Φωτογραφία: Τόνια Φάντη

Δεν μιλάς εσύ για συναισθήματα στο παιδί. Εκείνο σου μιλά.

Ενα σύννεφο που καταβροχθίζει με μανία “ναι”, ένα παιδί που αδυνατεί να κατανοήσει τι συμβαίνει. Ενα βιβλίο γεμάτο συναίσθημα, γραμμένο από μια βραβευμένη συγγραφέα. Με τη Σοφία Δάρτζαλη ξεκίνησε πριν αρκετό καιρό ένα πάρε-δώσε ηλεκτρονικών μηνυμάτων, μια συνεχής αλληλογραφία όπου ανταλλάσαμε εκτός από καλημέρες, σκέψεις, απόψεις, πληροφορίες, πολλά όχι, λίγα αλλά ουσιαστικά ναι. Και κάπως έτσι προεκυψε αυτή η συνέντευξη, όπου η Κόκκινη Αλεπού ρωτάει και η Σοφία τής γράφει. Κι όλα αυτά, με αφορμή το καινούργιο της βιβλίο, “Το σύνΝΑΙφο που κατάπιΝΕ τα ΝΑΙ” (εικονογράφηση: Ρένια Μεταλληνού, εκδ. Διόπτρα).

 

Θες να μου γράψεις κάποια πράγματα για σένα;
Λίγα πράγματα για μένα. Τρεις τελίτσες. Όχι, αστειεύομαι, δεν συμπαθώ τα αποσιωπητικά. Να ένα πράγμα για μένα, λοιπόν. Μου αρέσουν περισσότερο τα μικρότερα σημεία στίξης, που δηλώνουν ευθαρσώς αυτό που καλούνται να πράξουν στον λόγο. Περίεργα όμως ξεκινήσαμε, με τελείες και ερωτηματικά. Πάμε στο επόμενό σου ερωτηματικό, λοιπόν.

 

Ποιες είναι οι σπουδές σου και πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με τον χώρο του παιδικού βιβλίου; Τι είναι αυτό που σε τράβηξε σε αυτόν;
Σπούδασα Κλασική Φιλολογία. Ωστόσο άκουγα πάντα μέσα μου τον ήχο που κάνει ένα βιβλίο όταν γυρνάς τη σελίδα του, εκείνο το χςςς. Το απαλό, ανεπαίσθητο χςςς. Κι αφού πιάσαμε τις αισθήσεις, ας πάμε και στην αφή: στην αίσθηση του χαρτιού, που από μόνο του είναι μουγγό κι αβοήθητο, πόση δύναμη έχει, όταν γεμίσει με λέξεις. Κι έτσι αποφάσισα να μάθω περισσότερα γι’ αυτό. Έκανα μεταπτυχιακά πάνω στις εκδόσεις και στην παραγωγή βιβλίου. Η αγάπη μου για το βιβλίο (λίγο τετριμμένη έκφραση σε συνεντεύξεις, αλλά ισχύει) ξεκίνησε από πολύ παλιά. Για να σ’ το πω αλλιώς, αν με είχαν αφήσει μόνη μου μωρό με τον πατέρα μου, μπορεί και να κοιμόμουν σε κούνια φτιαγμένη από βιβλία. Μια από τις πρώτες μου λέξεις ήταν, δείχνοντας τη βιβλιοθήκη του, «Τα (αυτά δηλαδή) μπούχνικα». Είχε μείνει ο μπαμπάς με τις γλωσσολογικές μου γνώσεις στην ηλικία που απλά μπουσουλάς, αλλά αυτός είναι ο ρόλος κάθε γονιού, να νιώθει περήφανος για το παιδί του. Λοιπόν, μια μέρα θα ήθελα να έχω τον δικό μου εκδοτικό οίκο και να τον ονομάσω «Μπούχνικα». Καθόλου εμπορικό όνομα, αλλά ένα παιδικό μου όνειρο θα πραγματοποιηθεί.

 

Και μια μέρα αποφάσισες να αρχίσεις να γράφεις κι εσύ;
Για να γίνει αυτό το όνειρο πραγματικότητα (λέμε τώρα, κάπου, κάπως, κάποτε), δούλεψα πολύ κοντά στο βιβλίο και τις εκδόσεις. Και στην Αγγλία αλλά και εδώ. Όμορφα ήταν. Βλέπεις κάτι να παίρνει μορφή, το βοηθάς να δημιουργηθεί, να αποκτήσει σώμα και φωνή. Κάποια στιγμή πέρασα από την άλλη πλευρά. Εκείνη του συγγραφέα. Διστάζω να με αποκαλέσω έτσι, αλλά εντάξει, ας πούμε πως άρχισα να γράφω. Η αλήθεια βέβαια είναι πως δεν άρχισα τότε να γράφω. Έγραφα από πολύ πιο παλιά. Έδινα, ως πιτσιρίκι, φωνή σε πράγματα που δεν είχαν. Έβαζα τα παιχνίδια μου να μιλούν, να νιώθουν. Τον γάτο μου να αφηγείται ιστορίες που κανείς δεν είχε φανταστεί στο σπίτι, αλλά μόνον εκείνος ήξερε. Τα έγραφα και, προς στιγμήν, όλα αυτά ζωντάνευαν κι αυτό μου αρκούσε. Μεγαλώνοντας, αποφάσισα να μοιραστώ κάποιες σκέψεις, κυρίως συναισθήματα. Βασικά, οι περισσότερες σχέσεις μου, θα ήθελα να ξέρεις πως, πρέπει να υπέφεραν με την ανάγκη μου για γραπτή επικοινωνία. Το πρώτο μου βιβλίο ομολογώ πως δυσκολεύτηκα να πάρω την απόφαση να το εκδώσω. Δίσταζα να βάλω όνομα και πλαίσιο σε ένα συναίσθημα. Δεν ήθελα οι σκέψεις και τα συναισθήματά μου να μπουν σε ράφια. Το θεωρούσα πολύ προσωπική υπόθεση. Αυτό με βοήθησε πολύ να το ξεπεράσω η πρώτη μου εκδότρια. Και δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Γιατί είχε (μάλλον) δίκιο. Και την ευχαριστώ γι’ αυτό. Γιατί με έπεισε.

 

Το πρώτο σου βιβλίο (Όταν η μαμά μου είπε ψέματα) βραβεύτηκε με το Βραβείο «Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου» σε πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα βιβλίου για παιδιά ή νέους» στα βραβεία του Κύκλου του Παιδικού Βιβλίου – Ελληνικό τμήμα του IBBY. Τι σημαίνει αυτό για σένα και τι αντίκτυπο έχει στη συγγραφική σου δουλειά;
Τι σημαίνει; Μα τι μπορεί να σημαίνει ένα βραβείο σαν αυτό; Ότι άξιζε τον κόπο να αφήσω τα συναισθήματά μου ελεύθερα. Σε χάρτινη μορφή, έστω. Τίποτα άλλο. Δεν το περίμενα. Κι όταν κάτι δεν το περιμένεις, είναι ακόμα πιο γλυκό όταν έρχεται. Χάρηκα πολύ, δεν σου κρύβω. Ειδικά που φέρει αυτό το όνομα, της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, που μου είναι τόσο συμπαθής, χωρίς να την έχω γνωρίσει ποτέ. Μόνο από τον τρόπο που γράφει. Όσο για το αν έχει κάποιο αντίκτυπο στη συγγραφική μου δουλειά, δεν ξέρω. Κατ’ αρχάς δεν τη θεωρώ «δουλειά» τη συγγραφή. Είναι μια επαφή με το μέσα σου, με όλα αυτά που χορεύουν στο κεφάλι σου και θέλουν να πάρουν μια μορφή σε λέξεις. Για μένα το να γράφω είναι μέσο έκφρασης κι ακόμα κι οι γραμματοσειρές παίζουν σημαντικό ρόλο για το πώς νιώθω κάθε φορά που γράφω κάτι. (Να μου βάλεις Gill Sans, σε παρακαλώ!)

 

Μίλησέ μου για το ΣύΝΑΙφο: πώς προέκυψε η ιδέα του και πώς από μια ιδέα έγινε τελικά βιβλίο;
Η ιδέα μου ήρθε ξαφνικά, όπως κι εκείνο το ανορθόγραφο σύννεφο. Ως πιτσιρίκι, είχα έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Γενικά θα με αποκαλούσες εύκολα «τσατίλα». Δεν ήμουν από τα εύκολα παιδάκια. Και συχνά θύμωνα και κατέβαζα τα μούτρα. Θα σου πω μια ιστορία, με δύο πόρτες και ένα σπίτι: Όταν ήμουν μικρή είχα την τύχη να έχω πολλές γιαγιάδες και προγιαγιάδες. Tρεις από αυτές, οι πιο αγαπημένες μου, έμεναν όλες μαζί σε ένα σπίτι με δύο πόρτες. Σε αυτό το σπίτι πηγαίναμε συχνά και μου άρεσε πολύ. Αλλά με θυμάμαι χαρακτηριστικά να περνώ ώρες πολλές με μούτρα δίπλα σε αυτές τις πόρτες. Τις είχα μάθει απέξω, κάθε σχέδιο, κάθε ρόζο, κάθε ρωγμή του ξύλου. Διότι, παρόλο που τις αγαπούσα τις γιαγιάδες μου, όταν κάτι κάποια στιγμή με νευρίαζε, πήγαινα και καθόμουν με την πλάτη στην πόρτα. Έρχονταν τότε μία-μία οι καλές μου να με πάρουν κοντά τους. Μα εγώ γύρναγα την πλάτη μου και, όταν με κούραζε αυτό, πήγαινα στην άλλη πόρτα. Η μόνη που μπορούσε να καταλάβει το παιχνίδι και δεν ερχόταν δεύτερη φορά ήταν η προγιαγιά μου. Συνονόματη, κάτι ήξερε κι αυτή από πείσμα. Και οι ώρες περνούσαν και ξεχνούσα τι με είχε νευριάσει.

Όταν απέκτησα παιδιά, ο μικρός μου είπε να μου επιστρέψει αυτό το χάρισμα. Κατά τα άλλα γλυκύτατος, το μωρό μου, αλλά πρώτα έμαθε το ΟΧΙ κι έπειτα το ΝΑΙ. Βασικά ήταν πώς θα ξυπνούσε. Κι έτσι, ήταν κάποιες μέρες που απλά δεν ήθελε τίποτα. Τον καταλάβαινα από τη μία, αλλά από την άλλη δεν μπορούσα να τον βοηθήσω, όσο έπαιζα αυτό το παιχνίδι. Κι έτσι προσπάθησα να τα φορτώσω κάπου. Δεν φταις εσύ, αγάπη μου. Μπήκε αυτό το σύννεφο και σου τρώει τα ΝΑΙ. Κάπως έτσι. Γιατί, όταν το δεις λίγο αλλιώς, αλλάζουν όλα.

Στην αρχή, τα παιδιά νομίζουν πως τα κοροϊδεύεις όταν αντιμετωπίζεις κάτι με χιούμορ. Μπορεί και να θυμώσουν – δεν το περιμένουν. Αλλά ας μην ξεχνάμε πως κι εκείνα έχουν δικαίωμα στην άρνηση και πως κι εκείνα μερικές φορές δεν έχουν όρεξη. Κάποια στιγμή θα επιστρέψει και η καλή διάθεση. Μέχρι τότε, ας προσπαθήσουμε με χιούμορ. Το οποίο δεν έχεις πάντα εύκαιρο, όταν έχουν εξαντληθεί τα αποθέματα υπομονής! Αλλά κι αυτό απολύτως φυσιολογικό.

Το σύνΝΑΙφο αυτό άλλοι το βλέπουν κι άλλοι όχι. Αν το βλέπετε, τότε ξέρετε πώς να το διώξετε. Αλλά κι αν δεν το βλέπετε, μπορείτε να το διώξετε από εκείνους που το βλέπουν.

 

Είναι ένα βιβλίο για συναισθήματα; Πώς όμως μπορείς να μιλήσεις σε ένα μικρό σε ηλικία παιδί για κάτι τόσο μεγάλο όσο ένα συναίσθημα;
Δεν μιλάς εσύ για συναισθήματα στο παιδί. Εκείνο σου μιλά. Εκείνο σου τα δείχνει. Και σ’ αυτό το βιβλίο θα βρει πολλά κοινά με τη Χλόη που όλο λέει όχι. Τα έχει πει κι εκείνο αυτά τα όχι. Κι αυτό που θέλω να πω σε κάθε παιδί είναι πως δεν είναι και τόσο τραγικό να μην έχουμε όρεξη μια μέρα. Απλά το ένα όχι φέρνει σαν μαγνήτης το άλλο όχι. Κι έτσι γίνεται μια αλυσίδα. Παρατηρήστε το, αν δεν το έχετε ήδη κάνει. Μα κι εμάς δεν μας συμβαίνει αυτό; Το συναίσθημα του «δεν θέλω τίποτα» κάποιες φορές ξεκινάει από κάτι πολύ μικρό που μεγαλώνει. Όσο δεν λύνεις το μικρό, τόσο αυτό μεγαλώνει, όπως και το σύνΝΑΙφο. Και παγιδεύεσαι σ’ έναν αρνητισμό, από μόνος σου. Σ’ έναν φόβο που όσο τον σέβεσαι αυτός μεγαλώνει, όπως τα μάγουλα του σύνΝΑΙφου. Συναισθήματα είναι όλα αυτά. Τα παιδιά τα διαχειρίζονται καλύτερα από μας. Κι αυτό το βιβλίο ουσιαστικά δεν μαθαίνει κάτι τόσο στα παιδιά, όσο στους γονείς. Ότι κι αυτά έχουν το δικαίωμα στο ΟΧΙ και πως, όσο τους πας κόντρα, τόσο πεισμώνουν. Τους δείχνει έναν τρόπο να γελούν με αυτό που τους τρομάζει. Το γέλιο είναι αυθορμητισμός. Είναι ειλικρινές. Είναι κάτι που βγαίνει από μέσα σου. Είναι η κόντρα μας στον φόβο.

 

Όπως και στο προηγούμενο βιβλίο σου, έτσι και σε αυτό, τον ρόλο του αφηγητή αναλαμβάνει ο ίδιος ο πρωταγωνιστής σου. Πώς το κάνεις αυτό, πώς μπαίνεις στον ρόλο;
Στον ρόλο μπήκα, όπως σου είπα και πριν, πολύ φυσικά. Το έχω ζήσει το σκηνικό. Από κάθε πλευρά. Και από εκείνη της Χλόης αλλά και από εκείνη της μαμάς της. Και να σου πω κάτι; Όπως έχω ξαναπεί, γράφω για παιδιά ως παιδί. Γιατί έτσι αισθάνομαι. Το παιδί έχει ειλικρίνεια. Οι μεγάλοι την καλύπτουν. Όλοι νιώθουμε, μα τα παιδιά έχουν το θάρρος να πουν αυτό που αισθάνονται. Κι αυτό το συναίσθημα, να μιλάς και να λες αυτά που νιώθεις, εμείς οι μεγάλοι το έχουμε λίγο ξεχάσει. Ντρεπόμαστε; Δεν ξέρω. Προσωπικά, προσπαθώ πάντα να είμαι αυτό που αισθάνομαι με τους ανθρώπους. Δεν ταιριάζουμε με όλους, μα αυτούς που αγαπώ τους το λέω. Κι ας το ξέρουν. Εκεί η επανάληψη δεν κουράζει.

 

Ποια είναι η συμβολή της Ρένιας Μεταλληνού στο ΣύΝΑΙφο και πώς βοήθησε εκείνη να πάρει μορφή και χαρακτηριστικά τόσο η Χλόη όσο και το σύννεφο;
Η Ρένια έδωσε μορφή στη Χλόη, χωρίς να με ξέρει προσωπικά. Της έστειλα ένα μικρό βιογραφικό της Χλόης βέβαια. Κι έπεσε τόσο κοντά στη Χλόη όπως την είχα στον νου μου, που την αγάπησα αυτή την γκρινιάρα από την πρώτη στιγμή – κι ας φορούσε ροζ (τη Χλόη, εννοώ, όχι τη Ρένια – καθόλου γκρινιάρα δεν είναι, ίσα ίσα!). Όσο για το σύνΝΑΙφο, είδαμε διάφορες εκδοχές, μα εγώ το ήθελα όσο πιο χαζούλικο γινόταν. Κάτι που να φαίνεται και ξένο μέσα σε ένα δωμάτιο, αλλά ταυτόχρονα να μη σε πείθει πως είναι τρομακτικό. Ήταν αστείο μερικές φορές με την εικονογράφηση της Ρένιας. Δεν με ήξερε καθόλου, δεν είχε έρθει ποτέ σπίτι μου πχ. Κι όμως, κάποια πράγματα στο δωμάτιο της Χλόης είναι ίδια με εκείνα που έχουν τα παιδιά μου στο δωμάτιό τους. Όπως κι ο μπαμπάς, σε κάποιους θυμίζει κάποιον δικό μου αγαπημένο και ψηλό – εντάξει στα πιο νιάτα του, βέβαια.

 

Σοφία, αν το ΣύνΝΑΙφο ήταν τραγούδι, ποιο θα ήταν;