οι γονείς μου. Και μετά, απογευματάκι, να το κλείνω ευτυχισμένη, με τη σκέψη από τη μια να ταξιδεύει ακόμα στην υπόθεση και στους ήρωές του κι απ’ την άλλη να ξεστρατίζει στην τούρτα που περίμενε υπομονετικά στο ψυγείο και στο μέχρι τελικής πτώσης παιχνίδι με φίλους και ξαδέρφια που θα ακολουθούσε στην αυλή. Θαρρείς κι όλος μου ο κόσμος ήταν φτιαγμένος από βιβλία και παιχνίδι και δε χρειαζόμουν τίποτ’ άλλο για να είμαι χαρούμενη. Ήταν μια στιγμή ευτυχίας, τόσο απόλυτης όσο μόνο ένα παιδί μπορεί να νιώσει. Κι η ανάμνησή της, τόσο ευκρινής παρά τα χρόνια, με κυριεύει κάθε φορά που πιάνω στα χέρια μου αυτό το βιβλίο.

—————————————————————————————————————————

H Ελένη Γεωργοστάθη είναι συγγραφέας και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει συμμετάσχει στη συγγραφή σχολικών βοηθημάτων κι έχει εργαστεί ως λημματογράφος σε εγκυκλοπαίδειες και λεξικά. Εχει γράψει τα βιβλία «Το απέναντι νησί», «Το χάρτινο καραβάκι της μαμάς» και το «Χάθηκε η μπάλα» (εκδ. Ψυχογιός), ενώ μέσα στον επόμενο μήνα θα κυκλοφορήσει το «Τελικά θα γράψουμε τεστ;» πάλι από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε εικονογράφηση Ναταλίας Καπατσούλια. Παράλληλα, διατηρεί ιστολόγιο για το παιδικό βιβλίο (miaforakienankairoimikrieleni.blogspot.gr). 

About the Author:

Σπούδασε Δημοσιογραφία στο Αμερικάνικο Κολλέγιο Ελλάδος (Deree College) και δούλεψε για περισσότερο από μια δεκαετία στην ελληνική έκδοση της εφημερίδας "Metro" και σε μουσικά περιοδικά (Sonik, Ποπ & Ροκ). Υπήρξε ανταποκρίτρια της Μetro International. Η "Κόκκινη Αλεπού" είναι το δικό της διαδικτυακό περιοδικό που ασχολείται αποκλειστικά με θέματα που αφορούν στο παιδικό βιβλίο. Παράλληλα, τον Ιανουάριο του 2018 σχεδίασε και υλοποιεί από τότε την καμπάνια "Διαβάζω Δυνατά".

Απάντηση