Έλλη Πεταλά – Στέλλα Δημητρακοπούλου

Σε μια εποχή όπου η έννοια του «σπιτιού» δοκιμάζεται και επαναπροσδιορίζεται, ένα εικονοβιβλίο έρχεται να μας θυμίσει πως τα σπίτια δεν είναι μόνο τοίχοι και στέγες, αλλά μνήμες, άνθρωποι, συναισθήματα και ολόκληροι μικρόκοσμοι που κουβαλάμε μέσα μας. Από τα μυρμήγκια στο μπαλκόνι μέχρι την απεραντοσύνη του σύμπαντος, τα «Σπίτια» της Ελλης Πεταλά και της Στέλλας Δημητρακοπούλου, συνθέτουν μια τρυφερή, πολυεπίπεδη αφήγηση για το ανήκειν, την ασφάλεια και τη βαθιά ανάγκη μας να νιώθουμε οικεία, με τον χώρο, με τους άλλους και με τον ίδιο μας τον εαυτό. Οι δύο δημιουργοί μιλούν για τη συγκίνηση της δημιουργίας, τη δύναμη της εικόνας και το «μαγικό σπίτι» που τελικά κατοικεί μέσα σε όλους μας.

Το βιβλίο μιλά για πολλά διαφορετικά «σπίτια». Υπάρχει κάποιο που σας συγκίνησε περισσότερο κατά τη δημιουργία του;
Eλλη Πεταλά: Η πόλη ίσως είναι η πιο συγκινητική για εμένα, γιατί αγαπώ πολύ την πόλη μου, τη Θεσσαλονίκη. Κατά την περίοδο της καραντίνας, που γράφτηκε το κείμενο, είδαμε μία άλλη όψη της, πιο «σπιτίσια». Κυκλοφορούσαν ελάχιστα αυτοκίνητα κι έτσι κάναμε βόλτες με τα πόδια σε κεντρικούς δρόμους, μαζευόμασταν για πικ-νικ στα άλση και στην παραλία της Περαίας, τα πάρτι μας τα κάναμε στα πάρκα, για πρώτη φορά κάναμε Ανάσταση στο μπαλκόνι και μιλήσαμε, επίσης για πρώτη φορά, με γείτονες που δεν γνωρίζαμε. Και το ακορντεόν που «ακούγεται» σε αυτή την αφήγηση, είναι από τον πλανόδιο μουσικό της γειτονιάς μου, που συνεχίζει κάπου-κάπου να περνάει.

Στέλλα Δημητρακοπούλου: Η δημιουργία ενός βιβλίου με τόσο μεταφορικό κείμενο σε οδηγεί αναπόφευκτα στα δικά σου βιώματα και συναισθήματα. Σε κάνει να ταξιδεύεις στον χρόνο, να ανασύρεις αναμνήσεις, να χτίζεις εικόνες και να έρχεσαι ξανά σε επαφή με όσα έχεις νιώσει. Όλη αυτή η διαδικασία ήταν για μένα βαθιά συγκινητική και έντονα προσωπική. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο «σπίτι» περισσότερο από τα άλλα. Το καθένα ανέσυρε διαφορετικές συγκινήσεις και λειτούργησε με τον δικό του, μοναδικό τρόπο. Αυτό είναι και το «μαγικό σπίτι» του καθενός μας: όλα όσα κουβαλάμε μέσα μας. Αυτή την ιδέα ήθελα να αποτυπώσω και στο εξώφυλλο, με τον σπιτάνθρωπο, ότι τελικά όλα είμαστε εμείς. Τα σπίτια δεν είναι μόνο χώροι· είναι βιώματα, συναισθήματα και ιστορίες, όπως ακριβώς και οι άνθρωποι που τα κατοικούν.

Τι σημαίνει για εσάς «σπίτι»;
Ε.Π. Για εμένα σπίτι είναι ασφάλεια, με όλες τις έννοιες. Είναι κάπου που επιστρέφεις μετά από κάτι δύσκολο, αλλά και για να εμπεδώσεις τις αναμνήσεις από κάτι όμορφο. Είναι σίγουρα μυρωδιές, αλλά και αντικείμενα, όπως τα σεντόνια μας, τα βιβλία μας δίπλα στο κομοδίνο, τα οικογενειακά κειμήλια, το φως με τον τρόπο που μπαίνει στην κάθε του γωνιά. Την ασφάλεια βέβαια σε ένα σπίτι τη διαμορφώνουν οι άνθρωποί του, μαζί με τις φωνές τους, τα κλειδιά του καθενός στην πόρτα, τις μουσικές που αρέσουν στον καθένα. Είναι όλα αυτά που κάνουμε μαζί εκεί μέσα, αλλά και μόνοι μας.

Σ.Δ. Για μένα «σπίτι» σημαίνει να μπορείς να είσαι ο εαυτός σου και να νιώθεις καλά με αυτό. Είναι όλα τα συναισθήματα τα φωτεινά και τα σκοτεινά και κυρίως η αγκαλιά όλων αυτών των συναισθημάτων, χωρίς φόβο και χωρίς κρίση. Είναι η απόλυτη ελευθερία του καθενός μέσα στον δικό του εσωτερικό χώρο.

Σε έναν κόσμο όπου η έννοια του σπιτιού συχνά δοκιμάζεται, τι πιστεύετε ότι μπορεί να προσφέρει αυτό το βιβλίο στους μικρούς, αλλά και στους μεγάλους σε ηλικία αναγνώστες;
Ε.Π. Αυτό που θα ήθελα να προσφέρει είναι μια νέα ματιά σε αυτά που έχουμε. Να εκτιμήσουμε κάποια πράγματα, να τα δούμε λίγο πιο σφαιρικά, να στοχαστούμε πάνω σε δεδομένα. Υπάρχει το άδειο σπίτι, που έχει όμως μία πολύ δραστήρια ομάδα, υπάρχει το σπίτι των μυστικών, υπάρχει το σπίτι του μοναχικού σαλιγκαριού. Θα ήθελα να βρει καθένας κάτι κοινό με το δικό του σπίτι και αν δεν βρίσκει τίποτα που να τον/την παρηγορεί, να τολμήσει να το αναζητήσει.

Σ.Δ. Θα έλεγα την κατανόηση του τι σημαίνει «σπίτι» σε όλες του τις μορφές, τόσο τις μεταφορικές όσο και τις πραγματικές. Να προσκαλέσει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί: για τους ανθρώπους που δεν έχουν σπίτι, για τον πρόσφυγα, αλλά και για το μικρό μυρμήγκι που παλεύει να χτίσει το δικό του. Για το σαλιγκάρι που ζει μόνο του και κουβαλά το σπίτι του παντού, και όσα συνεπάγεται το να είσαι μόνος μέσα σε ένα σπίτι. Το βιβλίο αγγίζει την έννοια του σπιτιού των συναισθημάτων, του ανήκειν αλλά και της ανάγκης για διάλογο, της δημιουργικής σκέψης και του να αναρωτιέσαι ακόμη και για όσα θεωρούμε αυτονόητα. Μας υπενθυμίζει τη σημασία του να μη σταματάμε να ονειρευόμαστε, να σηκώνουμε το βλέμμα προς τα αστέρια. Τελικά, αυτό που επιδιώκει είναι να φέρει τον αναγνώστη πιο κοντά στην καρδιά του· κοντά στην παρατήρηση, από το πιο μικρό μυρμήγκι μέχρι την αλυσίδα της ζωής και τον χρόνο που κυλά. Να μας βοηθήσει να νιώσουμε ότι συμμετέχουμε, χωρίς να είμαστε βάρος. Ότι το σπίτι μας μπορεί να υπάρχει μέσα στην ψυχή μας και πως μπορούμε να το προσφέρουμε απλόχερα, πρώτα στον εαυτό μας και ύστερα στους γύρω μας.

Η ιδέα να ξεκινήσει η αφήγηση από τον μικρόκοσμο των μυρμηγκιών, κ. Πεταλά, και να φτάσει ως την απεραντοσύνη του σύμπαντος υπήρχε από την αρχή ή προέκυψε στην πορεία της δημιουργίας του βιβλίου;
Ήθελα να γράψω για τα διάφορα σπίτια που υπάρχουν μέσα στα δικά μας γενικά και σίγουρα να μιλήσω για την αίσθηση του κοινού μας σπιτιού, της πόλης. Πριν αρχίσω λοιπόν να γράφω, είχα αποφασίσει πως θα ξεκινήσω από κάποιο μικρό για να καταλήξω στη μεγάλη πόλη, που τελικά με πήγε στο σύμπαν. Και επειδή λατρεύω τα μυρμήγκια και τα παρατηρώ πολύ συχνά στο μπαλκόνι μου, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μην ξεκινήσω από αυτά.

Πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι, κ. Δημητρακοπούλου, να μετατρέπετε σε εικόνες τις σκέψεις ενός άλλου δημιουργού; Υπάρχει κάποιο μυστικό σε αυτή τη διαδικασία; Και με ποιον τρόπο οι σπουδές σας στη γραφιστική έχουν επηρεάσει την εικονογραφική σας δουλειά;
Αισθάνομαι πραγματικά τυχερή και βαθιά ευγνώμων για όλη τη διαδικασία αυτής της συνεργασίας, τόσο για την ίδια την εικονογράφηση όσο και για τον χρόνο που μου δόθηκε απλόχερα από την εκδότρια και τη συγγραφέα. Πιστεύω ότι είναι μεγάλη επιτυχία του εκδότη να προτείνει ένα κείμενο στον κατάλληλο εικονογράφο, σε κάποιον δηλαδή του οποίου το ύφος μπορεί να συνομιλήσει ουσιαστικά με το περιεχόμενο. Από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, το κείμενο με συγκίνησε και μου μίλησε σε πολλά επίπεδα. Ίσως γιατί η έννοια του «σπιτιού» λειτουργούσε ανέκαθεν για μένα τόσο μεταφορικά όσο και κυριολεκτικά. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου υπήρχαν αρχιτέκτονες στην οικογένειά μου, κάτι που με έφερε από νωρίς σε επαφή με τον χώρο και τη δομή. Παράλληλα, πάντα αγαπούσα τα σπίτια στα οποία κατοικούσα και ένιωθα την ανάγκη να τα «φτιάχνω» με τα χέρια μου, να τα μετατρέπω σε πραγματικά σπίτια.

Δεν δυσκολεύτηκα τόσο στο να αποδώσω εικαστικά το κείμενο, όσο στο να διαχειριστώ το συναισθηματικό βάθος που αυτό μου γεννούσε. Καθώς το διάβαζα, ζωντάνεψαν μνήμες και βιώματα που με απορροφήσαν και με οδηγούσαν φυσικά στη δημιουργία των εικόνων. Οι σπουδές μου, τόσο στη γραφιστική όσο και στη θεατρολογία, με έχουν επηρεάσει καθοριστικά. Με βοηθούν να προσεγγίζω την εικόνα σφαιρικά, ως αφήγηση, ως σκηνή, ως φορέα πολλαπλών νοημάτων. Η γραφιστική, ως εφαρμοσμένη τέχνη, λειτουργεί πολύ υποστηρικτικά στην κατανόηση του χρώματος, της απόδοσής του στο χαρτί, της τυπογραφίας και της τελικής εκτύπωσης του βιβλίου. Η εικόνα ξεκινά συχνά στο χέρι, αλλά ολοκληρώνεται ψηφιακά, ώστε να μπορέσει να γίνει βιβλίο και να τυπωθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Ποιος είναι ο ρόλος του εξωφύλλου, της ταπετσαρίας και του μεγέθους του βιβλίου στην ανάγνωση του εικονοβιβλίου, κ. Δημητρακοπούλου;
Για μένα κάθε εικονοβιβλίο είναι ένα ταξίδι και η εκκίνησή του γίνεται πριν καν αρχίσει το κείμενο, από το εξώφυλλο. Δεν το αντιμετωπίζω ποτέ ως ένα διακοσμητικό στοιχείο για να φιλοξενήσει τον τίτλο. Υπάρχει σκέψη, κίνηση και αφήγηση ήδη από τη στιγμή που το βλέπεις και από την ίδια τη χειρονομία του ανοίγματος του βιβλίου. Εκεί στέκομαι και σκέφτομαι τη διαδρομή της ιστορίας πριν καν ειπωθεί με λόγια.

Ο εικονογράφος έχει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Το εξώφυλλο χρειάζεται να έχει «stopping power», να σε κερδίσει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και να σε προσκαλέσει να μπεις στον κόσμο του βιβλίου. Σε αυτό το βιβλίο ξεκινάμε με τον σπιτάνθρωπο, έναν ήρωα του οποίου το σώμα είναι το ίδιο το σπίτι. Το κόκκινο-φούξια σπίτι λειτουργεί ως βασικό χρωματικό σημείο αναφοράς σε όλο το βιβλίο, ενώ το ίδιο το σχέδιό του είναι σκόπιμα απλό και άμεσο, σχεδόν όπως θα το ζωγράφιζε ένα παιδί. Ξεκινάμε λοιπόν από τον άνθρωπο, που είμαστε εμείς. Από εκεί περνάμε στα πουλιά που φέρνουν τη μέρα κρατώντας τον ήλιο και μας συνοδεύουν στο ταξίδι της ανάγνωσης.

Οι ταπετσαρίες (φόδρες) δεν είναι ποτέ διακοσμητικές. Πάντα αφηγούνται, πάντα σημαίνουν κάτι και κουβαλούν πολλαπλά μηνύματα. Εδώ μιλούν για τη μέρα και τον χρόνο, ίσως για την άνοιξη, για το ταξίδι, για το παράξενο και το ονειρικό, άλλωστε τέτοια πουλιά δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα. Στις τελευταίες φόδρες βλέπουμε ένα μόνο πουλί, εκείνο που εμφανιζόταν τελευταίο στο σμήνος στην αρχή, να φεύγει προς τον ουρανό των αστεριών. Έχει πια νυχτώσει και ο αφηγητής απευθύνεται άμεσα σε αυτόν που διαβάζει, προσκαλώντας τον να ονειρευτεί.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ίδιο το σχήμα και το μέγεθος του βιβλίου. Θεωρώ σημαντικό να μπορεί να αποθηκευτεί εύκολα, να χωρά σε μια τσάντα και να ταξιδεύει χωρίς δυσκολία. Να μπορεί το παιδί να το πιάσει άνετα, να το μεταφέρει μόνο του, να το ανοίγει και να το διαβάζει χωρίς κόπο. Το εικονοβιβλίο είναι ένα αντικείμενο που πρέπει να ανήκει στο παιδί, να το συνοδεύει και να γίνεται μέρος της καθημερινότητάς του. Όλα στο βιβλίο ακολουθούν μια κυκλική πορεία, την έννοια της αρχής και του τέλους. Το μέγεθος, το εξώφυλλο, οι φόδρες και οι εικόνες λειτουργούν μαζί, ώστε η ανάγνωση να μην είναι απλώς μια αφήγηση.

Η νέα σας συγγραφική δουλειά, κ. Πεταλά, έρχεται αρκετά χρόνια μετά την προηγούμενη και είναι πολύ διαφορετική ως προς την αφηγηματική της φόρμα. Το να γράψετε πιο αφαιρετικά αποτέλεσε πρόκληση για εσάς; Τελικά πιο εύκολο ή πιο δύσκολο; Το θεωρείτε εξέλιξη για έναν δημιουργό; Και γιατί επιλέξατε αυτή τη φόρμα για το συγκεκριμένο βιβλίο;
Η φόρμα σε αυτό το βιβλίο νομίζω έχει κάτι από το πρώτο, το «Ήταν κάποτε ένα όνειρο» με την έννοια, των πολλών, παράλληλων ιστοριών. Από το δεύτερο βιβλίο, «Τα ασημένια παπούτσια» διαφέρει πολύ, πιθανόν γιατί συγγραφικά προηγήθηκε του πρώτου εκδοτικά. Ίσως να σας μπερδεύω. Αυτό που θέλω να πω είναι πως πρώτα έγραψα «Τα ασημένια παπούτσια», αρκετά μετά το «Ήταν κάποτε ένα όνειρο» και τελευταία τα «Σπίτια». Τώρα για το αν υπάρχει κάποια εξέλιξη, δεν μπορώ να το κρίνω εγώ. Ουσιαστικά νομίζω το στυλ μου είναι οι παράλληλες ιστορίες. Μου αρέσει στα βιβλία μου να υπάρχουν πολλές ιστορίες, άλλη στο εξώφυλλο, άλλη στα εσώφυλλα, άλλες στην εικονογράφηση και, όταν το επιτρέπει το θέμα, πολλές μικρές στην αφήγηση, χωρίς απαραίτητα να λέγονται. Στα «Σπίτια» η Στέλλα, με τις εικόνες της, μου χάρισε όλα όσα ονειρευόμουν για αυτό το βιβλίο και πολλά περισσότερα. Και από τους άλλους εικονογράφους, τη Φωτεινή Τίκκου και τον Χρήστο Κούρτογλου, φυσικά δεν έχω κανένα παράπονο, κάθε άλλο.

Τώρα ως προς την αφήγηση, θέλω πολύ να είναι αφαιρετική, αλλά κάποιες φορές, όταν στέλνω ένα κείμενο προς έγκριση, έχω τη λάθος σκέψη πως πρέπει να τα ξεδιαλύνω όλα, περιγράφοντας και τις εικόνες, που ξέρω πολύ καλά πως είναι περιττό. Μετά συνδέομαι με όσα έχω γράψει και δυσκολεύομαι να τα αποχωριστώ. Σε αυτό το σημείο για τα «Σπίτια», ήρθε η Μαριάννα Ψύχαλου. Σβήσαμε, προσθέσαμε καινούργια, ξαναγυρίσαμε σε παλιά, ήρθαν και οι εικόνες και αυτόματα μας οδήγησαν πάλι σε καινούργιο σβήσιμο και γράψιμο. Γενικά η όλη διαδικασία είναι μία ομαδική δουλειά, που η μία δημιουργός συμπληρώνει την άλλη. Το τι είναι εύκολο και τι δύσκολο, αλλάζει διαρκώς, άλλοτε είναι το γράψιμο και άλλοτε το σβήσιμο.

Και πώς καταλαβαίνετε ότι ένα κείμενο για παιδιά έχει ολοκληρωθεί; Ποια είναι η στιγμή που λέτε «ως εδώ» και αφήνετε χώρο τόσο στην εικονογράφηση όσο και στον αναγνώστη;
Σταματάω σίγουρα πολύ νωρίτερα από το σημείο που θα τα έχω πει όλα. Δεν θέλω δηλαδή να εξαντλώ το θέμα. Είναι σαν να έχω μπροστά μου έναν δρόμο και διαλέγω να πω αυτά που φαίνονται δεξιά και αριστερά, χωρίς να λέω αυτά που γίνονται στα στενά και στους πίσω δρόμους.

Το «Σπίτια» μοιάζει να απευθύνεται ταυτόχρονα σε παιδιά και ενήλικες. Όταν δημιουργούσατε το βιβλίο, είχατε κάποιον συγκεκριμένο αναγνώστη στο μυαλό σας;

Ε.Π. Κάθε στιγμή έχω και άλλον στο μυαλό μου και πολλές φορές μόνο εμένα. Όταν δυσκολεύομαι σε σημεία, σκέφτομαι «αν το διάβαζα εγώ σε βιβλίο άλλου συγγραφέα, θα μου άρεσε;». Ή γράφω κάτι και λέω «αυτό θα αρέσει σίγουρα στην κόρη μου» ή «με αυτό θα γελάσει ο γιος μου» και σε εκείνα τα σημεία γράφω γι’ αυτούς. Μετά σκέφτομαι σχόλια αγαπημένων, συμβουλές δημιουργικής γραφής, τους μαθητές και τις μαθήτριές μου, ακόμη και τον εαυτό μου ως παιδί. Με λίγα λόγια, τους σκέφτομαι όλους, ενήλικες και παιδιά.

Σ.Δ. Για μένα, στην εικονογράφηση δεν υπάρχει ηλικία. Υπάρχει η εικόνα που συνομιλεί με το κείμενο και «χορεύει» μαζί του. Πιστεύω πως όλα τα παιδικά βιβλία μιλούν και στους ενήλικες, γιατί όλοι υπήρξαμε παιδιά· αυτό το κομμάτι είναι βιωματικό και το γνωρίζουμε βαθιά, ακόμη κι αν το έχουμε ξεχάσει. Δεν ήθελα να βάλω ηλικιακές ταμπέλες ούτε να έχω έναν συγκεκριμένο αναγνώστη στο μυαλό μου. Το βιβλίο το σκέφτηκα ως κάτι ανοιχτό, για όλους. Με χαροποιεί όμως ιδιαίτερα η σκέψη ότι μπορεί να κάνει το παιδί που έχουμε μέσα μας να χαμογελάσει και να μην ξεχαστεί. Γιατί, μέσα σε όσα ζούμε, συχνά έχουμε «κανιβαλίσει» αυτό το παιδί, το έχουμε παραμερίσει. Αν τα «Σπίτια» καταφέρουν να το φέρουν ξανά στην επιφάνεια, έστω για λίγο, τότε έχει πετύχει κάτι πολύ ουσιαστικό.

Τι θα θέλατε να θυμάται ένας αναγνώστης όταν κλείσει το βιβλίο; 
Ε.Π. Να θυμάται ίσως όχι απαραίτητα, δεν μπορώ να το απαντήσω, αλλά εγώ όταν τελειώνω ένα βιβλίο που το απολαμβάνω, μετά το χαϊδεύω και το χαζεύω. Στα βιβλία παιδικής λογοτεχνίας, τα ξεφυλλίζω ξανά και επανέρχομαι σίγουρα. Αν λοιπόν κλείνοντάς το, το ξανανοίξουν, θεωρώ πως άφησε κάτι στους αναγνώστες.

Σ.Δ. Για μένα, προτεραιότητα έχει πάντα το πώς θα νιώσει το παιδί, αφού σε εκείνο απευθύνομαι και γι’ αυτό δημιουργώ. Θα ήθελα, όταν κλείσει το βιβλίο, να κρατά μέσα του μια ζεστή αίσθηση ασφάλειας και αγάπης· το συναίσθημα του ανήκειν, τη χαρά του να είναι ο εαυτός του και το παιδί που θα κουβαλά πάντα μέσα του. Να θυμάται ότι επιτρέπεται να ονειρεύεται, να φαντάζεται και να αφήνεται στο όνειρο, γιατί εκεί βρίσκονται οι πιο αληθινές του επιθυμίες. Παράλληλα, θα ήθελα και ο ενήλικας που επιλέγει ή διαβάζει το βιβλίο μαζί του να χαμογελάσει, να θυμηθεί το παιδί που υπήρξε και να επιτρέψει στον εαυτό του να ονειρευτεί ξανά. Και, όπως λέει και το βιβλίο: «Θέλεις να δούμε τα αστέρια αγκαλιά;». Γιατί πάντα ένα από αυτά θα μας δείχνει τον δρόμο.

ΜΟΙΡΑΣΕ ΤΟ

Διαβάστε ακόμα

Pierdomenico Baccalario

Ο διάσημος Ιταλός συγγραφέας Pierdomenico Baccalario έρχεται στην Αθήνα για να συμμετάσχει στο 1ο Φεστιβάλ Ιταλικής Λογοτεχνίας και με αφορμή

Luke Pearson

Ο Luke Pearson, δημιουργός της Χίλντα μίλησε στη Ζωή Κοσκινίδου για τον κόσμο των βιβλίων της φανταστικής αυτής ηρωίδας, τις

Romana Romanyshyn και Andriy Lesiv

Σε μια εποχή ψηφιακού θορύβου, πολιτικής πόλωσης, συναισθηματικής, σωματικής και ψυχικής κόπωσης, η σωστή επικοινωνία δεν είναι απλώς μια ακόμα