
“5” θα πει τα πέντε πιο αγαπημένα βιβλία ενός εικονογράφου. Κάθε μήνα ένας Έλληνας ή μία Ελληνίδα δημιουργός επιλέγει και παρουσιάζει πέντε εικονογραφημένα βιβλία – ελληνικά ή ξένα, καινούρια ή παλιότερα, για παιδιά ή ενήλικες. Μέσα από αυτές τις επιλογές και τα μικρά κείμενα που συνοδεύουν τα βιβλία – ένα είδος λεζάντας – παίρνουμε μια μικρή γεύση από τις αναγνωστικές προτιμήσεις των καλλιτεχνών, τα βιβλία των οποίων έχουμε στα σπίτια μας και ξεφυλλίζουμε σχεδόν καθημερινά με ή χωρίς τα παιδιά μας. Μας δίνουν με αυτόν τον τρόπο μια ιδέα από τις επιρροές τους, τους καλλιτέχνες που θαυμάζουν και τα έργα που αγαπούν να έχουν στη βιβλιοθήκη τους. Παράλληλα, μέσα από τις επιλογές αυτές γνωρίζουμε βιβλία και δημιουργούς που ίσως να μην είχαμε συναντήσει ως τώρα. Ένα ταχύρυθμο μάθημα εικαστικών, μια εισαγωγή στον υπέροχο κόσμο της εικονογράφησης, που μόνο οι ίδιοι οι εικονογράφοι μπορούν να προσφέρουν.
Επιμέλεια στήλης: Ζωή Κοσκινίδου
Η Ευτυχία Ηλιάδου μεγάλωσε στη Χρυσούπολη, Καβάλας. Σπούδασε Πληροφορική στο ΑΠΘ, αλλά πάντα ήθελε να ασχοληθεί με το σχέδιο, γι’ αυτό και συνέχισε τις σπουδές με τις Γραφικές Τέχνες και Πολυμέσα στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Δούλεψε πολλά χρόνια σε ιδιωτικό σχολείο της Θεσσαλονίκης, αλλά μια μέρα αποφάσισε να φύγει για τις Κυκλάδες, όπου και συνεργάστηκε ως freelancer γραφίστρια και εικονογράφος με πολλές εταιρείες. Άρχισαν να την αποκαλούν suricata και παράλληλα δημιούργησε τα δικά της βιβλία. Ζει μόνιμα στη Σύρο, έχει δυο μικρά παιδιά, έναν μαύρο σκύλο και έχει εικονογραφήσει παιδικά βιβλία και εξώφυλλα για διάφορους εκδοτικούς οίκους. Τώρα, εργάζεται εξ αποστάσεως ως εικονογράφος για την Netcompany-Intrasoft και είναι υπεύθυνη των storyboards. Έχει κερδίσει έπαινο και βραβείο ΕΒΓΕ για δύο από τα εξώφυλλα που δημιούργησε για τις εκδόσεις Oposito, ενώ το βιβλίο της «ο Ακροβάτης και οι άλλοι» από εκδόσεις Μάρτης βρέθηκε στη βραχείες λίστες Κρατικών Βραβείων Παιδικού Βιβλίου 2020 και Αναγνώστη 2020. Το 2025 οι διοργανωτές των ΕΒΓΕ την τίμησαν επιλέγοντας την ως πρόεδρο της κριτικής επιτροπής εικονογράφησης. Εκεί είχε την ευκαιρία να αξιολογήσει και να βραβεύσει εξαιρετικά έργα μαζί με ταλαντούχους εικονογράφους.

Χάθηκα – Chris Haughton, Εκδόσεις Κόκκινο, 2014.
Το βιβλίο που ξεχωρίζω και βάζω άμεσα στη λίστα μου με τα 5 αγαπημένα μου βιβλία είναι το «Χάθηκα» του Chris Haughton. Ο Haughton δουλεύει αρχικά με κομμένα χαρτιά, τα οποία στη συνέχεια σκανάρει και επεξεργάζεται ψηφιακά, διατηρώντας όμως σκόπιμα την αίσθηση του χειροποίητου και την παιδική ατέλεια του σχεδίου. Η απλότητα της φόρμας, τα επίπεδα χρώματα και οι ακανόνιστες γραμμές δημιουργούν εικόνες καθαρές και αυθόρμητες. Το σχέδιο της αξιαγάπητης μικρής κουκουβάγιας με τα μεγάλα μάτια, που έχει χάσει τη μαμά της, συμπληρώνεται από τον αστείο σκίουρο, ο οποίος, στην προσπάθειά του να τη βοηθήσει, κάνει διαρκώς λάθος προτάσεις για το ποια μπορεί να είναι η μαμά της. Η κωμικότητα και η συγκίνηση που αναδύονται μέσα από αυτή τη λιτή αφήγηση ήταν ο λόγος που το επέλεξα ως ένα από τα πρώτα βιβλία που διάβαζα ξανά και ξανά στα μωρά μου, όταν ήταν μόλις λίγων μηνών.

Where’s Spot? – Eric Hill, Εκδόσεις Frederick Warne, 1980.
Μια από τις επόμενες επιλογές μου είναι το βιβλίο «Πού είναι ο Σποτ;» του Eric Hill και γενικότερα όλη η σειρά βιβλίων που ακολούθησε με κεντρικό ήρωα τον Σποτ. Είχα το βιβλίο όταν ήμουν πολύ μικρή και για μένα ήταν σχεδόν μαγικό το γεγονός ότι μπορούσα να σηκώνω τα εκτυπωμένα χαρτάκια/αντικείμενα και να ανακαλύπτω ποιος ή τι κρυβόταν από κάτω. Η εικονογράφηση είναι καθαρή, απλή και όμορφα παιδική, με φωτεινά χρώματα, ενώ ο κεντρικός χαρακτήρας είναι εξαιρετικά γλυκός και οικείος.

Ο γάτος και το πουλί / Αριστείδης και Αριστοτέλης – Alex Cousseau & Eva Offredo, Εκδόσεις Διάπλαση, 2022.
Η επόμενη επιλογή μου «Ο γάτος και το πουλί / Αριστείδης και Αριστοτέλης» των Alex Cousseau & Eva Offredo συνδυάζει την ενήλικη πλευρά μου με την παιδικότητά μου, γι’ αυτό και συγκαταλέγεται στα αγαπημένα μου βιβλία. Το θαυμάζω τόσο για το κείμενό του όσο και για την εικονογράφησή του. Ο γάτος αφηγείται τη ζωή του με την Ευλαλία, η οποία καρτερικά περιμένει την επιστροφή του αγαπημένου της, ενώ το πουλί αφηγείται τη δική του ζωή δίπλα σε έναν μοναχικό άντρα, τον Ευστάθιο. Το κόκκινο και το μπλε είναι τα κυρίαρχα χρώματα, με το μαύρο και το άσπρο να συμπληρώνουν την εικονογράφηση. Έντονες γραμμές, μοτίβα και γεωμετρικές φόρμες συνθέτουν εικόνες εντυπωσιακές τόσο ως προς τη λεπτομέρεια όσο και ως προς τη θεματολογία. Πρόκειται για ένα ποιητικό διήγημα γεμάτο συμβολισμούς και συναίσθημα.

Μια κάμπια πολύ πεινασμένη – Eric Carle, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, 1969
Ένα ακόμη πολύ αγαπημένο μου βιβλίο είναι «Μια κάμπια πολύ πεινασμένη» του Eric Carle. Πρωτοπόρος στον τρόπο που δημιούργησε τα εικονογραφημένα του βιβλία, κατάφερε να συνδυάσει απλές ιστορίες με ευρηματικές εικαστικές ιδέες. Η χαρακτηριστική του τεχνική βασίζεται στο κολάζ, με χειροποίητα, ζωγραφισμένα χαρτιά, έντονες πινελιές, πλούσιες υφές και φωτεινά χρώματα, που συνθέτουν έναν ζωντανό και άμεσα αναγνωρίσιμο παιδικό εικαστικό κόσμο. Στο βιβλίο «Μια κάμπια πολύ πεινασμένη», κάθε φορά θαυμάζω την ιδέα του να τρυπήσει το χαρτί, μετατρέποντας τις τρύπες στα ίχνη που αφήνει η κάμπια καθώς τρώει, καθώς και τον ευρηματικό τρόπο με τον οποίο παίζει με τους αριθμούς των φρούτων και το διαφορετικό μέγεθος των σελίδων. Τόσο απλό, όμορφο, παιδικό και έξυπνο ταυτόχρονα.

Φάουστο – Oliver Jeffers, Εκδόσεις Ίκαρος, 2020.
Ο «Φάουστο» είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο του Oliver Jeffers, ο οποίος, όπως και στα περισσότερα έργα του, καταπιάνεται με ένα ιδιαίτερο θέμα και το αποδίδει με έναν μοναδικό και αλληγορικό τρόπο. Το βιβλίο πραγματεύεται την ανθρώπινη αλαζονεία. Ο Φάουστο είναι ένας χαρακτήρας που πιστεύει πως τα πάντα του ανήκουν. Αυτή η ακραία πεποίθηση τον οδηγεί τελικά στην τιμωρία του, μια ηθική υπενθύμιση για τα όρια του ανθρώπου. Το βιβλίο είναι εικονογραφημένο με την τεχνική της λιθογραφίας, γεγονός που διαφοροποιεί το χαρακτηριστικό στυλ του Jeffers σε σχέση με τα προηγούμενα έργα του. Η εικονογράφηση είναι πιο λιτή, συχνά περιορίζεται σε μια απλή γραμμή, ενώ τα neon ροζ και κίτρινα χρώματα ξεχωρίζουν. Οι σχεδόν άδειες σελίδες λειτουργούν ως σιωπές που βαραίνουν την αφήγηση και, σε συνδυασμό με τη μεγάλη και έντονη τυπογραφία, ενισχύουν την ένταση και τη σημασία της ιστορίας.

























