Ένα “βιβλίο” για την απέλαση: τι διδάσκει στην πραγματικότητα ο οδηγός της Frontex και ο ρόλος του εικονογραφημένου βιβλίου

Πρόσφατα έπεσε στην αντίληψή μας ένα ηλεκτρονικό βιβλίο με τίτλο My Guidebook on Return, έκδοση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής Frontex. Πρόκειται για ένα σύγγραμμα που πρωτοεμφανίστηκε το 2024 και που δηλώνει ρητά ότι απευθύνεται σε παιδιά, κάτι που μας ώθησε να το διαβάσουμε με αυτή ακριβώς την οπτική. Και άρα να αναρωτηθούμε τι προσφέρει τελικά στον νεαρό αναγνώστη: τον καθησυχάζει, τον ενημερώνει, τον ενδυναμώνει ή μήπως τον αφήνει μόνο απέναντι σε μια ήδη δύσκολη πραγματικότητα; Και ποιος ο ρόλος του μέσου του, δηλαδή του εικονογραφημένου βιβλίου;

Πρωταγωνιστής του βιβλίου-οδηγού είναι ένα «παιδί σε μετακίνηση» [1], που αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα όπου ζει και να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής των γονέων του «ακόμη κι αν το ίδιο θα ήθελε να μείνει». Το “βιβλίο” του λέει, από τη μία ότι τα δικαιώματά του το ακολουθούν όπου κι αν πάει, ότι «δεν μπορούν να του αφαιρεθούν», ότι το προστατεύουν και ότι «του δίνουν φωνή στις αποφάσεις που το αφορούν». Λίγο αργότερα, όμως, το ίδιο παιδί πληροφορείται ότι η παραμονή του δεν είναι πλέον δυνατή, επειδή οι αρχές της χώρας αποφάσισαν με βάση τους νόμους και τους κανόνες της.

Για τον μικρό αναγνώστη, αυτή η αντίφαση μπορεί να είναι ιδιαίτερα έντονη. Από τη μια πλευρά, ακούει ότι έχει δικαιώματα. Από την άλλη, βλέπει ένα παιδί σαν κι εκείνον να μετακινείται παρά τη θέλησή του, χωρίς να φαίνεται ότι η επιθυμία, η φωνή ή το βίωμά του μπορούν ουσιαστικά να αλλάξουν την απόφαση. Έτσι, τα δικαιώματα παρουσιάζονται ως κάτι θεωρητικό παρά, ως ζωντανή προστασία: ως λόγια που υπάρχουν στο χαρτί, αλλά δεν αρκούν για να σταματήσουν αυτό που συμβαίνει.

Τα ερωτήματα που μπορεί να γεννηθούν στο παιδί είναι ουσιαστικά: ποιος με προστατεύει τελικά; Τα δικαιώματά μου; Οι μεγάλοι; Οι αρχές; Η χώρα όπου ζω; Αν τα δικαιώματα ισχύουν παντού και για όλα τα παιδιά [2], γιατί δεν μπορούν να με κρατήσουν ασφαλή εδώ; Αν έχω δικαίωμα να ακουστώ, γιατί η απόφαση έρχεται ως αμετάκλητη ανακοίνωση;

Ένα δεύτερο στοιχείο που διαπερνά σχεδόν ολόκληρο το σύγγραμμα είναι η αβεβαιότητα. Ο αναγνώστης δεν συναντά σχεδόν καμία σταθερά για το μέλλον του πρωταγωνιστή. Η μοναδική βεβαιότητα που του δίνεται είναι ότι δεν μπορεί να παραμείνει στη χώρα όπου βρίσκεται και ότι θα επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της οικογένειάς του. Από εκεί και πέρα, σχεδόν όλα διατυπώνονται ως πιθανότητες: If there is something you need, they might be able to help you, may be served a meal and drinks, may help you travel , your family may get help from an organisation to support you (Αν χρειάζεσαι κάτι, ίσως μπορέσουν να σε βοηθήσουν· ίσως σου προσφερθεί ένα γεύμα και ροφήματα· ίσως σε βοηθήσουν να ταξιδέψεις· η οικογένειά σου ίσως λάβει βοήθεια από κάποιον οργανισμό για να σε στηρίξει). Η γλωσσική αυτή επιλογή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά την αβεβαιότητα που συνοδεύει τη διαδικασία της επιστροφής, αλλά ταυτόχρονα μεταφέρει (ή μάλλον συντηρεί και επιτείνει) αυτή την αβεβαιότητα και στον ίδιο τον νεαρό αναγνώστη. Ο οδηγός αδυνατεί να λειτουργήσει καθησυχαστικά, καθώς ακόμη και οι βασικές πληροφορίες για το τι θα συμβεί μετά την επιστροφή παραμένουν υποθετικές. Δεν γίνεται αναφορά στο πότε θα πραγματοποιηθεί η επιστροφή, πώς θα είναι η ζωή μετά την άφιξη, ποιοι θα στηρίξουν το παιδί ή πώς θα διασφαλιστεί η συνέχεια της καθημερινότητάς του.

Η μοναδική σταθερή πηγή ασφάλειας που προτείνεται είναι η οικογένεια («But remember that your family is there, and they can help you» – Αλλά θυμήσου ότι η οικογένειά σου είναι εκεί και μπορεί να σε βοηθήσει). Ωστόσο, για έναν νεαρό αναγνώστη που γνωρίζει ότι η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα της αναζητώντας προστασία ή καλύτερες συνθήκες ζωής, η διαβεβαίωση είναι ήδη ματαιωμένη. Αν η οικογένεια δεν κατάφερε να προστατεύσει τον εαυτό της από τον ξεριζωμό, πώς θα μπορέσει τώρα να εγγυηθεί την ασφάλεια και το μέλλον του παιδιού μετά την επιστροφή;

Εικονογραφικά, το κείμενο επενδύεται με εικόνες ατόμων ντυμένα με πολύχρωμα ρούχα και χαμογελαστά. Εντύπωση προκαλεί η εικονογράφηση των δομών φιλοξενίας ως παιδική χαρά. Επίσης, πολλές εικόνες αφιερώνονται στο ταξίδι της επιστροφής, το οποίο, εικονογραφικά, δε διαφέρει από ένα ταξίδι αναψυχής. Με άλλα λόγια, η αναγκαστική επιστροφή αποδίδεται μέσα από εικόνες κανονικότητας και απλότητας, με αποτέλεσμα να αποδραματοποιείται μια εμπειρία που συνδέεται με φόβο, απώλεια, αποχωρισμό και βαθιά αβεβαιότητα. Όσο για το μέλλον στη χώρα καταγωγής, αυτό συμβολίζεται από μια πολυπολιτισμική παρέα δυναμικών παιδιών. Συνολικά θα έλεγα ότι η αντίθεση ανάμεσα στο βίωμα που περιγράφεται και στην οπτική του αναπαράσταση είναι έντονη.

Μην ξεχνάμε ότι το εικονογραφημένο βιβλίο, ως λογοτεχνικό είδος απευθυνόμενο κατεξοχήν σε παιδιά, αποτελεί για τον μικρό σε ηλικία αναγνώστη έναν χώρο αναγνωστικής ψυχαγωγίας, όπου η φαντασία ενεργοποιείται μέσα από την αλληλεπίδραση λόγου και εικόνας. Ταυτόχρονα, λειτουργεί ως πρώτο μέσο εξερεύνησης του κόσμου όπου μέσα από τις ιστορίες και τις εικόνες, το παιδί έρχεται σε επαφή με συναισθήματα, καταστάσεις, ανθρώπινες σχέσεις και πτυχές της πραγματικότητας, επεξεργάζεται εμπειρίες και χτίζει σταδιακά την κατανόησή του για τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Αντιθέτως και παρότι η Frontex δηλώνει ότι η συγκεκριμένη έκδοση είναι για πληροφοριακούς σκοπούς και μόνο («This publication is for informational purposes only»), επιλέγει τη μορφή του εικονογραφημένου βιβλίου για να απευθυνθεί σε ανηλίκους, αξιοποιώντας τη δύναμη της εικόνας για να καταστήσει τη διαδικασία της αναγκαστικής επιστροφής οικεία, αποδεκτή και λιγότερο απειλητική.

Συμπερασματικά, ο οδηγός αυτός έρχεται να επιβεβαιώσει παρά να αμβλύνει την αβεβαιότητα για ένα μέλλον με διαδοχικά «ίσως» και καμία προοπτική για μελλοντική ευημερία. Για ένα παιδί που έχει ήδη βιώσει τραυματικές εμπειρίες αναγκαστικής μετακίνησης, το σύγγραμμα αυτό – που η Frontex ονομάζει βιβλίο – έρχεται να επικυρώσει την απώλεια του δικαιώματος στην ασφάλεια. Ενώ λέγεται ρητά στο παιδί ότι τα δικαιώματα το ακολουθούν όπου κι αν πάει, ταυτόχρονα γίνονται σαφή τα όριά τους όταν δεν υπηρετούνται έμπρακτα από ανθρώπους, θεσμούς και κράτη.

Με τι εμπιστοσύνη και κουράγιο μπορεί άραγε να μεγαλώνουν τα παιδιά, όταν έχουν ήδη βιώσει ότι δεν υπάρχουν πρόσωπα και μηχανισμοί που θα τα υπερασπιστούν; Πόσο παιδοκεντρικό και προστατευτικό μπορεί να είναι ένα βιβλίο που κανονικοποιεί και επικυρώνει τα παραπάνω;


[1] κάθε παιδί που μετακινείται, για ποικίλους λόγους, εθελοντικά ή ακούσια, εντός μιας χώρας ή μεταξύ χωρών, με ή χωρίς τους γονείς ή άλλους βασικούς φροντιστές του, και του οποίου η μετακίνηση, παρότι ενδέχεται να δημιουργεί ευκαιρίες, μπορεί να το εκθέτει σε αυξημένο κίνδυνο οικονομικής ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης, κακοποίησης, παραμέλησης και βίας. Ο ορισμός αυτός αναδεικνύει ότι τα παιδιά μπορεί να βρίσκονται σε μετακίνηση για πολλούς και διαφορετικούς λόγους, να μεταπίπτουν συχνά από τη μία νομική κατηγορία στην άλλη κατά τη διάρκεια του ίδιου ταξιδιού ή με την πάροδο του χρόνου και, ως εκ τούτου, να χρειάζονται μηχανισμούς προστασίας και υποστήριξης που να είναι ολιστικοί, συνεκτικοί και συντονισμένοι τόσο στο εσωτερικό των χωρών όσο και μεταξύ αυτών (https://supportkind.org/wp-content/uploads/2023/05/23_Keeping-Kids-Safe_A-Guide-to-Common-Definitions-and-Terms.pdf)

[2] όλα τα παιδιά -είτε μετανάστες (συμπεριλαμβανομένων των παιδιών με παράτυπο καθεστώς), είτε πρόσφυγες, είτε αιτούντα άσυλο έχουν τα ίδια δικαιώματα με τα παιδιά με νόμιμη διαμονή, ανεξαρτήτως εθνικότητας και νομικού καθεστώτος (https://prd.frontex.europa.eu/document/my-guidebook-on-return-children-version/)

ΜΟΙΡΑΣΕ ΤΟ

Διαβάστε ακόμα