
Τα βουβά εικονοβιβλία έχουν να ξεπεράσουν πάντα μια αυταπόδεικτη δυσκολία. Αποπειρώνται να αφηγηθούν την ιστορία τους χωρίς τη χρήση λέξεων, σιωπηλά, δίχως λόγια. Έτσι, ουσιαστικά, καλούνται να εφεύρουν και να αξιοποιήσουν εντελώς δικούς τους τεχνοτροπικούς κώδικες που έχουν να κάνουν με το πώς αποτυπώνεται το πέρασμα του χρόνου, πώς φαίνεται η εξέλιξη της δράσης, πώς δείχνεται το συναίσθημα και πώς, εν τέλει, επιτυγχάνεται η αποκάλυψη του χαρακτήρα.
Το Μοναχοπαίδι της Γκουότζιν δίνει τις δικές του απαντήσεις στα παραπάνω ζητήματα.
Η ιστορία του είναι απλή αλλά συγχρόνως καταφέρνει να στριμώξει μέσα στο αφηγηματικό της πλαίσιο στοιχεία ονείρου και εφιάλτη, δημιουργώντας ένα συγκινησιακά φορτισμένο πεδίο. Ένα μικρό παιδί που οι γονείς του το αφήνουν ώρες ολομόναχο (κι εδώ η δημιουργός ανακαλεί δικές της παιδικές μνήμες που διαμορφώθηκαν από τις αυστηρές πολιτικές της Κίνας για τον περιορισμό του πληθυσμού, όπως μας εκμυστηρεύεται στον πρόλογό της) βαριέται στο σπίτι και αποφασίζει να επισκεφτεί τη γιαγιά του που ζει σε άλλο σημείο της αχανούς πόλης. Μέσα στο λεωφορείο όμως το παιδί αποκοιμιέται και όταν ξυπνά συνειδητοποιεί ότι όλοι οι συνεπιβάτες του έχουν αποβιβαστεί. Κατεβαίνει και αυτό στην ερημιά και χάνεται σε ένα δάσος. Αρχίζει να κλαίει από απόγνωση, αλλά τότε κάτι «μαγικό» συμβαίνει. Μέσα από τα δέντρα διακρίνει ένα ελάφι και το ακολουθεί.
Η ιστορία από εκεί και πέρα εγκαταλείπει το ρεαλιστικό της περίβλημα. Το παιδί ανεβαίνει στη ράχη του ελαφιού τη στιγμή που κινδυνεύει να παρασυρθεί από τα νερά ενός ποταμού και στη συνέχεια κάνουν βόλτα μαζί στα σύννεφα συναντώντας άλλα μαγικά και απροσδιόριστα πλάσματα.
Καθώς ακολουθούμε την ιστορία μέσα από την οπτική γωνία του παιδιού, διαπιστώνουμε ότι πραγματικότητα και φαντασία συμπλέκονται σφιχτά και δημιουργούν ένα αδιαίρετο σύνολο. Από τους προσεκτικούς αναγνώστες δε θα διαφύγει ότι, σε μια από τις πρώτες εικόνες του βιβλίου, το παιδί κρατάει στα χέρια του ένα μικρό ξύλινο ελάφι. Η εμφάνιση του «πραγματικού» ελαφιού προοικονομείται από εκείνο το παιχνίδι. Επίσης η απόφαση του παιδιού να επισκεφτεί τη γιαγιά του γεννιέται μέσα από το ξεφύλλισμα ενός παλιού άλμπουμ με φωτογραφίες στο οποίο καταφεύγει αφού έχει εξαντλήσει ό,τι άλλο μπορεί να κάνει μέσα στο σπίτι. Κάθε στοιχείο της ιστορίας προκύπτει λοιπόν από ένα προηγούμενο. Σχεδόν κάθε τι «φυτεύεται» πιο πριν. Δημιουργείται έτσι ένα ερώτημα: αν τίποτα δεν εμφανίζεται εν κενώ και εάν όλα αποτελούν το μέρος μιας άλλοτε συνειρμικής και άλλοτε λογικής αλυσίδας, τότε ποια είναι τα χνουδωτά πλάσματα που συναντούν το παιδί και το ελάφι πάνω στον ουρανό; Από πού προέρχονται εκείνα; Το αυθαίρετο, το τυχαίο, το άσχετο δεν υπάγεται στους κώδικες της αφήγησης μέχρι στιγμής. Άρα, ποιο προηγούμενο οπτικό στοιχείο προεξοφλεί αυτά πλάσματα; Και η ίδια η ιστορία απαντά ότι τα μαγικά, ονειρικά όντα προέρχονται από τα ίδια τα σύννεφα, είναι μέρος τους, ταυτίζονται με εκείνα. Πάνω στον φαντασιακό ουράνιο θόλο (που συμβολίζει τα όνειρα; το μέλλον; την ίδια την παιδική φαντασία;) όλα είναι ασφαλή, όλα είναι καλά και αγαθά, το παιδί δεν έχει λόγο να φοβάται ακόμα και αν έχει, πρόσκαιρα, χαθεί.
Τα άδολα, μαγικά πλάσματα ωστόσο, όπως και τα σύννεφα, εμφανίζονται και μετά χάνονται, δε μένουν για πάντα εκεί. Το παιδί κάποια στιγμή νιώθει μοναξιά. Τότε το ελάφι, ο φύλακας άγγελός, του καταλαβαίνει ότι πρέπει να το βοηθήσει να επιστρέψει στην οικογένειά του. Κι έτσι γίνεται. Όμως αυτή η επιστροφή σημαίνει ταυτόχρονα και κάτι λυπηρό: ότι οι δυο φίλοι που συναντήθηκαν και έγιναν σύντροφοι μέσα στη νύχτα, το παιδί και το ελάφι, θα πρέπει τώρα να αποχωριστούν και ίσως να μην ξαναϊδωθούν ποτέ.

Η νομοτέλεια της ζωής αποκόβει αναγκαστικά τη φαντασία από την πραγματικότητα.
Στο Μοναχοπαίδι τα συναισθήματα των προσώπων συχνά εντείνονται ή ενισχύονται με τη χρήση του ζουμ ιν και του ζουμ άουτ στο πλανάρισμα της εικόνας. Σε στιγμές μεγάλης συναισθηματικής πύκνωσης και έντασης βλέπουμε πολύ κοντινά ενσταντανέ των χαρακτήρων. Η εικονογράφηση δεν παίζει με την έκφραση των προσώπων αλλά με τη θέση τους μέσα στο κάδρο. Και αυτή είναι μια δοκιμασμένη τεχνική που παρατηρείται συχνά στο βουβό εικονοβιβλίο. Αντίστοιχα τα μακρινά, γενικά πλάνα, που αναδεικνύουν το χειμωνιάτικο, βιομηχανικό τοπίο του σκηνικού δείχνουν τη συναισθηματική απομόνωση και προσθέτουν μια διάσταση αγωνίας στην περιπλάνηση του παιδιού.
Σε αυτά τα παγερά, αστικά τοπία, με τις καμινάδες τεράστιων εργοστασίων στο φόντο, μπορούμε ίσως να εντοπίσουμε και μια μακρινή και κάπως κρυμμένη διακειμενική σύνδεση με την ταινία Στάλκερ του Ταρκόφσκι. Η ίδια αντίστιξη ανάμεσα στο άτομο και το περιβάλλον του δημιουργείται και εκεί, καθώς το ανθρώπινο συναίσθημα σε συνδυασμό με τη δύναμη της φαντασίας αγωνίζονται να μην σβήσουν κάτω από την καταλυτική επίδραση του αδιάφορου κόσμου που τα περιστοιχίζει και τα περιστέλλει.
Αν ο αστικός ιστός όμως είναι αιτία άγχους και πηγή προβλημάτων, στο Μοναχοπαίδι η φύση παίζει εντελώς αντίθετο ρόλο: παρουσιάζεται φιλική προς τον άνθρωπο και γίνεται αβίαστα η επέκταση του ονείρου, της ανάγκης και της επιθυμίας του.
Το βιβλίο είχε κυκλοφορήσει στην ελληνική αγορά το 2017 από τις Εκδόσεις Ψυχογιός και είναι εξαντλημένο από τον εκδότη.


