Ευτυχία είναι…

Συγγραφέας: Ευτυχία Βαρσαμή
Εικονογράφος: Φωτεινή Τίκκου
Εκδόσεις: Ψυχογιός
Χρονιά έκδοσης: 2024
Ηλικίες: 5+

Τι είναι η ευτυχία και πότε νιώθεις τη χαρά; Τι είναι αυτό που σου προκαλεί αυτό το υπέροχο συναίσθημα; Μήπως όταν ενώ εσύ – ο εκάστοτε μικρός πρωταγωνιστής του βιβλίου – πας για ύπνο, ακούς τη μαμά σου που κάνει μπάνιο; Μήπως όταν βλέπεις με τον μπαμπά σου την αγαπημένη του σειρά στην τηλεόραση και χαίρεσαι με τη χαρά του αν και δεν καταλαβαίνεις και πολλά, ή όταν οι γονείς σου μιλούν μεταξύ τους αλλά και πάλι δεν καταλαβαίνεις τι λένε; Η μήπως όταν συνοδεύεις τη μαμά σου στα ψώνια, στο γυμναστήριο ή στο κομμωτήριο;

Πού κρύβεται αλήθεια η χαρά ενός μικρού παιδιού; Και γιατί πρέπει να ετεροκαθορίζεται το παιδί από τις πράξεις των μεγάλων για να νιώσει αυτό το υπέροχο συναίσθημα; Διαβάζοντας το βιβλίο “Ευτυχία είναι…” από τις πρώτες κιόλας προτάσεις προσπαθούσα να καταλάβω γιατί ένα παιδί 5 ετών (ηλικία στην οποία απευθύνεται το βιβλίο) να έχει τόσο μεγάλη ανάγκη να προσδιορίσει την ευτυχία του μέσα από τις συνθήκες που επικρατούν γύρω του και από τα συναισθήματα και τη διάθεση των σημαντικών για αυτά ενηλίκων; Γιατί το ίδιο θα πρέπει να είναι χαρούμενο όταν οι άλλοι γύρω του κάνουν κάτι που τους ευχαριστεί; Το ίδιο δεν μπορεί να αντλήσει χαρά από τις δικές του προτιμήσεις ή τις δικές του επιλογές και ενέργειες; Κάθε πράξη που αναφέρεται στο βιβλίο είναι μια πράξη που κάνει ο ενήλικας και το αποτέλεσμα αυτής επιστρέφει σε αυτόν, ενώ φαίνεται να αφήνει τον εκάστοτε μικρό πρωταγωνιστή στον ρόλο του απλού παρατηρητή και δέκτη του θετικού συναισθήματος. Το παιδί δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας όπως θα όφειλε σε ένα παιδικό βιβλίο, αλλά μένει κρυμμένο στο παρασκήνιο. Μόνο δύο σαλόνια σε ολόκληρο το βιβλίο αποκαλύπτουν την ουσιαστική χαρά που αντλεί το παιδί από τις πράξεις των γονιών του: σε αυτό που το κορίτσι χαίρεται που ο μπαμπάς της γελάει με τα αστεία της και στο τελευταίο που εικονοποιείται και αναφέρεται η υπερδιέγερση που μπορεί να νιώθουν κάποια παιδιά πριν από ένα γεγονός και που στη συγκεκριμένη περίπτωση λειτουργεί ως καθρέφτης των συναισθημάτων του.

Αν και η εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου είναι εξαιρετικά φροντισμένη, παιδικότροπη και άκρως συμπεριληπτική (βλέπουμε μαύρους χαρακτήρες, άτομα με αναπηρίες, διαφορετικά είδη οικογενειών, αλλά και άτομα διαφορετικών θρησκειών), δυστυχώς η ιστορία αφήνει πολλά ερωτηματικά στο παιδί – αναγνώστη. Γιατί πολύ απλά, ο αναγνώστης στον οποίο απευθύνεται το βιβλίο αυτό δεν είναι τα παιδιά, αλλά οι γονείς τους και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και από το σημείωμα της συγγραφέα – ψυχοπαιδαγωγού στο τέλος του βιβλίου, που μιλά στους γονείς για την αυτοφροντίδα και το πώς πρέπει οι ενήλικες να κοιτάξουν τον εαυτό τους και να τον φροντίζουν χωρίς τύψεις. Και μπορεί η αυτοφροντίδα να είναι μια διαδικασία άκρως απαραίτητη σε οποιονδήποτε ενήλικα έχει αναλάβει τον ρόλο του γονέα ή του φροντιστή και ο χρόνος που αφιερώνει στον εαυτό του πρέπει να γίνεται αντιληπτός και από το παιδί ως μια μορφή αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου προς όφελος του ενήλικα, σε καμία περίπτωση όμως δεν θα πρέπει αυτή η αυτοφροντίδα του ενήλικα και ο τρόπος που αντλεί ευχαρίστηση και χαρά να ετεροκαθορίζει το μικρό παιδί.

ΜΟΙΡΑΣΕ ΤΟ

Ευχαριστώ

Ένα μικρό αγόρι κάνει κάτι διαφορετικό σε κάθε σελίδα: περπατά, ποδηλατεί, κάθεται, είναι με φίλους, τη γάτα του, στο μπάνιο, στο παράθυρο … και σε όλες τις στιγμές του έχει ένα ‘ευχαριστώ’ να πει: σε ζώα, φυτά, πράγματα, ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό! 

Τα ήσυχα βράδια

Η θεματολογία του βιβλίου αυτού περιστρέφεται γύρω από τη νύχτα και απ’ ό,τι συμβαίνει ‘στα σκοτεινά’. Σε τι οφείλεται η ύπαρξη της νύχτας, τι συμβαίνει στο σκοτεινό ουρανό, πως λειτουργεί ο ύπνος, γιατί το μαύρο κυριαρχεί στην όραση του ανθρώπου το βράδυ, ποια η σχέση των ζώων και κάποιων φυτών με τη νύχτα; Αυτές και πολλές άλλες ερωτήσεις που τυχόν έχουμε μεγάλοι και μικροί γύρω από τα λιγότερο φανερά και γνωστά ‘καμώματα της ημέρας’, απαντώνται μέσα σε 19 δισέλιδα.

Ο κύριος Γεμάτος και ο κύριος Αδειανός

Η Christina Bellemo με το απλό, μα βαθιά φιλοσοφικό, κείμενο της κατορθώνει από τις πρώτες μόλις σελίδες του βιβλίου να ανακινήσει τα έντονα, αλλά και τα πιο οικεία συναισθήματα. Με ρήματα όπως «νιώθω», «χρειάζομαι», «φοβάμαι», «συγκινούμαι», που φανερώνουν αμέσως τη συναισθηματική κατάσταση των δύο ηρώων, πετυχαίνει την ταύτιση των αναγνωστών/ριών και παράλληλα τους δίνει τη δυνατότητα να αναστοχαστούν τις έννοιες της συνύπαρξης, της συνδιαλλαγής και της συμπόρευσης.