
«Δεν ανήκεις εδώ. Δεν είσαι σαν κι εμάς. Είσαι κάτι άλλο». «Το Κάτι Άλλο» προσπαθεί να μοιάσει με τους άλλους αλλά δεν τα καταφέρνει. Ζωγραφίζει, τρώει, παίζει, ντύνεται, σκέφτεται διαφορετικά. Όταν εμφανίζεται το «Κάτιτι» και του ζητά να γίνουν φίλοι το «Κάτι Άλλο» αμφιβάλλει ότι μοιάζουν και ετοιμάζεται να το διώξει. Η ιστορία της Κάθριν Κέιβ με εικονογράφηση του Κρις Ρίντελ από τις εκδόσεις Πατάκη (μτφρ. Ρένια Τουρκολιά-Κυδωνιέως) αναδεικνύει με καυστικό τρόπο τι σημαίνει να είσαι διαφορετικός.
Τα παιδιά συχνά αναρωτιούνται τι είναι το «Κάτι Άλλο» και τι το «Κάτιτι». Κάνουν υποθέσεις και επιχειρηματολογούν. «Το Κάτι άλλο μοιάζει με ποντικάκι γιατί είναι μικρό, τριχωτό και μαύρο». «Το Κάτιτι μοιάζει με Ελέφαντα γιατί έχει προβοσκίδα». «Ναι, αλλά είναι πολύ μικρό για Ελέφαντας και πορτοκαλί» αντιτίθεται ένα παιδί. «Ούτε μοιάζουν τα πόδια του με εκείνα του ελέφαντα», προσθέτει ένα άλλο. «Ούτε είναι βαρύ». «Σε τι διαφέρουν και σε τι μοιάζουν μεταξύ τους;» ρωτώ. Τα παιδιά επισημαίνουν διαφορές τους, έπειτα ομοιότητες μέχρι που εντοπίζουν την πιο ουσιώδη ομοιότητά τους: «Δεν τα παίζουν οι άλλοι…». Με άλλα λόγια είναι διαφορετικά, αταξινόμητα, αποδέλοιπα… άλλα!

Ο διάλογος αποκτά πιο βιωματικό χαρακτήρα όταν συνδέεται με τα βιώματα των παιδιών. «Έχετε νιώσει… σαν το κάτι άλλο;» «Έχει τύχει να μην σας παίζουν οι άλλοι στα παιχνίδια τους;» «Έχει συμβεί εσείς να μην παίζετε τους άλλους; Γιατί;», «Είναι σημαντικό να ανήκουμε σε μια ομάδα;», «Τι συμβαίνει αν δεν ανήκουμε;». «Αν ανήκουμε στην ίδια ομάδα είμαστε φίλοι;», «Τι κάνει κάποιον να είναι φίλος μας;»
Μια, συχνά, αμφιλεγόμενη άσκηση με τα παιδιά είναι η «αναπαράσταση» του αποκλεισμού του «Κάτι άλλου». Ένα παιδί παίζει το ρόλο του «Κάτι άλλου» και οι υπόλοιποι συμμαθητές φτιάχνουν ένα κύκλο εμποδίζοντας το να εισέλθει σε αυτόν. Το παιδί «Κάτι Άλλο» πρέπει να βρει τρόπους για να εισχωρήσει (βλέπε εικόνα 1). Είναι εκπληκτικό τι τρόπους εφευρίσκουν τα παιδιά για να μπουν στην ομάδα. Άλλοτε κουβεντιάζουν, άλλοτε ζητούν την άδεια, άλλοτε κάνουν αστεία, γαργαλούν, παρακαλούν, σπρώχνουν, φωνάζουν, κλαψουρίζουν, προσεγγίζουν τους κοντινούς φίλους τους, κάνουν πονηριές και κόλπα, προσπαθούν να βρουν αδυναμίες στον κύκλο για να μπουν μέσα! Άλλοτε τα καταφέρνουν άλλοτε όχι. Έχει τύχει παιδιά που είναι στη θέση του «Κάτι Άλλου» και δεν κατάφεραν να σπάσουν τον κύκλο να κλάψουν και να βιώσουν έντονα την απόρριψη. Συχνά, πολλοί εκπαιδευτικοί αποφεύγουν την άσκηση από φόβο μην στενοχωρηθούν τα παιδιά. Κι όμως…μέσα από το παιχνίδι και σε συνθήκες ασφάλειας, τα παιδιά έχουν μια θαυμαστή ευκαιρία να νιώσουν τι σημαίνει να είναι αποκλεισμένα αλλά και πώς είναι να αποκλείουν οι ίδιοι τους άλλους.
Είναι σημαντικό μετά από αυτή την άσκηση τα παιδιά να συζητήσουν τις μεθόδους που χρησιμοποιήσαν ως «Κάτι Άλλο» για να μπουν στον κύκλο αλλά και τους τρόπους με τους οποίους τα υπόλοιπα παιδιά προέβαλαν αντίσταση στην ενσωμάτωση του «Κάτι Άλλου» στην ομάδα. Νέα ερωτήματα γεννιούνται. «Αξίζει να αφήνουμε κάποιον έξω από τον κύκλο μας;», «Πώς είναι να είσαι αποκλεισμένος;», «Μήπως ο αποκλεισμός ατόμων οφείλεται σε «εντολές» τρίτων; (όπου «τρίτος» στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο εκπαιδευτικός που όρισε το πλαίσιο της άσκησης). «Ποιος καθορίζει τι είναι διαφορετικό και τι δεν ταιριάζει;», «Με τι κριτήρια ορίζεται το διαφορετικό και πότε αυτά ενδέχεται να είναι λάθος;», «Μπορούμε να αμφισβητήσουμε ή να αλλάξουμε τους κανόνες ενός παιχνιδιού;», «Μήπως όταν έχουμε αποκλειστεί οι ίδιοι είμαστε πιο επιρρεπείς στο να αποκλείσουμε άλλους; Κάτι αντίστοιχο παραλίγο να συμβεί μεταξύ «Κάτι Άλλου» και «Κάτιτι».
Η διαφορετικότητα, η ανεκτικότητα, η αποδοχή, η φιλία, η συμπερίληψη είναι μερικές έννοιες που αναδύονται αβίαστα από το βιβλίο. Η εικονογράφηση δίνει έμφαση σε λεπτομέρειες και εκφράσεις των προσώπων των ζώων αναδεικνύοντας μια ευρεία γκάμα συναισθημάτων. Όλο το βιβλίο υμνεί την ανοιχτότητα και την αποδοχή της διαφορετικότητας. Ωστόσο, στα μέσα της ιστορίας, λίγο πριν το «Κάτι Άλλο» πάει για ύπνο, χτυπάει η πόρτα του σπιτιού του. «Εσείς θα ανοίγατε σε κάποιον που ερχόταν απρόσκλητος το βράδυ;» ρωτώ και τα παιδιά δίνουν απαντήσεις, όπως «θα ρωτούσα ποιος είναι», «θα κοίταζα την κάμερα από το θυροτηλέφωνο», «δε θα άνοιγα γιατί δεν ξέρω ποιος μπορεί να είναι», «οι γονείς μου θα αποφάσιζαν».
Όταν το «Κάτιτι» μπαίνει στο σπίτι του «Κάτι Άλλου» και θρονιάζεται στην πολυθρόνα του, όσο χαριτωμένο και αν απεικονίζεται, δεν παύει να εισβάλει στον προσωπικό χώρο του άλλου. Το ύφος του «Κάτι Άλλου» δείχνει έκπληξη, επιφυλακτικότητα και καχυποψία. Νέος γύρος ερωτήσεων μπορεί να ξεκινήσει με την ερώτηση «σε ξέρω;» που θέτει το «Κάτι Άλλο» στον απρόσμενο επισκέπτη. Είναι δικαιολογημένη η επιφυλακτικότητα και η καχυποψία; Δίνεται η ευκαιρία στα παιδιά να συζητήσουν ότι η αποδοχή της διαφορετικότητας ίσως δεν είναι δεδομένη άνευ όρων. Υπάρχουν συγκεκριμένα κριτήρια; Τελικά πόση διαφορετικότητα είναι ανεκτή;


