Το σπαθί των πάγων

Ο παππούς ο Γιώργος είχε καφενείο στο χωριό και τα καλοκαίρια τα περνούσαμε εκεί κι αυτός άνοιγε τον πάγκο και μας χαρτζιλίκωνε με κατοστάρικα και πηγαίναμε στο μαγαζί που έρχονταν τα περιοδικά και οι εφημερίδες και αγοράζαμε όλα τα Μίκυ Μάους και τα Ποπάυ και τα διαβάζαμε με βουλιμία. Αυτά υπήρξαν τα βασικά αναγνώσματα του καλοκαιριού μου ως παιδί (και δεν έπαθα κάτι, και τη λογοτεχνία αγάπησα και το γράψιμο και όλα).

Προτιμούσα τα Μίκυ Μάους. Ο Ποπάυ δεν είχε πολύ σασπένς. Κάποια στιγμή θα έτρωγε το σπανάκι του, θα έδερνε τους κακούς, θα έσωζε την Όλιβ και θα τελείωνε η ιστορία. Ενώ οι ιστορίες στο Μίκυ Μάους είχαν ευφάνταστες πλοκές, περιβάλλοντα, χαρακτήρες, ανατροπές και μιλούσαν κατευθείαν στην παιδική μου ψυχούλα.

Mια φορά στο μαγαζί με τα περιοδικά και τις εφημερίδες, είδα μια ειδική έκδοση του Μίκυ Μάους που είχε τον τίτλο Tο Σπαθί των Πάγων. Είχε πολλές σελίδες, πάνω από διακόσιες, καταπληκτικό εξώφυλλο, μα ήταν πανάκριβο. ρέπει να είχε γύρω στις πεντακόσιες δραχμές. Πήγα στο καφενείο, σέρβιρα καφέδες και ούζα στους παππούδες και με τα πουρμπουάρ μάζεψα το απαιτούμενο ποσό και το αγόρασα και κάθισα στην γωνίτσα μου στο καφενείο, δίπλα στον πάγκο όπου έφτιαχνε τους καφέδες ο παππούς ο Γιώργος και υπό τους ήχους του τάβλι, του κομπολογιού και ανάμεσα σε βρωμοκουβέντες όταν το χαρτί στην πρέφα ή στη δηλωτή δεν ήταν καλό, το διάβασα μονορούφι.

Και ήταν σαν να άνοιξε μια πόρτα. Ένιωσα δέος. Ήταν μια καλογραμμένη, φάνταζι ιστορία με ήρωες τον Μίκυ και τον Γκούφυ που είχαν μεταφερθεί σε μια άλλη διάσταση, μια, κατά κάποιον τρόπο, ελεύθερη διασκευή του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, με στοιχεία από τον Πόλεμο των Άστρων. Τότε, ήμουν ένα δεκάχρονο αγόρι και δεν είχα ιδέα, αλλά όταν χρόνια αργότερα, στα τέλη της εφηβείας μου, διάβασα τον Άρχοντα και είδα τον Πόλεμο αναγνώρισα τις αναφορές. Όπως η μάσκα που φορούσε ο σούπερ κακός ή το όρος όπου έπρεπε να καρφωθεί στο σπαθί για να επέλθει η σωτηρία. Η ιστορία είχε Ορκ, είχε ξωτικά, γίγαντες, δράκους και μάγους και είχε και έναν χάρτη. Και έπαθα την πλάκα μου με τον χάρτη και τους τόπους που ανάφερε και προσπαθούσα να τους φανταστώ. Και αναρωτιόμουν τι να υπάρχει πέρα από τον χάρτη, στις αχαρτογράφητες περιοχές.

Τελικά, ο Μίκυ και ο Γκούφυ έσωσαν την κατάσταση και εγώ, μαγεμένος, το διάβασα αμέτρητες φορές, το έμαθα σχεδόν απέξω, το έφθειρα από τις πολλές αναγνώσεις, το τσαπατσούλιασα, κόλλησα τις σελίδες του με σελοτέιπ – το λάτρεψα! Και τι χαρά, όταν εκδόθηκε ξανά, πριν λίγα χρόνια. Αγόρασα και τη νέα έκδοση (αυτή τη φορά με οικονομική άνεση) και το διάβασα και πάλι. Ακόμη και τώρα, ως συγγραφέας, επιστρέφω κάθε τόσο σε αυτό για ιδέες και έμπνευση. Ένα κόμικ βιβλίο που με επηρέασε πραγματικά. Στοιχεία από το οποίο, συνειδητά αλλά και ασυνείδητα, έχουν περάσει στο συγγραφικό μου έργο.

Ο Σπύρος Γιαννακόπουλος είναι συγγραφέας. Εχει γράψει τα Ο Τρύφωνας από τη Δρακολανδία, Το κορίτσι με το ξύλινο σπαθί, Πορτοκαλάδα με ανθρακικό, Ο μασκοφόρος εκδικητής, Νάνσι, Αλλόκοσμος επισκέπτης και Το αγόρι που πετάει. Το τελευταία του βιβλίο, Ο Μονόκερος, βγήκε πριν λίγες ημέρες. Ολα του τα βιβλία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη.