«O ήλιος βασιλεύει» κι η μέρα χάνεται… «Έλα, έλα Αποσπερίτη τώρα που’ χει κοιμηθεί, φέρε μανόλιες τ’ ουρανού σου κι όνειρο τριανταφυλλί».

Πολλές φορές για τα μικρά παιδιά η ώρα του ύπνου ή καλύτερα η μετάβαση από τη δράση και το μαζί στο κρεβάτι και το μόνος είναι δύσκολη. Πολλά παιδιά αντιστέκονται και δε θέλουν να κοιμηθούν. Βρίσκουν δικαιολογίες και αναβάλλουν τη στιγμή που θα ξαπλώσουν και θα κλείσουν τα μάτια. Αυτό κάνει κι η Μικρή Αρκούδα στο βιβλίο «Καληνύχτα σε όλους» σε κείμενο και εικονογράφηση Chris Haughton και σε μετάφραση του Αντώνη Παπαθεοδούλου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κόκκινο. «Εγώ δε νυστάζω» ανακοινώνει στη μαμά της κι αρχίζει να ρωτάει όλα τα μικρά ζώα στο δάσος εάν θέλουν να παίξουν μαζί της. Αλλά όλα νυστάζουν. Τα ποντικάκια, οι λαγοί, τα ελάφια θέλουν να κοιμηθούν.

Σελίδα-σελίδα βλέπουμε τους μικρούς νυσταγμένους του δάσους. Τεντώνονται και χασμουριούνται. Και γύρω τους τα χρώματα του δειλινού δημιουργούν μια μαγική ατμόσφαιρα χαλαρότητας. Όλοι έχουν κουρνιάσει στη γωνιά τους. Η μέρα έχει τελειώσει. Κι η Μικρή Αρκούδα από τη μια στιγμή στην άλλη κοιμάται τελικά αποκαμωμένη στην αγκαλιά της μαμάς της.

Αλήθεια, γιατί η πρώτη φράση του βιβλίου ξεκινά με μικρό γράμμα κι όχι με κεφαλαίο; Πώς θα το διαβάσουμε αυτό; Τι καταδεικνύει; Μήπως η διαδρομή της Μικρής Αρκούδας προς τον ύπνο έχει ήδη ξεκινήσει ή καλύτερα η διαδρομή του ύπνου στο δάσος έχει ξεκινήσει πριν την πρώτη εικόνα του βιβλίου;

Το «Καληνύχτα σε όλους» λειτουργεί όπως ένα νανούρισμα. Οδηγεί αργά και με τέχνη την Μικρή Αρκούδα και μαζί και τον μικρό αναγνώστη στην αγκαλιά του Μορφέα. Αυτό που θυμάμαι από την εποχή που τα παιδιά μου ήταν μικρά και τους διάβαζα ή έφτιαχνα ιστορίες απ’ το μυαλό μου για να κοιμηθούν ήταν πως σχεδόν πάντα κοιμόμουν πριν από αυτά… Οι ιστορίες μου είχαν πολλά τεντώματα και χασμουρητά… Ίσως γιατί ήμουν πολύ κουρασμένη ή γιατί ήθελα να υποβάλλω τα παιδιά στην ανάγκη του ύπνου. Αυτό το στοιχείο της υποβολής είναι κυρίαρχο σε όλες τις εικόνες του βιβλίου του Chris Haugton, και πιστεύω πως εάν είχε εκδοθεί δέκα χρόνια πριν θα ήταν το αγαπημένο μου βιβλίο Καληνύχτας!