
Κείμενο: Θοδωρής Παπαϊωάννου
Εικονογράφηση: Μάρια Μπαχά
Εκδόσεις: Ίκαρος
Χρονιά έκδοσης: 2026
Ηλικίες: 9+, 11+
Η Πάνω Πόλη αρχίζει και αλλάζει δραματικά: οι άνθρωποι απομακρύνονται από τη φύση, απορροφώνται από την τεχνολογία και τον σύγχρονο, βιαστικό τρόπο ζωής και οτιδήποτε φυσικό φθείρεται και πεθαίνει. Πριν πεθάνουν τα πάντα, οι τελευταίοι κάτοικοι της Πάνω Πόλης μεταναστεύουν, μέσω του Δέντρου στη Μέση, ενός μυθικού θεόρατου δέντρου που αντέχει ακόμα, φυλώντας μέσα του μυστικά και θρύλους. Κατεβαίνουν στην Κάτω Πόλη, μια περιοχή σκοτεινή και υποτυπώδη, περιμένοντας. Τι περιμένουν;
Οι αναμνήσεις γεννούν ιστορίες και οι ιστορίες θρύλους, που χρωματίζονται μυστηριακά από την υπαινικτική ποίηση που άφησε πίσω του ο πρόγονος Μάρκος Μέσκος. Γραμμένη σαν γρίφος, καθοδηγεί τον συλλογικό ψυχισμό της πόλης. Ο θρύλος λοιπόν λέει ότι θα γεννηθεί ένα κορίτσι σε συγκεκριμένο χρόνο και θα έχει δυο σημάδια φωτεινά στα χέρια. Αυτό το κορίτσι θα είναι η ελπίδα να γυρίσουν στην ανανεωμένη Πάνω Πόλη και να ανακτήσουν όλοι την παλιά, ευτυχισμένη ζωή. Πράγματι αυτό το κορίτσι γεννιέται και βαφτίζεται Λιβένα. Οι γονείς της φροντίζουν να της μάθουν όλα όσα ξέρουν, γνώσεις από τον παλιό κόσμο, ιστορίες και εμπειρίες. Όταν έρθει η στιγμή, η Λιβένα μαζί με άλλα τέσσερα χαρισματικά παιδιά που έχουν εκπαιδευτεί μοναδικά το καθένα στο χάρισμά του, θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι εξερεύνησης και ανακάλυψης προς τη Νέα Πάνω Πόλη. Το αν θα καταφέρουν, δεν είναι βέβαιο· όμως όλες οι ελπίδες της μικρής πόλης έχουν εναποτεθεί πάνω τους.
Ο Θοδωρής Παπαϊωάννου έχει φτιάξει μια περίπλοκη ιστορία με μεγάλο ενδιαφέρον. Κινείται με ευελιξία ανάμεσα σε διάφορα είδη, όπως το μυθιστόρημα φαντασίας, το δυστοπικό, το περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος και την περιπέτεια συντροφιάς. Η δομή της περιπέτειας των παιδιών, αλλά και η ίδια της η σύσταση, μου θύμισε έντονα παιχνίδι ρόλων τύπου Dungeons and Dragons. Δεν έχει βέβαια φυλές και τάξεις, ούτε δράκους και μπουντρούμια· δε βρίσκεται όμως πολύ μακριά. Το κείμενο είναι φιλοσοφικό και καλογραμμένο, στο πρώτο μέρος του βιβλίου. Από την στιγμή που ξεκινά όμως η περιπέτεια, αποκτά δράση και ρυθμό κινηματογραφικό. Η μετάβαση αυτή γίνεται ομαλά και λειτουργικά.
Η εικονογράφηση της Μάριας Μπαχά είναι ασπρόμαυρη και ατμοσφαιρική. Το μόνο χρώμα που συναντάμε είναι οι χρυσοκαφετιές ρίζες του Δέντρου στη Μέση, που δεσπόζει στο εξώφυλλο. Ακόμα κι εκεί, όμως, η μικρή συντροφιά περιμένει ασπρόμαυρη στην κορυφή, δείχνοντας την αντίθεση ενός κατεστραμμένου, δυστοπικού κόσμου που περιμένει να ξαναβρεί την χαρά κια το χρώμα. Όλη η περιπέτεια εκτυλίσσεται σε έναν παγωμένο χειμώνα, και αυτό αντανακλά στις φιγούρες των παιδιών σε όλη την εικονογράφηση.
Το μόνο που με προβλημάτισε είναι εάν το βιβλίο αυτό είναι για μια ηλικία τόσο μικρή όσο τα 9 έτη, όπως προτείνει δηλαδή ο εκδοτικός οίκος. Όχι από άποψη νοημάτων· όμως η γραφή είναι μάλλον καλολογική και περίπλοκη. Κάτι φυσικά που αποτελεί πλεονέκτημα του βιβλίου· δεν μου αρέσουν τα απλοϊκά κείμενα άνευ λόγου, σε όποια ηλικία και να απευθύνονται. Θεωρώ όμως ότι αυτό το βιβλίο θα “ακουμπήσει” καλύτερα πάνω σε παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας, ιδίως σε ηλικίες 11-14. Ωστόσο, κι ένας εξασκημένος εννιάχρονος αναγνώστης θα το απολαύσει εξίσου, εφόσον είναι εκπαιδευμένος σε πιο απαιτητικά κείμενα. Η ηλικία δεν είναι αποκλειστικός παράγοντας· η αναγνωστική ηλικία είναι κάτι το διαφορετικό.


