
Η ιδέα της Λέιλα, της πρωταγωνίστριας του βιβλίου «Το κέντημα», και της ιστορίας της γεννήθηκε από ένα δώρο, ένα κεντημένο μαντήλι που χάρισαν στην βραβευμένη με ALMA Αργεντινή συγγραφέα και εικονογράφο Isol (Marisol Misenta) κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού της στην Παλαιστίνη το 2018. Το βιβλίο της «Το κέντημα» κυκλοφόρησε στα ελληνικά στις αρχές της χρονιάς από τις Εκδόσεις Πατάκη και στη συνέντευξη που ακολουθεί η δημιουργός του μιλάει στην Κόκκινη Αλεπού για την έμπνευση πίσω από αυτή την ιστορία, τον ρόλο της μνήμης, της απώλειας και της διαγενεακής αφήγησης, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο ένα βιβλίο που απευθύνεται σε παιδιά μπορεί να αγγίξει την πολιτική πραγματικότητα χωρίς ποτέ να την κατονομάζει ρητά.
Είναι γνωστό ότι η έμπνευση για την ιστορία της Λέιλα ήταν ένα μαντήλι που σας χάρισαν κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής σας στην Παλαιστίνη. Πώς όμως το δώρο αυτό αποτέλεσε την ιδέα για το βιβλίο και σε ποιο σημείο συνειδητοποιήσατε ότι η εμπρός και η πίσω πλευρά του θα μπορούσαν να γίνουν δύο ξεχωριστοί, αλλά αλληλένδετοι κόσμοι;
Το μαντήλι ήταν δώρο από το Ινστιτούτο Tamer* κατά την επίσκεψή μου στην Παλαιστίνη το 2018, όπου έκανα μια σειρά εργαστήρια για δημιουργούς και διαμεσολαβητές ανάγνωσης. Ένα από τα μέρη που επισκέφτηκα ήταν το Μουσείο της Παλαιστίνης, όπου υπήρχε μια έκθεση παραδοσιακών φορεμάτων που με συνάρπασε, ήταν σαν ένα δάσος από φορέματα! Μέσα από τα διαφορετικά κεντήματα, που κουβαλούν διαφορετικές παραδοσιακές ιστορίες ανάλογα με την περιοχή προέλευσής τους και τον σκοπό του ενδύματος, συνειδητοποίησα πώς οι άνθρωποι είχαν δημιουργήσει μια δική τους γλώσσα μέσα από μοτίβα και σχέδια, κάτι που ως εικονογράφος και αφηγήτρια το βρήκα συναρπαστικό. Ακριβώς αυτό ήταν που έκανε τους φίλους μου εκεί να μου χαρίσουν αυτό το υπέροχο μαντήλι, το οποίο φυλάω με πολλή αγάπη.
Κοιτώντας το λοιπόν προσεκτικά, ενώ το κρατούσα στα χέρια μου, ανακάλυψα την πίσω πλευρά του – κάτι που συνήθως δεν παρατηρούμε εύκολα από την πρώτη στιγμή, και τη βρήκα εξίσου όμορφη με την “καλή” του. Γενικά, μου αρέσει να ανακαλύπτω ό,τι είναι κρυμμένο. Ωστόσο, η ιδέα των δύο κόσμων του βιβλίου εμφανίστηκε αργότερα, όταν άρχισα να σκέφτομαι μια ιστορία που θα χρησιμοποιούσε ορισμένα αντικείμενα της παλαιστινιακής παράδοσης ως αφετηρία για να ειπωθεί. Όταν κάτι τραβάει την προσοχή σου, είναι γιατί αντικατοπτρίζει κάτι προσωπικό σου ή επειδή ταιριάζει με δικές σου ιδέες και είναι πολύ πολύτιμο να χρησιμοποιείς αυτό ως δημιουργική κινητήρια δύναμη, να αφήνεσαι να καθοδηγείσαι από εκείνη τη διαίσθηση.
Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα για την επίσκεψή σας στην Παλαιστίνη και τη συμμετοχή σας στο πρόγραμμα του Ινστιτούτου Tamer; Διαμόρφωσε εκείνη η εμπειρία την ιστορία της Λέιλα και με ποιον τρόπο;
Κατά τη διάρκεια εκείνης της επίσκεψης έμαθα πολλά για την κατάσταση στην περιοχή εκείνη την εποχή, η οποία δεν ήταν ούτε κατά προσέγγιση τόσο τρομερή όσο είναι σήμερα και ήμουν πολύ χαρούμενη που μπόρεσα να μοιραστώ ιδέες, σχέδια και δημιουργικές δραστηριότητες με τους συμμετέχοντες στα εργαστήρια. Ανακάλυψα ότι τα βιβλία μου τα αγαπούσαν τόσο τα παιδιά όσο και οι ενήλικες και ότι, αν και προερχόμαστε από διαφορετικές κουλτούρες και παραδόσεις, οι ευαισθησίες, το χιούμορ και οι ανησυχίες είναι παρόμοιες.
Οι άνθρωποι που με ξενάγησαν στις διάφορες περιοχές της Ραμάλα ήταν εξαιρετικά ευγενικοί και κάναμε πολλές και ουσιαστικές συζητήσεις. Το Ινστιτούτο Tamer επιτελεί το έργο του με μεγάλο πάθος, προωθώντας την ανάγνωση μέσα από έργα που εμπνέουν, τόσο Παλαιστινίων όσο και ξένων συγγραφέων. Εκτός από ενδιαφέροντα σημεία, είδα όμως και πολλά πράγματα που με στενοχώρησαν, όπως παιδιά και οι οικογένειές τους που ζούσαν σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Αν και ήταν χαρούμενα, όπως όλα τα παιδιά παντού, και ζωγράφιζαν υπέροχες εικόνες, κουβαλούσαν δύσκολες ιστορίες που είχαν διαμορφωθεί από τη μακροχρόνια σύγκρουση με το Ισραήλ. Στη Ραμάλα, όταν μιλούσαμε για ευχές, τα παιδιά μου έλεγαν ότι ήθελαν να δουν τη θάλασσα (σ.σ. η θάλασσα βρίσκεται στη Γάζα, αλλά δεν τους επιτρεπόταν να εισέλθουν εκεί). Μερικά παιδιά είχαν και συγγενείς που δεν ήξεραν πού βρίσκονταν. Εν ολίγοις, είναι ένας λαός που έχει υποστεί πολλές αδικίες. Ταυτόχρονα, τα παιδιά μπορούσαν τότε να παίζουν με ασφάλεια στους δρόμους – το μόνο τρομακτικό τέρας ήταν οι στρατιώτες. Υπήρχε κάτι από ατμόσφαιρα χωριού. Μια μέρα, σε μια γωνία δρόμου, είδα μια ομάδα παιδιών εντελώς γοητευμένα από μια στάμνα νερού, επειδή μέσα της υπήρχε ένα ψάρι. Στέκονταν τριγύρω και το κοιτούσαν με θαυμασμό!
Μετά από μερικές μέρες εκεί, συνειδητοποίησα ότι το καλύτερο που μπορούσα να τους προσφέρω με την παρουσία μου ήταν την ευκαιρία να δημιουργήσουν, να ονειρευτούν και να παίξουν με σχέδια και λέξεις, τόσο οι ενήλικες όσο και τα παιδιά, όπως κάνω και σε άλλα μέρη του κόσμου. Σε αντάλλαγμα, μου χάρισαν τεράστια ευγνωμοσύνη και ενθουσιασμό. Τα αραβικά γράμματα είναι τόσο όμορφα, και ταίριαξαν υπέροχα με τα σχέδια που προέκυψαν από τα εργαστήρια. Ήταν για μένα τεράστιο δώρο για μένα αυτή η εμπειρία.
Τρία χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, το Ινστιτούτο επικοινώνησε μαζί μου και μου ζήτησε να δημιουργήσω μια ιστορία στο πλαίσιο ενός από τα προγράμματά τους. Χρησιμοποιούσαν ήδη τα βιβλία μου με τα παιδιά που επισκέπτονταν το Μουσείο, καθώς αρκετές από τις ιστορίες μου έχουν εκδοθεί στα αραβικά. Αρχικά μου ζήτησαν να γράψω ένα κείμενο που θα εικονογραφούσε άλλος καλλιτέχνης, αλλά εξήγησα ότι δεν μπορώ να φανταστώ μια ιστορία χωρίς να φανταστώ και τις εικόνες της. Τελικά συμφωνήσαμε να δημιουργήσω ένα ολοκληρωμένο εικονογραφημένο βιβλίο. Θυμάμαι ότι ήταν πολύ σεβαστικοί και με πλήρωσαν μάλιστα παραπάνω από όσο είχα ζητήσει, γιατί εκτιμούσαν το έργο μου. Αυτό που είχει ξεκινήσει να γίνει μια σύντομη ιστορία, έγινε τελικά το μεγαλύτερο βιβλίο μου, σχεδόν 80 σελίδες!
Ένα άλλο σημαντικό και ενδιαφέρον στοιχείο ήταν ότι μου ζήτησαν η ιστορία να μην αφορά τη σύγκρουση με την ισραηλινή κατοχή, αλλά να είναι σαν τις άλλες ιστορίες μου που αγαπούν τα παιδιά, χρησιμοποιώντας απλώς κάτι από την παραδοσιακή τους τέχνη. Κατάλαβα ότι τα παιδιά της Παλαιστίνης αξίζουν διάφορα είδη ιστοριών. Αξίζουν να γελάνε, να ονειρεύονται και να εκπλήσσονται, όπως όλα τα παιδιά, χωρίς να χρειάζεται να αναλογίζονται την τραγωδία τους σε ό,τι διαβάζουν ή κάνουν. Με συγκινεί η σκέψη ότι μπόρεσα να συνεισφέρω κι εγώ κάτι με αυτή τη λογική.
Οι δυο πλευρές του μαντηλιού φαίνεται να αντιπροσωπεύουν κάτι περισσότερο από δύο διαφορετικούς τόπους. Μοιάζουν με δύο τρόπους να βλέπεις και να υπάρχεις στον κόσμο. Τι συμβολίζουν όμως για εσάς και πώς προέκυψε και τελικά εξελίχθηκε η ιδέα αυτή καθώς δημιουργούσατε την ιστορία και τις εικονογραφήσεις;
Από το μαντήλι προέκυψε αυτή η ιδέα δύο κόσμων που, αν και συνδεδεμένοι και αλληλοεξαρτώμενοι, δεν μπορούν να φανούν ταυτόχρονα. Η έννοια ενός κρυμμένου κόσμου υπάρχει στον ανθρώπινο πολιτισμό μας μέσα από πολλές ιστορίες και νομίζω ότι μας γοητεύει όλους, γιατί νιώθουμε πως υπάρχουν πράγματα σε αυτόν τον κόσμο που είναι μυστήρια και δεν τα κατανοούμε πλήρως, πράγματα που προσπαθούμε να εξηγήσουμε μέσα από διάφορες ιστορίες και θεωρίες. Έχουμε φανταστικούς κόσμους κάτω από τη γη, σε άλλες διαστάσεις και ούτω καθεξής. Υποθέτω ότι και η αβεβαιότητα γύρω από τον δικό μας θάνατο και τον θάνατο των άλλων, καθώς και ό,τι εμφανίζεται στα όνειρα, γεννούν επίσης αυτού του είδους τις ιστορίες. Δεν ήθελα όμως να περιορίσω τη φαντασία των αναγνωστών μόνο σε αυτό το στοιχείο, γιατί θεωρώ ότι αυτό θα την έκανε αδιάφορη. Πάντα προτιμώ να αφήνω τους αναγνώστες να ερμηνεύουν όπως θέλουν τις ιστορίες και να νιώθουν ό,τι θέλουν γι’ αυτές.
Από την άλλη, το ίδιο το μαντήλι μου πρόσφερε τα υπέροχα κεντήματά του για να εφεύρω τοπία, ψάρια, δέντρα και παράξενα πλάσματα. Αυτό έφερε νέα στοιχεία στο βιβλίο μου, που δούλεψα παράλληλα με τους χαρακτήρες, δημιουργώντας εκείνον τον ιδιαίτερο κόσμο. Ήταν πολύ ενδιαφέρον που οι άνθρωποι του Ινστιτούτου δεν έβλεπαν αρχικά τα σπίτια ή τα δέντρα στο μαντήλι, επειδή ήταν ήδη τόσο εξοικειωμένοι με τα κεντήματα που δυσκολεύονταν να δουν οτιδήποτε άλλο. Μου αρέσει αυτό το στοιχείο της «άγνοιας» που σου επιτρέπει να ανακαλύπτεις πράγματα κοιτώντας ένα αντικείμενο, ένα πρόσωπο ή μια κατάσταση χωρίς να επηρεάζεσαι από τη συνήθεια ή από προκαταλήψεις. Σαν παιδί, σαν καλλιτέχνης, σαν εξωγήινος!

Η γιαγιά της Λέιλα φαίνεται να είναι η φύλακας των ιστοριών της πίσω πλευράς και η γέφυρα ανάμεσα στη Λέιλα και εκείνον τον κρυφό κόσμο. Και οι δύο πιστεύουν σε κάτι που καμία τους δεν έχει δει. Ποιον ρόλο παίζουν οι μεγαλύτερες γυναίκες και η διαγενεακή αφήγηση στο βιβλίο; Πώς αισθάνονται η Λέιλα και η γιαγιά της για ό,τι συμβαίνει στην πίσω πλευρά; Και γιατί η μητέρα της δε θέλει η Λέιλα να πάει εκεί; Τι φοβάται;
Σε πολλές οικογένειες τα γηραιότερα μέλη είναι αυτά που αφηγούνται ιστορίες στους μικρούς. Ίσως γιατί έχουν χρόνο να το κάνουν, ίσως για να μεταδώσουν κάποια σοφία ή να μοιραστούν τις σκέψεις τους, ίσως και για να ψυχαγωγήσουν τον εαυτό τους. Τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο απ’ ό,τι η εργαζόμενη γενιά, στην οποία ανήκει η μητέρα σε αυτό το βιβλίο. Ίσως αυτός ο χρόνος για παρατήρηση και επινόηση έχει να κάνει και με το να έχεις χώρο για βαρεμάρα. Πάντως, η γιαγιά μου μού έλεγε μαγικές ιστορίες όταν ήμουν παιδί.
Η γιαγιά βρίσκεται στο ένα άκρο της ζωής, το κορίτσι στο άλλο. Και αυτή η απόσταση μεταξύ τους τις φέρνει ταυτόχρονα πιο κοντά σε εκείνη τη μυστηριώδη άλλη πλευρά, την οποία η μία μόλις άφησε με τη γέννηση και στην οποία η άλλη πλησιάζει με τον θάνατό της. Ίσως γι’ αυτό φαίνονται λιγότερο φοβισμένες από εκείνη την Άλλη Πλευρά απ’ ό,τι η μητέρα, η οποία, ίσως επειδή είναι πιο προσαρμοσμένη στην καθημερινή ζωή και επιφορτισμένη με την επίλυση πρακτικών προβλημάτων έχει λιγότερη υπομονή για το φανταστικό. Δυστυχώς, όταν δεν έχουμε χρόνο να παίξουμε, να ονειρευτούμε, δυσκολευόμαστε να απολαύσουμε τις ποιητικές ή μυστηριώδεις πτυχές της ζωής. Η μητέρα έχει την ευθύνη να φροντίσει την κόρη της και να καλύψει τις ανάγκες της σε πρακτικό, υλικό επίπεδο. Γι’ αυτό θυμώνει όταν η κόρη της χάνει πράγματα που κοστίζουν χρήματα και ανησυχεί για την ασφάλειά της. Πολλή ευθύνη.
Ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνουμε, λοιπόν, για τη Λέιλα είναι ότι είναι πολύ αφηρημένη και χάνει συχνά πράγματα, κάτι που συνδέουμε και με τους ηλικιωμένους. Πώς συνδέεται αυτό το χαρακτηριστικό με τη σχέση της με τη γιαγιά της και τον κόσμο των χαμένων αντικειμένων; Είναι επίσης μια υπαινικτική προαναγγελία για μια επικείμενη απώλεια;
Είναι ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Για να είμαι ειλικρινής, δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Αλλά νομίζω ότι το να είσαι λίγο «στα σύννεφα» έχει να κάνει με το να είσαι σε επαφή με τα συναισθήματά σου ή να αφήνεις τη φαντασία σου να τρέξει ελεύθερα, χωρίς να αισθάνεσαι ότι έχει πολλές υποχρεώσεις απένταντι στους άλλους. Είναι εκείνη η ευτυχής αίσθηση ελευθερίας που έχουν μερικά παιδιά και μερικοί ηλικιωμένοι όταν δεν είναι πλέον μέρος του αδυσώπητου ανταγωνισμού της ζωής και απολαμβάνουν μια σχετική γαλήνη. Νομίζω ότι είναι μια κατάσταση που μπορεί να είναι πολύ δημιουργική. Αλλά ταυτόχρονα, η απώλεια είναι κάτι που συχνά είναι τραυματικό και που όλοι θα θέλαμε να ελέγχουμε ώστε να μην συμβαίνει. Είτε πρόκειται για ένα αγαπημένο αντικείμενο είτε για ένα αγαπημένο πρόσωπο, είναι πολύ δύσκολο να το αποδεχτείς και αυτό είναι που ωθεί τη Λέιλα να αναζητήσει λύση στο πρόβλημα που έχει προκύψει.
Το Φεστιβάλ του Θερινού Ηλιοστασίου έχει ρίζες και στην Αργεντινή, συνδέοντας τον ήλιο, τη γη, τη γονιμότητα και την ανανέωση. Αντλήσατε από αυτόν τον συμβολισμό όταν χτίζατε τον κόσμο στην πίσω πλευρά του μαντηλιού; Ποια είναι η σημασία του Θερινού Ηλιοστασίου στην ιστορία σας;
Η αλήθεια είναι ότι στην Αργεντινή δεν υπάρχει ειδική γιορτή για το Θερινό Ηλιοστάσιο, αλλά πέφτει κοντά στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Στη Λατινική Αμερική, η Ημέρα της Pachamama (Ημέρα της Μητέρας Γης) γιορτάζεται την 1η Αυγούστου, αλλά είναι μια διαφορετική τελετή που προέρχεται από προϊσπανικούς πολιτισμούς. Αυτό που ήθελα ήταν να βρω μια αφορμή για να σκεφτώ μια γιορταστική τελετή από μια άλλη κουλτούρα, διαφορετική από τη συνηθισμένη, που να σχετίζεται με κάτι κοινό σε διαφορετικούς λαούς, αφού η φύση είναι κοινή. Και όπως το καλοκαίρι αρχίζει στην πλευρά της Λέιλα και υπάρχουν τζιτζίκια, το γιορτάζουν και στην άλλη πλευρά. Μου φαίνεται λογικό να γιορτάζεις την έναρξη του καλοκαιριού και οι λαοί που είναι συνδεδεμένοι με τη γεωργία το παίρνουν πολύ σοβαρά. Από τη φύση και την Pachamama μαθαίνουμε επίσης ότι είμαστε ένα Όλο. Οι διαιρέσεις δεν έχουν νόημα και αποσταθεροποιούν την ισορροπία. Το σκοτάδι και το φως συμπληρώνουν επίσης το ένα το άλλο, όπως και η ζωή και ο θάνατος, αυτό που βρίσκεται και αυτό που χάνεται. Δεν το συμπεριέλαβα με κάποια συγκεκριμένη σημασία, αλλά ως ένα χαρούμενο και ζωντανό γεγονός που θα μπορούσε να φέρει τους ανθρώπους μαζί για μια παρέλαση, σαν καρναβάλι ή κάτι παρόμοιο (εδώ, το Καρναβάλι είναι το καλοκαίρι). Δεν χρησιμοποίησα τίποτα συγκεκριμένο από καμία κουλτούρα, εκτός από τις φιγούρες που μου πρότεινε η μυστηριώδης Άλλη Πλευρά στην πίσω πλευρά του σαλιού. Με ενδιέφερε να ανακαλύψω έναν κόσμο με δικές του γιορτές, έθιμα και τρόπους ομιλίας σε εκείνον τον άλλο τόπο.
Στο βιβλίο, η Λέιλα προσπαθεί να επιδιορθώσει τα ανοίγματα στο μαντήλι, αλλά όταν το κάνει, εμφανίζεται ξαφνικά μια ανισορροπία στον κόσμο που ζει. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Τι νομίζετε εσείς; Θα αφήσω τον αναγνώστη να το σκεφτεί. Ξέρω μόνο ότι δεν μπορείς να ελέγξεις τη ζωή και κάποιες πληγές και απώλειες αποτελούν μέρος της. Σκεφτείτε για παράδειγμα τα τείχη διαίρεσης, την καταστολή ή τη δημιουργία φόβου. Δεν είναι πραγματικές λύσεις, απλώς δημιουργούν νέα ανισορροπία.
Πιστεύετε ότι τα παιδιά μπορούν να επιδιορθώσουν τον κόσμο, ή μήπως τους φορτώνουμε ένα άδικο βάρος να επισκευάσουν αυτό που οι προηγούμενες γενιές κατέστρεψαν;
Ένα άδικο βάρος, ναι. Εμείς είμαστε ακόμα εδώ για να αντιμετωπίσουμε τις καταστάσεις που θέτουν σε κίνδυνο τη συνύπαρξή μας, συμπεριλαμβανομένης κάθε ζωής στη Γη. Αλλά είναι καλό να μοιραζόμαστε την εμπειρία μας με τις μελλοντικές γενιές και να σκεφτόμαστε μαζί ένα καλύτερο μέλλον, βοηθώντας τα παιδιά να μεγαλώσουν και να γίνουν ανθεκτικά και δημιουργικά. Ένα πράγμα που έχει η Λέιλα είναι εμπιστοσύνη στις δικές της ιδέες και νομίζω ότι αυτό είναι σημαντικό: να αφήνουμε τα παιδιά να δοκιμάζουν, να πιστεύουν στα όνειρά τους, να τους δίνουμε χρόνο, να τα ακούμε. Και, όπως η Λέιλα, να είμαστε σε θέση να αλλάξουμε γνώμη όταν δούμε ότι κάναμε κάτι λάθος. Αυτό είναι ένδειξη ωριμότητας.
Στις εικονογραφήσεις σας συχνά συνδυάζετε υλικά και τεχνικές. Ποια ήταν η διαδικασία που ακολουθήσατε στην περίπτωση αυτού του βιβλίου;
Σκάναρα αρχικά μέρη του μαντηλιού και χρησιμοποίησα εκείνες τις εικόνες ως φόντα για τις διάφορες σκηνές που ήθελα να δημιουργήσω. Η πρόκληση για μένα ήταν να καταλάβω πώς να κάνω τα σχέδιά μου να συνυπάρχουν με το κέντημα, χωρίς το ένα να αλληλοκαλύπτει ή να εξουδετερώνει το άλλο. Με τόσο δυνατές εικόνες να αναδύονται από το κέντημα, συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να προσθέσω ελάχιστα πράγματα και ότι οι χαρακτήρες δεν χρειάζονταν έντονα χρώματα. Έτσι παράτησα τα λαδοπαστέλ και τις χοντρές μαύρες γραμμές που είχα χρησιμοποιήσει σε άλλα βιβλία μου και δούλεψα με απαλά χρωματιστά χαρτιά και πολύ απλές μολυβένιες γραμμές, προσπαθώντας να αποτυπώσω τις εκφράσεις της Λέιλα και την κίνηση των χαρακτήρων σε εκείνον τον κεντημένο κόσμο. Συναρμολόγησα τα σχέδια και τις φωτογραφίες του μαντηλιού στο Photoshop και σε εκείνο το στάδιο πρόσθεσα γραμμές για να κάνω τους παράξενους χαρακτήρες από την Άλλη Πλευρά πιο ορατούς και κατανοητούς.

Έχει κι η Ελλάδα τη δική της μακρά παράδοση στις υφαντικές τέχνες και το κέντημα. Πιστεύετε ότι οι Έλληνες αναγνώστες μπορούν να συνδεθούν με την ιστορία της Λέιλα μέσα από αυτό το κοινό πολιτισμικό στοιχείο;
Έχω παρατηρήσει ότι αυτό το βιβλίο έχει μια ιδιαίτερη απήχηση από αυτή την άποψη, καθώς πολλοί άνθρωποι που αγαπούν τον κόσμο του κεντήματος απολαμβάνουν να το διαβάζουν. Το κέντημα από την Ελλάδα, το Μεξικό, το Περού και την Παλαιστίνη είναι μια καλλιτεχνική μορφή έκφρασης, είναι μια μορφή σχεδίου, μια γλώσσα. Και υποθέτω ότι μπορούμε να ανιχνεύσουμε αυτή την τέχνη χιλιάδες χρόνια πίσω, γεγονός που την καθιστά κομμάτι του ανθρώπινου πολιτισμού μας, κάτι που βρίσκω αληθινά υπέροχο. Σε ορισμένα μέρη διοργανώνονται εργαστήρια κεντήματος βασισμένα στο βιβλίο μου και όταν έστηνα εκθέσεις με αφορμή το βιβλίο, τοποθετούσα μεγάλα κομμάτια υφάσματος ώστε οι επισκέπτες να μπορούν να κεντήσουν επιτόπου, χωρίς καμία εξελιγμένη τεχνική, απλώς για να το δοκιμάσουν και να απολαύσουν την εμπειρία. Μέχρι και στην Ελλάδα, το βιβλίο μου αποτέλεσε έμπνευση για ένα εργαστήριο που πραγματοποιήθηκε πέρυσι στο πλαίσιο του διεθνούς συνεδρίου «Nurturing Active Global Citizens for a World on the Move». Στο πλαίσιο του συνεδρίου αυτού πραγματοποιήθηκε και η έκθεση «Weaving Together a World of Peace», όπου παρουσιάστηκε ένα εικαστικό έργο φιλοτεχνημένο από ασυνόδευτα κορίτσια από τη Σομαλία. Το έργο περιελάμβανε κομμάτια από τα ρούχα τους, κεντημένα πάνω σε παραδοσιακό ελληνικό υφαντό, μια συγκινητική πράξη μνήμης και ανθεκτικότητας.
Κλείνοντας θέλω να ρωτήσω το εξής: στο «Κέντημα» δεν υπάρχει ρητή πολιτική γλώσσα, ωστόσο το γεγονός ότι η ιστορία βασίζεται σε ένα αντικείμενο από την Παλαιστίνη της προσδίδει μια πολιτική διάσταση. Πιστεύετε ότι τα εικονογραφημένα βιβλία μπορούν να φέρουν πολιτικό φορτίο χωρίς ποτέ να το κατονομάζουν; Και είναι αυτή η σιωπή επιλογή ή αναγκαιότητα όταν γράφουμε για παιδιά ή απευθυνόμαστε σε αυτά;
Όπως ανέφερα και παραπάνω, σε αυτή την περίπτωση υπήρχε μια συνειδητή απόφαση να ειπωθεί με συγκεκριμένο τρόπο η ιστορία. Υπάρχει μια καλλιτεχνική ελευθερία που προκύπτει από το γεγονός ότι δεν χρειάζεται να αποδοθεί ρητά μια συγκεκριμένη πολιτική ιδέα που έχει ήδη ειπωθεί τόσες φορές σε τόσα άλλα μέσα. Αυτό που με ενθουσιάζει όμως σε αυτή τη δουλειά είναι η δυνατότητα να αναδείξω κάτι από την παλαιστινιακή ανθρωπιά και κουλτούρα μέσα από το έργο ανθρώπων από εκείνον τον τόπο: το κεντητό μαντήλι, να αναδείξω την ομορφιά που είμαστε όλοι ικανοί να παράγουμε και μάλιστα σε μια στιγμή όπου κάποιοι θα ήθελαν να εξαλείψουν αυτόν τον πολιτισμό. Το να μιλάς για την Παλαιστίνη πέρα από τον ρόλο της ως θύμα, με σεβασμό στην τέχνη της, σημαίνει ότι την τιμάς. Το κορίτσι της ιστορίας, η Λέιλα, θα μπορούσε να είναι Παλαιστίνια λόγω των ρούχων και των χαρακτηριστικών της, το ίδιο και η οικογένειά της. Η ιστορία έχει διαφορετικά επίπεδα σημασίας και ξέρω ότι έχει διασκεδάσει πολλά παιδιά από την Παλαιστίνη και τα έχει κάνει να ονειρευτούν. Αυτό και μόνο είναι ήδη πάρα πολύ σημαντικό.
Κάθε φορά που αναφέρουμε την Παλαιστίνη – και αυτό συμβαίνει κάθε φορά που παρουσιάζω αυτό το βιβλίο, κάθε φορά που κάποιος το διαβάζει δυνατά κ.λπ., κάποιοι θα νιώσουν αγάπη, άλλοι ντροπή και άλλοι μίσος. Αυτό είναι κάτι δεν μπορούμε να το ελέγξουμε. Δίνω με το βιβλίο μου το καλύτερο που μπορώ, που δεν είναι μια πολιτική δήλωση, αλλά μια ιστορία με τα μυστήριά της, τις σκιές της, την ομορφιά της και νιώθω ότι είναι κάτι πρωτότυπο και μοναδικό. Και ίσως να είναι τόσο δυνατό μέσα στον μικρό χώρο που καταλαμβάνει, όπως ακριβώς ήταν για μένα τόσα βιβλία και ιστορίες που με συνόδευσαν σε όλη μου τη ζωή.
*Το 2009 το Ίδρυμα Tamer τιμήθηκε με ένα από τα δύο σπουδαιότερα βραβεία της παιδικής λογοτεχνίας, το Astrid Lindgren Memorial Award από το Σουηδικό Συμβούλιο Τεχνών, αναγνωρίζοντας έτσι το «μακροπρόθεσμο και βιώσιμο έργο» του ως φορέα προώθησης της ανάγνωσης.
**To βιβλίο της ISOL “Το κέντημα” κυκλοφορεί σε μετάφραση Κατερίνας Κρις από τις Εκδόσεις Πατάκη.










