Είναι εύκολο – δυστυχώς – να διαγνώσεις το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα που υπάρχει στα λογοτεχνικά βιβλία που απευθύνονται σε παιδιά άνω των 12 ετών. Και μιλάμε για την εγχώρια παραγωγή, καθώς στο εξωτερικό τα πράγματα φαίνεται να είναι εντελώς διαφορετικά. Με εξαίρεση μια χούφτα βιβλία, τα περισσότερα είναι αδιάφορα θεματολογικά, μιλούν με μάλλον δασκαλίστικο τρόπο στους έφηβους και τους νέους, αποφεύγοντας επιμελώς να θίξουν θέματα που τους “καίνε” και δημιουργώντας χαρακτήρες που θυμίζουν παιδιά μιας άλλης εποχής. Ρωτήσαμε τον Βασίλη Παπαθεοδώρου, συγγραφέα δεκάδων βιβλίων για παιδιά, έφηβους και νέους και βραβευμένο για το έργο του, για το αν τα εφηβικά και νεανικά βιβλία στην Ελλάδα είναι συντηρητικά.

Στην Ελλάδα δεν γράφονται πολλά εφηβικά βιβλία, νεανικά δε, ακόμα λιγότερα. Επιπλέον είναι κάπως γενικός ο όρος ‘εφηβεία’, καθώς περιλαμβάνει από την προεφηβεία έως και τη μετεφηβεία, που βέβαια έχει να κάνει με το κάθε παιδί ξεχωριστά. Συνεπώς, θα μιλήσω για τα βιβλία αυτά που εκτείνονται σε όλο το παραπάνω φάσμα και χωρίς να παραγνωρίζω τη σημασία και την ποιότητα βιβλίων που έχουν γραφτεί ακόμα και πριν από πάρα πολλά χρόνια και καταπιάνονται με σημαντικά θέματα του τώρα ή του τότε (ναρκωτικά, Aids, κλπ). Θα αναφερθώ κυρίως στα πάμπολλα βιβλία που δίνουν το στίγμα στην κατηγορία.

Ναι, υπάρχει ένας διάχυτος νέο-συντηρητισμός. Αυτός ξεκινά ήδη από τη φιλοσοφία γραψίματος του κειμένου: το μήνυμα υπερισχύει της υπόθεσης. Πρέπει υποχρεωτικά να διδαχτεί κάτι ο έφηβος, πρέπει το βιβλίο να περνά κάτι, ενώ δεν λαμβάνουμε υπόψη μας ότι όλα τα βιβλία διδάσκουν κάτι, χωρίς απαραιτήτως να έχουν διδακτισμό. Και όλα αυτά πρέπει να γίνουν για να μπει το βιβλίο στα σχολεία, να πουλήσει, να μην υπάρχουν αντιδράσεις από εκπαιδευτικούς και -πολύ περισσότερο- από γονείς. Συνεπώς υπάρχει ήδη η πρώτη στρέβλωση.

Η δεύτερη στρέβλωση έρχεται με τον τρόπο γραψίματος που υποκρύπτει την οπτική του ενήλικα. Μία αύρα μικροαστισμού πλημμυρίζει ακόμα και κείμενα που πραγματεύονται πιο προχωρημένα θέματα. Επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όπως το χωριό, το νησί, ο παππούς και η γιαγιά, το δυναμωτικό πρωινό από δημητριακά, μοσχομυριστό καρβέλι και χειροποίητη μαρμελάδα. Εικόνες από τη δεκαετία του ’70 και του ’80 δείχνουν σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα από τότε και να μην υπάρχει διάθεση να αλλάξει. Είναι εξαιρετικά  ενοχλητικό το ‘άρωμα νοσταλγίας’ του ενήλικα στα μάτια ενός έφηβου. Γιατί ετεροπροσδιορίζεται συγγραφικά, είναι σαν να εξαρτάται από τις αναμνήσεις των μεγάλων. Σε αυτό συνεπικουρούν και λέξεις σε διαλόγους, μια σειρά από εκφράσεις, παροιμίες, γνωμικά, κομμάτια ντοπιολαλιάς, που αναδεικνύουν μάλλον την Ελλάδα όπως την απαθανάτισε ο φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας τον προηγούμενο αιώνα, παρά την Ελλάδα του σήμερα.

Ο ρόλος της τρίτης ηλικίας σε βιβλία προεφηβείας τονίζεται υπερβολικά. Κοντά σε αυτά προστίθενται και διάλογοι μεταξύ εφήβων. Δίνω ένα δικό μου παράδειγμα, όπου κοπέλα Β’ γυμνασίου βλέπει ένα αγόρι που της αρέσει, ενώ η φίλη της από δίπλα της κάνει πλάκα. «Καλέ κολλητή, κλείσε το στόμα σου, σου τρέχουν τα σάλια. Μη δεις αγόρι να περνά από μπροστά μας, εκεί εσύ. Δε σ’αδικώ βέβαια, είναι θεός». Η άλλη μπορεί να της απαντήσει κάτι αντίστοιχο, μπορεί και όχι. Πάντως σίγουρα γελάνε και οι δύο μετά. Ξελιγωμένες. Όλος αυτός ο μικροαστικός σουσουδισμός ενσωματώνεται στα βιβλία, αλλά και σε υπερβολικά πολλά χειρόγραφα προς έκδοση, ως ‘αυθεντικός διάλογος εφήβων’. Δεν είναι έτσι όμως. Ούτε η χρήση βωμολοχιών, αφύσικα τοποθετημένων στα χείλη των ηρώων, δείχνει κάτι άλλο πέρα από το ότι ο ενήλικας συγγραφέας γνωρίζει αυτές τις λέξεις και προσπαθεί να κλείσει το μάτι στον έφηβο.

Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί και η αρχαιολατρεία, η παρελθοντολαγνεία. Προσοχή, δεν αναφέρομαι σε ιστορικά μυθιστορήματα ή μυθιστορηματικές βιογραφίες, δεν αναφέρομαι καν σε ποιότητα. Αναφέρομαι στις υπερβολικά πολλές αναφορές που γίνονται στην Κατοχή, στο 1821, σε Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη, σε αρχαίες πόλεις, κλπ. Προφανώς για να δοθεί ένα ηρωικό ή τραγικό υπόβαθρο, όμως πόσο πιο ενδιαφέρον θα γινόταν το βιβλίο αν για παράδειγμα ο εγγονός μάθαινε πως ο παππούς του ήταν καταδότης επί Χούντας; Η ιστορία δίνεται με τρόπο που να αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης πως τα χώματα είναι ευλογημένα, ποτισμένα με δάκρυ και αίμα., ενώ απουσιάζουν προκλητικά σκοτεινές περίοδοι ή και πιο σύγχρονες περίοδοι για τις οποίες θα πρέπει να λάβει ο συγγραφέας μια υποτυπώδη έστω θέση.

Κι ερχόμαστε έτσι στη θεματολογία. Δεν ξέρω, ειλικρινά, αν οι Ιταλοί αναφέρουν τόσο συχνά στα βιβλία τους τη ρωμαϊκή εποχή ή οι Σκανδιναβοί τους Βίκινγκς κ.ο.κ. Το σίγουρο όμως είναι πως η θεματολογία στο εξωτερικό διαφέρει κατά πολύ από τη δική μας. Μάλλον, για να το θέσω καλύτερα, οι ξένοι δε φοβούνται να καταπιαστούν με θέματα ταμπού. Το βιβλίο «Λόγια δηλητήριο» της Μάιτε Καράνθα (μτφρ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Κέδρος) έχει τιμηθεί με το κρατικό βραβείο νεανικού βιβλίου στην Ισπανία και μιλάει για μια ιστορία αποπλάνησης ανήλικης και αιμομιξίας. Οι Φινλανδοί έχουν γράψει για τη ζωή ενός τρανς νέου, οι Αμερικάνοι για αυτοκτονία και οπλοκατοχή, ενώ έχει κυκλοφορήσει βιβλίο που πραγματεύεται τη ζωή ενός παιδιού που γεννιέται στη φυλακή από γονείς τρομοκράτες. Δε θα μιλήσω για ομόφυλες σχέσεις, έμφυλες ταυτότητες, ούτε καν για διαφορετικότητες, bullying, κλπ. Εδώ και δεκαετίες έχουν γραφτεί τέτοια βιβλία στο εξωτερικό.

Ο συντηρητισμός στην πλειοψηφία των ελληνικών βιβλίων αναφορικά με θέματα ταμπού εκδηλώνεται κυρίως στον ρόλο του παραβατικού/ διαφορετικού/ περιθωριακού ατόμου. Στα περισσότερα κείμενα κρατά τη θέση κομπάρσου, δευτεραγωνιστή ή και τριταγωνιστή ακόμα που απλά υπάρχει στο κείμενο, ούτως ώστε το βιβλίο να αποκτήσει μια παραπάνω λέξη-κλειδί στα χαρακτηριστικά του. Δε θυμάμαι πολλές περιπτώσεις που ο πρωταγωνιστής να είναι πρόσφυγας/ Ρομά/ ομοφυλόφιλος και όλη η υπόθεση να έχει χτιστεί γύρω από αυτόν. Προσωπικά, διαφωνώ και με τον τρόπο που παρουσιάζεται η διαφορετικότητα σε άτομα που είναι πολύ πιο ανοιχτά ή ανεκτικά από τους ενήλικες (όπως είναι οι νέοι). Είναι σαν να τους τονίζεται πως κάποιο άτομο είναι διαφορετικό, και αφού πειστούν κάπως ως αναγνώστες για το διαφορετικό του ατόμου, μετά να γίνεται «διδαχή» ότι είναι λάθος να βλέπουμε ένα άτομο ως διαφορετικό.

Θα μπορούσα να πω και πολλά άλλα ακόμα, όμως τα παραδείγματα που ανέφερα πιο πάνω είναι ενδεικτικά. Επαναλαμβάνω πως τα συμπεράσματά μου εδράζονται στα δέκα χρόνια που ήμουν και είμαι σε κριτικές επιτροπές βραβείων καθώς και σε ανέκδοτα χειρόγραφα εφηβικών ή νεανικών βιβλίων που έχω διαβάσει. Και αναφέρονται σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό κειμένων, που όμως δίνει στίγμα. Δε μιλώ αφοριστικά και ισοπεδωτικά για όλα, προφανώς όχι. Κλείνοντας θα ήθελα να αναφέρω αυτό που ακούω συνέχεια από παιδιά Γυμνασίου ή Λυκείου στις επισκέψεις που κάνω σε σχολεία. Ότι δηλαδή προτιμούν ένα μη αισιόδοξο έως τραγικό τέλος, γιατί δεν θέλουν να ζουν σε γυάλα και γιατί δικαιούνται να ξέρουν αυτά που ενδεχομένως συναντήσουν μετά από χρόνια. Για να γνωρίζουν και για να προφυλαχτούν. Και το δικό μου συμπέρασμα είναι πως το εφηβικό/νεανικό βιβλίο δεν πρέπει να θυμίζει καθόλου παιδικό βιβλίο, γιατί οι έφηβοι έχουν μεγαλώσει και δεν θεωρούν τους εαυτούς τους παιδιά”.

O Βασίλης Παπαθεοδώρου είναι συγγραφέας βιβλίων για παιδιά και νέους. Πρόσφατα βραβεύτηκε από το περιοδικό “Ο Αναγνώστης” για το βιβλίο του “Τη νύχτα που έσβησαν τ΄αστέρια“, εκδ. Καστανιώτη.