Πιστεύω πως ένα εικονοβιβλίο, όσο σπουδαίο κι αν είναι, δεν υφίσταται πραγματικά αν δεν περάσει πρώτα από τα μάτια των παιδιών. Η ματιά τους δεν είναι απλώς πολύτιμη· είναι απαραίτητη. Γι’ αυτό και τις σκέψεις μου τις γράφω πάντα αφού έχω διαβάσει τα βιβλία μαζί τους.

Με το Ζωολογικός κήπος χωρίς ζώα της Suzy Lee, το πρώτο βιβλίο της Κορεάτισσας δημιουργού που κυκλοφορεί στα ελληνικά, ένιωσα ίσως για πρώτη φορά τόσο μικρή απέναντι στους συναναγνώστες μου. Πίστευα πως είχα καταλάβει το βιβλίο και πως ήμουν εγώ εκείνη που καθοδηγούσε την ανάγνωση. Μέχρι που άρχισαν να κάνουν τις παρατηρήσεις τους και βρέθηκα να ακολουθώ τη δική τους σκέψη. «Αφού οι μεγάλοι φωτογραφίζουν, σημαίνει ότι κάτι βλέπουν», είπε ένα παιδί. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Οι ενήλικες βλέπουν, αλλά μέσα από έναν φακό. Από εκείνη τη στιγμή άρχισα να ξαναδιαβάζω το βιβλίο.

Σταματούσα, γύριζα πίσω. Άρχισα να βλέπω και τους γονείς -κυρίως τη μητέρα. Το σώμα της, το βλέμμα της, η στάση της αποπνέουν τη σιωπηλή ανία μιας υποχρεωτικής κυριακάτικης εξόδου. Οι περισσότεροι επισκέπτες φωτογραφίζουν, περιμένουν, προσπερνούν. Το παιδί, αντίθετα, δεν επισκέπτεται τον ζωολογικό κήπο· τον μεταμορφώνει με τη φαντασία του. Ίσως γι’ αυτό είναι και το μόνο πρόσωπο που διατηρεί το χρώμα του. Γιατί τα ζώα υπάρχουν μόνο εκεί όπου πραγματικά ανήκουν: ελεύθερα.

Η Suzy Lee δε ζωγραφίζει· «φωτογραφίζει» στιγμές. Οι εικόνες της μοιάζουν με καρέ μιας ιστορίας που ξεκίνησε πριν από αυτές και συνεχίζεται όταν γυρίσουμε τη σελίδα. Ακόμη και οι πιο φαινομενικά στατικές σκηνές κρύβουν κίνηση. Στον κόσμο της Suzy Lee οι εικόνες δεν είναι ουσιαστικά· είναι ρήματα. Ίσως γι’ αυτό έχεις την αίσθηση ότι η ζωή συνεχίζεται έξω από το κάδρο. Είναι, μάλιστα, από τις ελάχιστες φορές που ένα εικονοβιβλίο μού δημιούργησε τόσο έντονα την αίσθηση του ήχου. Στις γκρίζες σελίδες άκουγα έναν βόμβο, σαν οι φωνές να έφταναν μέσα από το νερό. Στα πολύχρωμα δισέλιδα, όμως, άκουγα τα πατήματα των ζώων, τα φτερουγίσματα και το γέλιο του παιδιού. Σπάνια ένα βιβλίο μού έχει γεννήσει τόσο έντονα αυτή την αίσθηση.

Και τότε αναρωτήθηκα τι είναι τελικά αυτό που μπορεί να κάνει μια εικόνα και αδυνατεί να πετύχει η λέξη; Οι εικόνες της δεν εξηγούν· γεννούν ερωτήματα. Δεν οδηγούν σε μια ερμηνεία, αλλά αφήνουν χώρο για πολλές. Σε ένα βιβλίο που στηρίζεται στη λιτότητα –λίγες λέξεις, μεγάλες σιωπές ανάμεσά τους– κάθε λέξη αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Η Χριστίνα Σιδηροπούλου αποδίδει αυτή την οικονομία με απόλυτη φυσικότητα. Η μετάφρασή της ακούγεται σαν να γράφτηκε εξαρχής στα ελληνικά και γνωρίζει πότε να σωπαίνει, αφήνοντας χώρο στην εικόνα να συνεχίσει μόνη της την αφήγηση.

Χωρίς διδακτισμό, το βιβλίο θέτει ερωτήματα για τη σχέση του ανθρώπου με τα άγρια ζώα, για την έννοια της ιδιοκτησίας και για το δικαίωμα κάθε ζωντανού πλάσματος να είναι ελεύθερο. Δεν προσφέρει απαντήσεις. Εμπιστεύεται τον αναγνώστη.* Ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που πίστευα ότι είχα ολοκληρώσει την ανάγνωσή μου, ένιωθα την ανάγκη να επιστρέψω στην αρχή. Το βιβλίο αντιστεκόταν σε κάθε οριστική ερμηνεία.

Το βιβλίο αρχίζει με μια απόδραση. Ένας γορίλας βγαίνει από το κλουβί του και προχωρά προς την απέναντι σελίδα, όπου τον περιμένουν ένα μικρό πιθηκάκι κι ένας ελέφαντας. Είναι σαν η Suzy Lee να ψιθυρίζει στον αναγνώστη: «Βγες κι εσύ από το δικό σου κλουβί. Άφησε τις βεβαιότητές σου. Δες αλλιώς». Έγινε πράγματι αυτή η επίσκεψη στον ζωολογικό κήπο; Είναι μια ανάμνηση; Το όνειρο του παιδιού; Ή μήπως κάποιου από τους γονείς του; Η Suzy Lee δεν ζητά να λύσουμε το αίνιγμα. Μας επιτρέπει να κατοικήσουμε μέσα του.

Το τελευταίο δισέλιδο, αντίθετα, με γέμισε πίκρα. Το ίδιο μικρό πιθηκάκι που περίμενε τον γορίλα στην αρχή για να δραπετεύσουν μαζί, τώρα τον σπρώχνει να επιστρέψει στο κλουβί, από την ίδια τρύπα απ’ όπου είχε βγει. Σαν να του ψιθυρίζει: «Το όνειρο τελείωσε. Επιστροφή στην πραγματικότητα». Έκλεισα το βιβλίο με μια αίσθηση απογοήτευσης. Αναρωτήθηκα πώς είναι δυνατόν ένα τόσο τρυφερό βιβλίο να επιλέγει ένα τόσο σκληρό τέλος. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή που το εξώφυλλο βρέθηκε ξανά μπροστά μου, μου έδειξε ότι είχα διαβάσει λάθος το ίδιο το βιβλίο.

Κάποια στιγμή, ένας μικρός συναναγνώστης είχε παρατηρήσει: «Το κορίτσι έχει χάσει το ένα παπούτσι». Το αναζητήσαμε σε όλες τις σελίδες χωρίς αποτέλεσμα. Είχαμε ανοίξει και κλείσει το βιβλίο αμέτρητες φορές, είχαμε κοιτάξει τα εξώφυλλά του, χωρίς να δούμε ότι το παπούτσι βρισκόταν από την αρχή στα χέρια του γορίλα. Λάφυρο; Παιχνίδι; Ή μήπως η μικρή χαραμάδα που αφήνει η Suzy Lee για να περάσουμε κι εμείς από τον κόσμο της πραγματικότητας στον κόσμο της φαντασίας; Η δημιουργός είχε αρχίσει να αφηγείται την ιστορία της πολύ πριν ανοίξω το βιβλίο και συνέχισε να την αφηγείται ακόμη κι όταν πίστεψα πως την είχα κλείσει. Έχει μετατρέψει ολόκληρο το βιβλίο σε αφηγηματικό χώρο. Εξώφυλλο, εσώφυλλα και οπισθόφυλλο δεν αποτελούν το περίβλημα της ιστορίας· είναι μέρος της. Ίσως γι’ αυτό χρειάστηκαν τόσες αναγνώσεις μέχρι να καταλάβω ότι το κλειδί δεν βρισκόταν -μόνο- μέσα στο βιβλίο, αλλά και έξω από αυτό.

Η τελευταία εικόνα έπαψε να μου φαίνεται οριστικό τέλος. Το όνειρο ίσως να μην είχε τελειώσει. Η δημιουργός είχε αφήσει επίτηδες μια μικρή χαραμάδα ανοιχτή, αρκετή για να περάσει η ελπίδα. Το χαμένο παπούτσι γίνεται το μοναδικό αντικείμενο που ταξιδεύει ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, στο όνειρο και την αλήθεια. Δεν λύνει το αίνιγμα· το κρατά ζωντανό. Και η τελευταία λέξη δεν ανήκει στη δημιουργό· ανήκει στον αναγνώστη.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της Suzy Lee. Δημιούργησε ένα βιβλίο που σε καλεί να επιστρέφεις ξανά και ξανά στις σελίδες του, στα εξώφυλλά του, στις σιωπές του, γνωρίζοντας πως κάθε νέα ανάγνωση δεν θα αποκαλύψει μόνο μια διαφορετική εκδοχή της ιστορίας, αλλά και έναν διαφορετικό αναγνώστη: εσένα.

**”Ο Ζωολογικός κήπος χωρίς ζώα” μου έφερε στον νου δύο βιβλία που συνομιλούν σιωπηλά μαζί του. Στο “Αυτό το ελάφι είναι δικό μου” του Oliver Jeffers (εκδ. Ίκαρος) και στον Μικρό Πρίγκιπα του Saint-Exupéry, η ανθρώπινη ανάγκη να ονομάσουμε κάτι «δικό μας» αποκαλύπτεται ως μια αυταπάτη. Η Suzy Lee δεν το διατυπώνει ποτέ ευθέως. Αφήνει, όμως, την εικόνα να θέσει το ίδιο ερώτημα: μπορεί να ανήκει σε κάποιον ένα πλάσμα που γεννήθηκε για να είναι ελεύθερο;

ΜΟΙΡΑΣΕ ΤΟ

Διαβάστε ακόμα

Είναι όντως “Αδύνατο”;

Το «Αδύνατο» ανήκει σ’ εκείνη την κατηγορία εικονοβιβλίων που αφηγούνται τα πάντα -όχι απλώς μια ιστορία. Με μια ιδέα που

Για να δούμε

Εικονογραφημένη ιστορία ανυπομονούσαμε να διαβάσουμε, εγχειρίδιο χρήσης φωτογραφικών μηχανών μας έδωσαν! Όχι πως περιμέναμε μια συμβατική ιστορία -το αντίθετο!- αλλά