
Ο Τρέβορ Νόα με το βιβλίο του «Μέσα από το ψηλό χορτάρι» (μτφρ. Μάρω Ταυρή, εκδόσεις Μεταίχμιο) αφηγείται την ιστορία ενός μικρού παιδιού που το σκάει από το σπίτι του παρέα με το λούτρινο αρκουδάκι του, επειδή δεν του αρέσουν οι κανόνες που βάζει η μαμά του (βλ. να πλένει τα δόντια του, να χτενίζεται, να στρώνει το κρεβάτι του). Την εικονογράφηση του βιβλίου υπογράφει η Σαμπίνα Χαν. Παιδικό δεν ακούγεται;
Κι όμως, ο συγγραφέας στην εισαγωγή του το λέει ξεκάθαρα: «Είναι ένα εικονογραφημένο βιβλίο, αλλά δεν είναι παιδικό βιβλίο.» Και – χωρίς η ιστορία που αφηγείται να έχει κάτι απαγορευτικό για τα παιδιά, κρατήστε το αυτό – ο Νόα έχει απόλυτο δίκιο, αφού μέσα από ένα φαινομενικά παιδικό βιβλίο, αντλεί πληροφορίες από δικά του προσωπικά βιώματα και δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το παιδί μέσα του, να θυμηθεί πράγματα που είχε ξεχάσει, να τα επεξεργαστεί και να ακολουθήσει μια εσωτερική διαδρομή ψυχοθεραπείας.

Η τάση αυτή δεν είναι καινούργια. Σε χώρες όπως η Ιαπωνία, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η Γαλλία και το Βέλγιο, κυκλοφορούν αρκετά εικονογραφημένα βιβλία ενηλίκων και έχουν σαφώς λόγο ύπαρξης. Για ποιον λόγο εξάλλου να υπάρχουν στεγανά στον τρόπο παρουσίασης ενός βιβλίου; Γιατί να μην εκμεταλλευτεί κανείς τα χαρακτηριστικά του «παιδικού βιβλίου» (βλ. εικονογράφηση και ελάχιστο ή λίγο κείμενο) όταν όχι απλώς εξυπηρετούν, αλλά προωθούν καλύτερα τον σκοπό του;
Στην ουσία, τα εικονογραφημένα βιβλία αποτελούν μια πλήρως συνειδητοποιημένη επιλογή του συγγραφέα να μιλήσει απλά και περιεκτικά, κάνοντας την ιδέα του πιο εύπεπτη και βοηθώντας τον ενήλικο αναγνώστη να κατανοήσει ευκολότερα ακόμα και σύνθετες έννοιες. Παράλληλα, ακριβώς επειδή υπάρχει η εικονογράφηση που παραπέμπει σε παιδικό βιβλίο, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με το παιδί μέσα του, συνδέεται με την εικόνα, δένεται συναισθηματικά. Σε μια εποχή με φρενήρεις ρυθμούς, τα εικονογραφημένα βιβλία έρχονται να προσφέρουν στον αναγνώστη μια ανάσα που δύσκολα βρίσκει σε ένα εκτενές κείμενο. Διαβάζονται ευχάριστα, πιο γρήγορα, τα οπτικά ερεθίσματα ξεκουράζουν τον εγκέφαλο και η υψηλότερη αισθητική αξία του βιβλίου προσφέρει μεγαλύτερη ικανοποίηση. Το εικονογραφημένο βιβλίο είναι μαγικό και οι μεγάλοι έχουμε εξίσου ανάγκη από λίγη μαγεία γύρω μας, δε νομίζετε;

Τις προάλλες ο 10χρονος γιος μου βρήκε πάνω στο γραφείο μου τη «Φιλοσοφία του Καπιμπάρα» της Lorenza Bernardi, σε εικονογράφηση Lucia Carlini (μτφρ. Στέλα Ζουμπουλάκη, Μαρτίνα Ασκητοπούλου, εκδόσεις Μεταίχμιο). Αν είστε γονέας, πιθανόν να ξέρετε πόσο δημοφιλή είναι τα καπιμπάρα στα παιδιά. Χωρίς δεύτερη σκέψη, το πήρε και το διάβασε…
«Η Φιλοσοφία του Καπιμπάρα» βέβαια είναι επίσης ένα βιβλίο ενηλίκων, αφού έχει να κάνει με τη διαχείριση του άγχους μέσα από τεχνικές ενσυνειδητότητας (mindfulness) κ.ά. Οι εικόνες δείχνουν έναν κουστουμαρισμένο κύριο που παίρνει τον χαρτοφύλακά του και φεύγει βιαστικός για τη δουλειά, δουλεύει μπροστά στον υπολογιστή με ένα χάος από χαρτιά τριγύρω κι αναζητά αργότερα τη θεραπεία στην «ιερή στιγμή που κάνει διάλειμμα για καφέ» (γιατί, όπως λέει και η Bernardi, «Αν δεν έχεις χρόνο για καφέ, δεν έχεις χρόνο για ζωή»). Σε άλλη ενότητα του βιβλίου διαβάζουμε ότι η ευτυχία βρίσκεται στο να ζεις την κάθε στιγμή σαν να είναι μοναδική, «όπως τα παιδιά, που τους αρκεί να βγουν στην αυλή να παίξουν με τους φίλους τους ή να φάνε το αγαπημένο τους φαγητό.»
«Το διάβασες αυτό; Ωραίο είναι…» μου είπε ο γιος μου.
«Ωραίο είναι, ναι,» του απάντησα. «Είναι πιο πολύ για μεγάλους όμως, ε;» πρόσθεσα.
«Το κατάλαβα. Έχει μέσα έναν κύριο με κοστούμι που πίνει τον καφέ του…»
Αρχίσαμε να το συζητάμε και διαπιστώσαμε πως και οι δυο μας είχαμε βρει χρήσιμες συμβουλές για να είμαστε πιο ευτυχισμένοι (βλ. να μην κυνηγάμε μόνο την κορυφή, να παίρνουμε βαθιές ανάσες για να ηρεμήσουμε, να χαϊδεύουμε ένα ζωάκι ή να κάνουμε μια βόλτα στη φύση).
Κι αυτό μας φέρνει σε κάτι ακόμα που έγραφε ο Τρέβορ Νόα στην εισαγωγή του: «Μάλλον είναι ένα βιβλίο για να μοιραστούν τα παιδιά με τους γονείς τους και οι γονείς με τα παιδιά τους. Αν είστε και γονιός και παιδί ή τίποτα από τα δύο, μπορείτε και πάλι να το διαβάσετε μόνοι σας ή σε κάποιον άγνωστο ή σε κάποιον που αγαπάτε ή σ’ ένα σαλιγκάρι που περνάει – και ελπίζω να σας θυμίσει το γεμάτο κόσμο ταξίδι στο άκοπο, ψηλό χορτάρι που κάνουμε όλοι μαζί.»
Τα εικονογραφημένα βιβλία, αν δεν είναι «αυστηρά ενηλίκων», μπορούν να είναι ένα επιπλέον σημείο επαφής μεταξύ γονέων και παιδιών, μια ανάγνωση που θα την κάνουν μαζί για τη χαρά της ανάγνωσης και του μοιράσματος, για να βγουν και οι δύο κερδισμένοι και να έρθουν πιο κοντά. Ζητάω από τον γιο μου να μου διαβάσει αυτά που πρέπει να ακούσω, του διαβάζω κι εγώ και κρατάει αυτά που νιώθει να μιλούν στην ψυχή του. Μεταξύ μας, νομίζω ότι μπορεί και να χαίρεται λιγάκι παραπάνω στη σκέψη ότι διαβάζει «κάτι για μεγάλους» – κι όσο μεγαλώνει και αναζητά ολοένα και περισσότερο κείμενο και λιγότερη εικονογράφηση, μέσα του ξέρει πως τα εικονογραφημένα βιβλία είναι ο κοινός παράδεισός μας.
