
Τρία χρόνια είναι αρκετός χρόνος για να κοιτάξει κανείς πίσω, να δει τι πέτυχε και τι δεν λειτούργησε όπως το είχε φανταστεί. Αυτό το κείμενο θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι μια κριτική αποτίμηση όσων έγιναν μέχρι σήμερα. Δεν είναι όμως ακριβώς αυτό. Είναι μια προσπάθεια να βάλω σε σειρά κάποιες σκέψεις και να πάρω θάρρος.
Γράφει η Κατερίνα Κωνσταντίνου *
Τι είναι ένα residency; Χρειάστηκε να εξηγήσω κάποιες φορές σε ανθρώπους του χώρου του παιδικού βιβλίου τι είναι ένα residency. Αν και τα προγράμματα καλλιτεχνικής διαμονής είναι εδώ και χρόνια ιδιαίτερα διαδεδομένα στον χώρο των εικαστικών τεχνών, παραμένουν λιγότερο οικεία στους συγγραφείς, στους εικονογράφους και στους υπόλοιπους δημιουργούς του βιβλίου στην Ελλάδα. Άλλωστε, οι διαθέσιμες δυνατότητες συμμετοχής τους σε αντίστοιχα προγράμματα στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά περιορισμένες.
Με δύο λόγια, ένα residency είναι ένα οργανωμένο πρόγραμμα που προσφέρει σε έναν δημιουργό χρόνο και χώρο για να εργαστεί μακριά από το συνηθισμένο του περιβάλλον. Για λίγες ημέρες, εβδομάδες ή ακόμη και μήνες, μετακινείται σε έναν διαφορετικό τόπο, όπου μπορεί να αφοσιωθεί στη δουλειά του, να ερευνήσει, να πειραματιστεί ή να αναπτύξει μια καινούργια ιδέα. Δεν είναι διακοπές, αν και συχνά περιλαμβάνει ένα όμορφο περιβάλλον και αρκετή ησυχία. Είναι περισσότερο μια συνθήκη: ένας χρόνος που αποδεσμεύεται από τις καθημερινές υποχρεώσεις και ένας τόπος που προσφέρεται για συγκέντρωση.
Κάποια residencies βασίζονται στην απομόνωση και στην ατομική εργασία. Άλλα οργανώνονται γύρω από μια θεματική, μια ερευνητική διαδικασία ή τη σχέση με την τοπική κοινότητα. Στο Βελανίδι με ενδιέφερε εξαρχής το δεύτερο. Οι δημιουργοί δεν έρχονται απλώς για να συνεχίσουν ένα έργο που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί οπουδήποτε. Έρχονται για να συναντήσουν τον τόπο, να τον παρατηρήσουν και να επιτρέψουν σε αυτή τη συνάντηση να επηρεάσει τη δουλειά τους. Το residency γίνεται έτσι ένας προσωρινός τόπος που μας επιτρέπει να απομακρυνθούμε από όσα γνωρίζουμε, ώστε να κοιτάξουμε κάτι διαφορετικά.
Το Βελανίδι σχεδιάζεται κάθε χρόνο στη βάση μιας μακροχρόνιας εθνογραφικής έρευνας για τα Πελετά και την ευρύτερη περιοχή. Οι φιλοξενούμενες και οι φιλοξενούμενοι δημιουργοί συμμετέχουν, μέσα από τη δική τους πρακτική, στη μελέτη και την ερμηνεία του τόπου. Ενός τόπου για τον οποίο γνωρίζουμε ακόμη σχετικά λίγα και του οποίου οι ιστορίες, οι μνήμες, οι καθημερινές πρακτικές και οι μεταβολές δεν έχουν βρει ακόμη επαρκή χώρο στην έρευνα και τη δημόσια αφήγηση. Το residency γίνεται έτσι ένας προσωρινός τόπος έρευνας και συνάντησης, που μας επιτρέπει να απομακρυνθούμε από όσα θεωρούμε ήδη γνωστά και να κοιτάξουμε διαφορετικά τόσο τον συγκεκριμένο τόπο όσο και τις δικές μας μεθόδους παρατήρησης και δημιουργίας.

Τα Πελετά: ένας τόπος για να κοιτάζουμε λίγο περισσότερο
Τα Πελετά τα επέλεξα ως τόπο του residency για πολλούς λόγους. Βρίσκονται πάνω σε ένα οροπέδιο του Πάρνωνα. Η διαδρομή έχει αρκετές στροφές ώστε, όταν τελικά φτάσεις, να αισθάνεσαι πως άφησες κάτι πίσω σου. Ίσως την πόλη. Ίσως τη βιασύνη. Ίσως τις πολλές παγιωμένες αντιλήψεις για την ελληνική ύπαιθρο.
Για μένα, τα Πελετά είναι ένας τόπος ταυτόχρονα οικείος και άγνωστος. Δεν μεγάλωσα εκεί. Έρχομαι από αλλού, έχοντας μια μικρή οικογενειακή σύνδεση με το χωριό, η οποία ατόνησε κάπου ανάμεσα σε δύο γενιές. Κληρονόμησα σκόρπιες αναμνήσεις που μοιράζονταν οι θείες, φωτογραφίες που έφερε ένας μακρινός ξάδελφος από την Αμερική, ένα τραγούδι που τραγουδούσε ο παππούς στο ταρατσάκι —«Νεραντζούλα φουντωμένη», θυμήθηκε η ηλικιωμένη γειτόνισσα πριν φύγει—, δύο πορσελάνινα κουμπιά από μια επιτοίχια κρεμάστρα που σώθηκαν στο παλιό σπίτι.
Αρκούν όλα αυτά για να ανασυνθέσουν έναν τόπο; Έναν τόπο μακρινό και περίπλοκο, κλειστό και μυστηριώδη; Μάλλον όχι. Με αυτά τα λίγα, όμως, άρχισα να φτιάχνω τη δική μου σχέση μαζί του. Κι ενώ η απόσταση της οικογένειάς μου από τα Πελετά μεγάλωνε, εγώ, με έναν παράδοξο τρόπο, εκπαιδευόμουν ως κοινωνική ανθρωπολόγος, μάθαινα να παρατηρώ, να ακούω, να ρωτώ και να αναζητώ το νόημα στις μικρές λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής. Μάθαινα να γνωρίζω άλλους τόπους, μέχρι που κάποια στιγμή αναρωτήθηκα αν θα μπορούσα να προσεγγίσω και τα Πελετά, όχι ως έναν τόπο που όφειλα ήδη να γνωρίζω, αλλά ως έναν τόπο που μπορούσα ακόμη να ανακαλύψω.
Κάπου μέσα σε αυτή την αναζήτηση άρχισε να διαμορφώνεται και η ιδέα του Βελανιδιού: ενός χώρου στον οποίο θα μπορούσα να συνεχίσω την εθνογραφική έρευνα, αλλά και να την μοιραστώ με άλλους. Η κοινότητα του παιδικού βιβλίου δεν ήταν μια τυχαία επιλογή. Διακρίνω μια ουσιαστική συγγένεια ανάμεσα στην εθνογραφία και το παιδικό βιβλίο. Και τα δύο αποτελούν τρόπους γραφής του κόσμου: επιλέγουν στιγμές, πρόσωπα, τόπους και σχέσεις, τα οργανώνουν σε μια αφήγηση και τους αποδίδουν νόημα. Δεν αποτυπώνουν απλώς μια πραγματικότητα που προϋπάρχει, αλλά συμμετέχουν στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο αυτή γίνεται ορατή, νοητή και αφηγήσιμη. Η συγγένεια αυτή βρίσκεται τόσο στην ποιητική τους διάσταση, στη δυνατότητα να συμπυκνώνουν έναν ολόκληρο κόσμο σε μια εικόνα ή σε μια στιγμή, όσο και στην πολιτική τους διάσταση, αφού κάθε αναπαράσταση εμπεριέχει επιλογές για το ποιος εμφανίζεται, ποιος μιλά, τι παραμένει αθέατο και ποιες εκδοχές του κόσμου καθίστανται δυνατές. Με επίκεντρο αυτή τη διπλή, ποιητική και πολιτική, δυνατότητα της εικόνας και της αφήγησης, το Βελανίδι άρχισε να παίρνει μορφή ως τόπος συνάντησης της εθνογραφικής ματιάς με τις πρακτικές του παιδικού βιβλίου.
Η αρχή έγινε με τις εικονογράφους – και πάλι, διόλου τυχαία. Η δουλειά τους βασίζεται στην προσεκτική παρατήρηση, στην ευαισθησία απέναντι στις μικρές λεπτομέρειες και στην ικανότητα να αναγνωρίζουν μια ιστορία εκεί όπου οι περισσότεροι βλέπουμε κάτι συνηθισμένο. Στην ανθρωπολογία, ακριβώς αυτές οι ποιότητες συγκροτούν αυτό που συχνά περιγράφεται ως «εθνογραφική ευαισθησία»: μια καλλιεργημένη προσοχή προς το καθημερινό, το φαινομενικά ασήμαντο και τις σχέσεις που δεν είναι αμέσως ορατές.

Τρία χρόνια, πέντε φιλοξενούμενες εικονογράφοι
Το πρώτο residency, το καλοκαίρι του 2024, ήταν μια δοκιμή που βοήθησε να φανεί τι άξιζε να συνεχιστεί. Η Liza Adamantidi Β. ήταν η πρώτη φιλοξενούμενη· περπάτησε στο οροπέδιο και εστίασε στη σχέση ανάμεσα στις κίσσες και τις βελανιδιές, παρατηρώντας πώς τα πουλιά συμβάλλουν στη διασπορά των καρπών και στην αναγέννηση του δάσους.
Τη δεύτερη χρονιά, η Μαρίνα Δημοπούλου συνεργάστηκε με τη δασκάλα και τους τέσσερις μαθητές του μονοθέσιου Δημοτικού Σχολείου Πελετών για τη δημιουργία ενός χάρτη του χωριού μέσα από το βλέμμα των παιδιών.
Την τρίτη χρονιά φιλοξενήθηκαν, έπειτα από ανοιχτή πρόσκληση, η Αγγελική Μπόζου, η Πέρσα Ζαχαριά και η Ιφιγένεια Καμπέρη, οι οποίες προσέγγισαν τα Πελετά μέσα από τη ζωγραφική, χρησιμοποιώντας την εικόνα όχι μόνο ως μέσο αναπαράστασης, αλλά και ως εργαλείο παρατήρησης και έρευνας.
Το «Χειροποίητο Σινεμά» της Αγγελικής Μπόζου στην πλατεία των Πελετών. Η Αγγελική συλλέγει ιστορίες του χωριού και τις ανασυνθέτει σε μια χειροποίητη κινηματογραφική αφήγηση, 2026
Το γραφείο της Πέρσας Ζαχαριά κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας της στην αρχοντική οικία Χαρδούβελλη, χτισμένη το 1896. Στο τραπέζι, σχέδια και δοκιμές από την καλλιτεχνική της έρευνα στα Πελετά, 2026Τρία χρόνια μετά…
Σε αυτά τα τρία χρόνια, η σκέψη που επανέρχεται διαρκώς είναι ότι ένα τέτοιο residency δεν πρέπει να λειτουργεί περιφερειακά ή αποσπασματικά, αλλά θα πρέπει σταδιακά να αποτελέσει οργανικό μέρος της κοινότητας του παιδικού βιβλίου: έναν σταθερό τόπο συνάντησης, ανταλλαγής, έρευνας και συνεργασίας για όλους όσοι συμβάλλουν στη δημιουργία, την κυκλοφορία, τη μελέτη και τη διάδοσή του. Αυτό ίσως δεν θα μπορέσει να γίνει αν δεν γίνει μια μετατόπιση: το επίκεντρο το Βελανιδιού να μετατοπιστεί από την εθνογραφική προσέγγιση του τόπου προς την ίδια την κοινότητα του παιδικού βιβλίου και τις ανάγκες της. Εγώ ωστόσο δεν είμαι μέλος αυτής της κοινότητας. Δεν είμαι εικονογράφος ή συγγραφέας. Ούτε φιλοδοξώ να γίνω. Πιστεύω, όμως, στις δυνατότητες του παιδικού βιβλίου να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της κοινωνικής πραγματικότητας: να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά (και όχι μόνο) αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τους άλλους, να διευρύνει τα όρια του ορατού και του νοητού, να αμφισβητεί στερεότυπα, αποκλεισμούς και κυρίαρχες αφηγήσεις και να δημιουργεί χώρο για διαφορετικές εμπειρίες και ταυτότητες. Ακριβώς επειδή διαθέτει αυτή τη διαμορφωτική δύναμη, μπορεί ταυτόχρονα να ανταποκριθεί και στις ανάγκες ενός απομακρυσμένου τόπου, όπως τα Πελετά, ενισχύοντας την ορατότητά του και δημιουργώντας νέες σχέσεις με τον έξω κόσμο.
Μέχρι σήμερα, το Βελανίδι έχει τύχει θερμής υποδοχής, γεγονός που δείχνει ότι προσδίδει μια σημαντική δυνατότητα στους ανθρώπους του παιδικού βιβλίου. Δημιουργοί που δεν έχουν πρόσβαση σε αντίστοιχα προγράμματα βρήκαν έναν χώρο για να εργαστούν, να πειραματιστούν, να συναντηθούν και να συνδεθούν με έναν τόπο έξω από τα συνήθη πολιτιστικά κέντρα.
Η συνέχεια, βέβαια, του εγχειρήματος δεν είναι εξασφαλισμένη. Η χρηματοδότηση παραμένει κάθε χρόνο ένα δύσκολο ζήτημα. Υπάρχει, ωστόσο, κάτι που μου επιτρέπει να παραμένω αισιόδοξη. Μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια, γύρω από το Βελανίδι άρχισε να σχηματίζεται ένα δίκτυο ανθρώπων που το υποστήριξαν με διαφορετικούς τρόπους. Άνθρωποι που πρόσφεραν γνώση, διασυνδέσεις, ιδέες, πρακτική βοήθεια, αλλά κυρίως την αίσθηση ότι το Βελανίδι έπεσε σε ένα πρόσφορο έδαφος και μπορεί να βλαστήσει.
Η Κατερίνα Κωνσταντίνου είναι Κοινωνική Ανθρωπολόγος και Ιστορικός Τέχνης, με ερευνητικό ενδιαφέρον για τη δημόσια ιστορία, την πολιτιστική κληρονομιά και τη σχέση τέχνης και επιτόπιας έρευνας. Είναι ιδρύτρια και επιστημονική υπεύθυνη του Βελανιδιού Residency στα Πελετά και διδάσκει στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.


