
Πρωτοδιάβασα τον Κόσμο της Σοφίας του Γιοστέιν Γκάαρντερ σχετικά μεγάλη. Αν όχι τελειώνοντας το Λύκειο, σίγουρα μέσα στο πρώτο μισό των 20 μου χρόνων. Αν θυμάμαι λοιπόν κάτι έντονα από εκείνη την περίοδο της ανάγνωσης του βιβλίου αυτού ήταν ο τρόπος που ο Γκάαρντερ μου άνοιξε τους ορίζοντές μου. Διάβαζα για έννοιες που ως τότε δεν είχα συναντήσει σε βιβλία. Η Φιλοσοφία πάντα μου φαινόταν μια επιστήμη “απόμακρη” σε σχέση με μένα, απρόσιτη, ενώ είναι το ακριβώς αντίθετο. Μπορεί να μην ταυτίστηκα με τη Σοφία, όπως ίσως μου συνέβαινε με άλλους λογοτεχνικούς πρωταγωνιστές, αλλά συνειδητοποίησα ότι συμπορευτήκαμε σε αυτό το ταξίδι στη Φιλοσοφία, γνώρισα τον Γκάαρντερ και με σημάδεψε ως αναγνώστρια.
Αν με ρωτήσει κάποιος τώρα, τριάντα χρόνια μετά την πρώτη φορά που το διάβασα τι είναι αυτό που έχω κρατήσει, μπορεί να φανεί αστείο, αλλά πέρα από μια γενικότερη αίσθηση ευφορίας που μου προκαλούσε η ανάγνωσή του, το συναίσθημα ότι βουτούσα σχεδόν κυριολεκτικά μέσα στην ιστορία, αυτό που μου έχει αποτυπωθεί ως βασική ανάμνηση είναι το εμβληματικό μπλε εξώφυλλο της πρώτης ελληνικής έκδοσης, με τη Γη να αιωρείται στο σκοτεινό σύμπαν. Το βιβλίο αυτό αγαπήθηκε από τη γενιά μου και όσοι είχαμε την τύχη να πέσουμε πάνω του, διαβάσαμε και ό,τι άλλο του Γκάαρντερ μεταφράστηκε στα ελληνικά (Το κορίτσι με τα πορτοκάλια, Μέσα από τον σκοτεινό καθρέφτη, Το κάστρο των αγγέλων… όλα σε μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου από τις εκδόσεις Λιβάνη).

Όταν λοιπόν ανακοινώθηκε η νέα του έκδοση από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, με ανανεωμένη εμφάνιση, η πρώτη σκέψη που έκανα ήταν “πώς διάβασε άραγε το 2026 ένας νέος άνθρωπος το βιβλίο αυτό που εμένα με σημάδεψε 30 χρόνια πριν;”. Και το κυριότερο, τι ήταν αυτό που τον έκανε να εμπνευστεί για να δημιουργήσει ένα εντελώς διαφορετικό εξώφυλλο; Με αυτές τις σκέψεις απευθύνθηκα στον βραβευμένο εικονογράφο Βασίλη Κουτσογιάννη, δημιουργό του νέου εξωφύλλου, για να μιλήσουμε για την ανάγνωσή του, τη δημιουργική του διαδικασία και τον τρόπο με τον οποίο ένα κλασικό βιβλίο αποκτά μια νέα οπτική ταυτότητα. Ο λόγος σε εκείνον:
Το “Ο κόσμος της Σοφίας” το διάβασα πρώτη φορά τον Ιανουάριο. Μου το έστειλε η Στέλα Ζουμπουλάκη, προτείνοντάς μου να κάνω το ανάπτυγμα του εξωφύλλου του. Αμφιβάλλω αν θα μπορούσα να το έχω διαβάσει ως έφηβος, μιας και τα τεράστια βιβλία με φρίκαραν (ακόμη συμβαίνει αυτό). Αναρωτιέμαι όμως πόσο cool και βοηθητικό θα ήταν να είχα μπει σε αυτή τη διαδικασία ψαξίματος της ζωής και του εαυτού μου από τόσο μικρός. Μάλλον πολύ.
Όπως και να ‘χει, το διάβασα και μετά ήρθε το πραγματικά δύσκολο κομμάτι. Ένα βιβλίο που έχει ήδη τόσα πολλά εξώφυλλα και ένα κείμενο που μιλάει περίπου για όλα τα θέματα. Ένα βιβλίο για τα πάντα; Παράλληλα ένα ασυνήθιστο ηλικιακά κοινό. Δεν είναι μόνο για εφήβους. Άρχισα να κρατάω σημειώσεις μπας και με οδηγήσουν κάπου. Στην αρχή το έκανα εμμονικά, από ένα σημείο και μετά συνειδητοποίησα ότι αυτό δεν χρειαζόταν. Δεν είναι από τα κείμενα όπου πρέπει να βρω την κρυμμένη πληροφορία που θα μου δώσει τη λύση του εξωφύλλου.
Μου έκανε εντύπωση η συνεχής συμπίεση και αποσυμπίεση των εννοιών. Ο διαρκής κατακερματισμός της ύπαρξης, αλλά και το συνεχές χτίσιμο ημιτελών κόσμων. Ένα ατελείωτο zoom in και zoom out στα πράγματα. Εκεί νομίζω ότι το μυαλό μου ένιωσε ότι κάτι υπάρχει. Zoomin- zoomout ήταν η φράση-κλειδί. Σκέφτηκα το απόλυτο zoomout, το σύμπαν, και το απόλυτο zoom in, τα σωματίδια και μου φάνηκε πολύ μυστήριο που μοιάζουν με πλανήτες και πόσο ενδιαφέρον έχει αυτό το παιχνίδι της κλίμακας.
Η ιδέα της Γης ήταν ήδη πιασμένη. Οπότε σκέφτηκα τους βόλους που παίζαμε παιδιά. Με οδήγησε σε αυτή τη σκέψη η φόρμα τους, η κλίμακά τους και το γεγονός ότι είναι (σχεδόν) άπειροι, λίγο σαν τις ιδέες. Αν τους παρατηρήσεις μοιάζουν με μικρούς πλανήτες, αλλά και με σωματίδια. Θα μπορούσαμε να μαζέψουμε εκατοντάδες βόλους κι άλλους τόσους. Μου άρεσε αυτό το μοτίβο που σχηματίζουν όταν τους στοιχίζεις, κυρίως τα κενά που αφήνουν. Παραμένουν μοναδικοί, αλλά όλοι μαζί γίνονται σαν μια γυάλινη επιφάνεια. Αυτή η μεταξύ τους εξάρτηση και η μοναδικότητά τους μου έδωσε μια βαθιά ευχαρίστηση.
Ήθελα όμως να την «σπάσω» κάπως, γιατί είχα έναν συγκεκριμένο σκοπό. Εδώ έρχεται λοιπόν το σχέδιο του χεριού που επιλέγει. Επιλέγει έναν βόλο και φωτίζοντάς τον, ο βόλος γίνεται ο κόσμος της (μας) για μια στιγμή. Ο κόσμος της Σοφίας δεν είναι μόνο ένας. Είναι ο κόσμος ή οι κόσμοι που επιλέγει κάθε στιγμή. Κάθε κόσμος όμως στέκει σαν πραγματικότητα, ακόμη και ημιτελής. Έχει πυρήνα, έχει ιστορία, έχει κατοίκους.
Το σύστημα αυτών των πολλαπλών πραγματικοτήτων είναι η αίσθηση που μου άφησε αυτό το βιβλίο. Καθώς σκεφτόμουν όλα αυτά, έπαιζε ένα τραγούδι από πίσω, το οποίο έγινε το soundtrack αυτής της διαδικασίας: το Atomic bombs atomic bonds Ι love you από Askjell. Τα μαγείρεψα όλα αυτά μαζί και έφτιαξα το εξώφυλλο που βλέπετε.
Σημαντική σημείωση: Τίποτα δεν έγινε ακριβώς έτσι όπως το γράφω, αλλά οι εφαρμοσμένες τέχνες έχουν αυτό το κακό, ότι πρέπει να μπορούμε να μιλάμε για αυτές με λέξεις που να βγάζουν νόημα, ακόμη κι αν οι διαδικασίες που ακολουθήσαμε δε βγάζουν κανένα νόημα.
Το βιβλίο του Γιοστέιν Γκάαρντερ “Ο κόσμος της Σοφίας” (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Μεταίχμιο) απευθύνεται σε εφήβους (15+), νέους ενήλικες αλλά και ενήλικες και είναι ιδανικό για μεγαλόφωνη ανάγνωση.


