
Η Λένη και ο Νικόλας επιστρέφουν με ένα ακόμη μυστήριο, αυτή τη φορά πιο σύνθετο και απρόβλεπτο. Με αφορμή το τρίτο βιβλίο της σειράς «Μυστήρια για δύο», «Μια μαϊμού από το πουθενά», η συγγραφέας Ζέφη Συρίβλη μιλά στην Κόκκινη Αλεπού για τη γοητεία που ασκούν οι ιστορίες μυστηρίου στα παιδιά αναγνώστες, τη σημασία της παρατήρησης και της κριτικής σκέψης, αλλά και για τη σχέση των δύο ηρώων και της ίδιας ως αναγνώστρια με τον κλασικό κόσμο της αστυνομικής λογοτεχνίας.
Η σειρά «Μυστήρια για δύο» έφτασε πλέον στο τρίτο της βιβλίο, με τη Λένη και τον Νικόλα να ζουν μια ακόμη περιπέτεια. Πώς γεννήθηκε η ιδέα της σειράς και τι ήταν αυτό που σας έκανε να επιλέξετε το λογοτεχνικό είδος του μυστηρίου για παιδιά;
Η ιδέα της σειράς γεννήθηκε όταν, πριν αρκετά χρόνια, ένας από τους γιους μου εξέφρασε την επιθυμία να γράψω κάποια στιγμή μια ιστορία μυστηρίου. Έτσι γεννήθηκαν η Λένη και ο Νικόλας, δυο παιδιά τα οποία με μόνα τους όπλα την επιμονή, το θάρρος και τη συνεργασία αναζητούν την αλήθεια. Το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος μου αρέσει γιατί ενεργοποιεί τον αναγνώστη, δεν τον αφήνει απλό θεατή την ιστορίας. Τον καλεί να παρατηρήσει προσεκτικά, να κάνει υποθέσεις, να ενώσει τα στοιχεία και να οδηγηθεί, μαζί με τους ήρωες στη λύση του μυστηρίου. Με αυτό τον τρόπο το διάβασμα γίνεται μια συμμετοχική εμπειρία και αυτό είναι ωραίο.
Στο νέο βιβλίο, «Μια μαϊμού από το πουθενά», τι καινούργιο θα ανακαλύψουν οι αναγνώστες; Υπάρχουν εκπλήξεις ή πλευρές των ηρώων που δεν είχαμε ανακαλύψει μέχρι σήμερα;
Στο τρίτο βιβλίο της σειράς, οι αναγνώστες θα συναντήσουν ξανά τα στοιχεία που αγαπούν στη σειρά, το μυστήριο, το χιούμορ και τις ανατροπές, αλλά όλα αυτά μέσα σε μια καινούργια, πιο σύνθετη και απρόβλεπτη περιπέτεια και φυσικά, όποιος έχει παρακολουθήσει τους δύο ήρωες, τη Λένη και τον Νικόλα, από την αρχή θα διαπιστώσει μια εξέλιξη τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και στη μεταξύ τους σχέση. Στο νέο βιβλίο της σειράς θίγεται επίσης ένα σοβαρό και πολλές φορές αθέατο ζήτημα, όπως είναι αυτό της παιδικής εργασίας. Έτσι, θα έλεγα ότι η αγωνία και η περιπέτεια συνδέονται πιο έντονα αυτή τη φορά με την προσωπική ευθύνη και τη δικαιοσύνη. Αν ήταν να επιλέξω μια λέξη που να συνοψίζει το βιβλίο θα διάλεγα τη λέξη «φωνή». Η φωνή που ρωτά, αμφισβητεί, ζητά βοήθεια, υπερασπίζεται και τελικά μπορεί να κινήσει τα πράγματα προς μια καλύτερη κατεύθυνση.
Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στις ιστορίες μυστηρίου; Και γιατί πιστεύετε ότι εξακολουθούν να συναρπάζουν τα παιδιά, παρά τις τόσες διαφορετικές επιλογές ψυχαγωγίας που έχουν σήμερα και την ευκολία που προσφέρουν πολλές από αυτές;
Αυτό που με γοητεύει στις ιστορίες μυστηρίου είναι η αίσθηση ότι πίσω από το προφανές κρύβεται πάντοτε κάτι ακόμα. Μια φαινομενικά ασήμαντη λεπτομέρεια μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική, ενώ μια εύκολη και αυτονόητη εξήγηση μπορεί τελικά να είναι εντελώς λανθασμένη. Το μυστήριο μας υπενθυμίζει ότι αξίζει να παρατηρούμε τον κόσμο γύρω μας λίγο πιο προσεκτικά, να μη βιαζόμαστε να βγάλουμε συμπεράσματα και να αναζητούμε όσα δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Πιστεύω ότι τα παιδιά εξακολουθούν να γοητεύονται από τις ιστορίες μυστηρίου, παρά τις αμέτρητες επιλογές ψυχαγωγίας που έχουν σήμερα επειδή αποζητούν την πρόκληση και την ενεργό συμμετοχή.
Σε μια εποχή γεμάτη γρήγορες εικόνες και συνεχώς εναλλασσόμενα ερεθίσματα, το μυστήριο τους δίνει έναν συγκεκριμένο στόχο: να ακολουθήσουν τα στοιχεία, να κάνουν υποθέσεις, να εντοπίσουν αντιφάσεις και να προσπαθήσουν να βρουν τη λύση πριν από τους ήρωες. Είναι κατά κάποιο τρόπο σαν να λύνουν έναν γρίφο ή μια σπαζοκεφαλιά μέσα από την αφήγηση. Δεν παρακολουθούν απλώς την ιστορία, αλλά γίνονται και οι ίδιοι μικροί ντετέκτιβ. Παράλληλα, η αγωνία, το σασπένς, η δράση, οι ανατροπές και ο γρήγορος ρυθμός κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον τους. Νομίζω, λοιπόν, ότι η δύναμη μιας ιστορίας μυστηρίου βρίσκεται ακριβώς σε αυτόν τον συνδυασμό.
Η Λένη, μια εκ των πρωταγωνιστών, θαυμάζει τον Ηρακλή Πουαρό. Πώς προέκυψε αυτή η επιλογή και θεωρείτε ότι οι κλασικοί λογοτεχνικοί ντετέκτιβ, όπως ο Πουαρό, εξακολουθούν να «μιλούν» στα παιδιά του σήμερα;
Ο θαυμασμός της Λένης για τον Ηρακλή Πουαρό προέκυψε από τον δικό μου προσωπικό θαυμασμό για τον μικρόσωμο Βέλγο ντετέκτιβ, ο οποίος δεν ανταποκρίνεται στο στερεότυπο του επιβλητικού ήρωα δράσης και από την επιθυμία μου να συνδέσω την ηρωίδα με την παράδοση της κλασικής αστυνομικής λογοτεχνίας. Ο Πουαρό δε λύνει τις υποθέσεις του χάρη στη σωματική του δύναμη, την ταχύτητα ή κάποια εντυπωσιακή τεχνολογία. Αντίθετα, βασίζεται στην παρατηρητικότητα, στη λογική, στην κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και στα περίφημα «μικρά φαιά κύτταρα». Αυτή η προσέγγιση ταιριάζει στη Λένη, και στον τρόπο με το οποίο προσπαθεί να ερμηνεύσει όσα συμβαίνουν γύρω της.
Παρότι ο Πουαρό ανήκει σε μια άλλη εποχή, ο τρόπος σκέψης του παραμένει εξαιρετικά σύγχρονος. Τα σημερινά παιδιά ζουν σε έναν κόσμο γεμάτο γρήγορες πληροφορίες, εικόνες και έτοιμες απαντήσεις. Ο Πουαρό, αντίθετα, τους υπενθυμίζει τη σημασία να επιβραδύνουμε, να εξετάζουμε προσεκτικά τα δεδομένα και να μην παρασυρόμαστε από την πρώτη εντύπωση. Αυτή η ανάγκη είναι ίσως σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ. Η Λένη λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο κλασικό και στο σύγχρονο. Είναι ένα παιδί της σημερινής εποχής που μπορεί, όμως, να εμπνευστεί από έναν κλασικό ήρωα και να μεταφέρει τις αρχές του στη δική της εποχή, στις δικές της εμπειρίες και στα δικά της μυστήρια. Θεωρώ ότι το αποτέλεσμα όταν συνδυάζεται το κλασικό με το σύγχρονο μόνο θετικό μπορεί να είναι.

Πέρα από την αγωνία, την περιπέτεια και κατά συνέπεια την αναγνωστική απόλαυση, θεωρείτε ότι οι ιστορίες μυστηρίου καλλιεργούν στα παιδιά άλλες δεξιότητες όπως πχ η παρατηρητικότητα ή η λογική σκέψη και η κριτική ικανότητα;
Ασφαλώς, παρότι θεωρώ σημαντικό ένα παιδικό βιβλίο να προσφέρει πρώτα απ όλα χαρά και αναγνωστική απόλαυση. Μέσα από μια ιστορία μυστηρίου, όμως, τα παιδιά εξασκούν σχεδόν αυθόρμητα πολλές δεξιότητες. Μαθαίνουν να προσέχουν τις λεπτομέρειες, να συνδέουν διαφορετικές πληροφορίες, να εξετάζουν περισσότερες από μία πιθανές εξηγήσεις και να μην αποδέχονται αμέσως την πρώτη εντύπωση ως αλήθεια. Παράλληλα εξοικειώνονται με την ιδέα ότι μια υπόθεση πρέπει να στηρίζεται σε στοιχεία. Η διάκριση ανάμεσα στη υποψία και στην απόδειξη είναι μια σημαντική μορφή κριτικής σκέψης. Οι ιστορίες μυστηρίου καλλιεργούν επίσης την υπομονή. Η λύση δεν αποκαλύπτεται αμέσως, χτίζεται σταδιακά. Το παιδί μαθαίνει να αντέχει την αβεβαιότητα, να αναθεωρεί τις αρχικές του υποθέσεις και να συνεχίζει την αναζήτηση ακόμη κι όταν έχει οδηγηθεί σε λάθος δρόμο.
Ένα καλό παιδικό βιβλίο μυστήριου πρέπει να κρατά τις ισορροπίες: να προκαλεί μεν τον αναγνώστη χωρίς όμως να τον μπερδεύει. Πόσο απαιτητική είναι αυτή η ισορροπία για έναν συγγραφέα;
Είναι ίσως μία από τις πιο απαιτητικές πλευρές της συγγραφής μιας ιστορίας μυστηρίου. Η αρχιτεκτονική της πλοκής. Το πώς δηλαδή θα συνδυαστούν σωστά τα στοιχεία, οι ύποπτοι, οι παραπλανήσεις, οι ανατροπές. Ο συγγραφέας οφείλει να δώσει στον αναγνώστη όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να μπορέσει να φτάσει στη λύση, χωρίς όμως να την κάνει προφανή. Χρειάζεται επομένως προσεκτικός σχεδιασμός. Κάθε στοιχείο πρέπει να εμφανίζεται την κατάλληλη στιγμή και με τρόπο φυσικό, ώστε ο αναγνώστης να το προσέξει χωρίς να αντιληφθεί αμέσως τη σημασία του. Ταυτόχρονα πρέπει να υπάρχουν παραπλανητικές ενδείξεις, οι οποίες όμως να είναι δίκαιες και λογικές. Ιδιαίτερα στα παιδικά βιβλία, η ιστορία πρέπει να παραμένει κατανοητή και ζωντανή.
Υπάρχουν κι άλλα μυστήρια που θα κληθούν να λύσουν η Λένη με τον Νικόλα στο μέλλον;
Η Λένη και ο Νικόλας είναι δύο παιδιά με μεγάλη περιέργεια και ένα ξεχωριστό ταλέντο να ανακαλύπτουν το παράξενο εκεί όπου οι άλλοι βλέπουν κάτι εντελώς συνηθισμένο. Είναι λοιπόν δύσκολο να πιστέψει κανείς, ότι ο κόσμος γύρω τους θα πάψει ξαφνικά να κρύβει μυστικά. Προς το παρόν, όμως, ας αφήσουμε τους αναγνώστες να ανακαλύψουν τη νέα τους περιπέτεια. Όσο για το τι μπορεί να τους περιμένει στη συνέχεια, τα μυστήρια έχουν έναν δικό τους τρόπο να εμφανίζονται εκεί που κανείς δεν τα περιμένει, κάποτε ακόμη και από το πουθενά…
H σειρά βιβλίων “Μυστήρια για δυο” κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη σε εικονογράφηση Λέλας Στρούτση. Τα βιβλία απευθύνονται σε παιδιά 9+ ετών.


