
Ελληνικό είναι ένα από τα 16 βιβλία που ξεχώρισε η κριτική επιτροπή του διεθνούς διαγωνισμού βωβών βιβλίων Silent Book Contest. Η Βίκυ Ξανθοπούλου, νηπιαγωγός και συγγραφέας βιβλίων για παιδιά και η εικονογράφος Έλενα Τσαπρούνη, οι δημιουργοί του Ancora Un Giorno μίλησαν στην Κόκκινη Αλεπού και τη Γαρυφαλιά Τεριζάκη με αφορμή την επιλογή του βιβλίου τους στα καλύτερα που πήραν μέρος στον διαγωνισμό.
Σε ένα “βουβό” βιβλίο η εικονογράφηση αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου το βάρος της αφήγησης. Πόσο απαιτητικό ήταν να “χτίσετε” την πλοκή και το συναισθηματικό βάθος των χαρακτήρων χωρίς τη βοήθεια ούτε μίας λέξης;
Βίκυ Ξανθοπούλου.: Ήταν μια ιδιαίτερα απαιτητική, ταυτόχρονα όμως και απελευθερωτική διαδικασία. Χωρίς λέξεις, κάθε εικόνα έπρεπε να είναι απόλυτα σαφής, αλλά και ανοιχτή σε ερμηνείες. Δώσαμε μεγάλη σημασία στη γλώσσα του σώματος, στα βλέμματα, στο φως και στη σύνθεση, ώστε το συναίσθημα να μεταφέρεται άμεσα. Με έναν τρόπο, η σιωπή μάς ανάγκασε να αφηγηθούμε πιο ουσιαστικά.
Έλενα Τσαπρούνη: Η διαδικασία ήταν πράγματι απαιτητική. Βοήθησε πολύ το ότι ωρίμασε στο μυαλό μας για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και κάπω; κατασταλάξαμε τελικά πώς θα έπρεπε να είναι. Ο χαρακτήρας γεννήθηκε κάπως αυθόρμητα, αλλά χτίστηκε με προσοχή και μπόλικη δουλειά, με ιδιαίτερη έμφαση σε όλες τις εκφράσεις, τη γλώσσα του σώματος, αλλά και σε πολλές λεπτομέρειες στις εικόνες, οι οποίες βοηθούν την αφήγηση μέσω της εικόνας.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα για τη συνεργασία σας και πώς λειτούργησε η χημεία ανάμεσα στη συγγραφέα (που εδώ λειτουργεί ως αρχιτέκτονας) και την εικονογράφο; Υπήρξαν στιγμές που μια εικόνα “είπε” κάτι διαφορετικό από αυτό που είχε αρχικά σχεδιαστεί στο σενάριο;
Β.Ξ.: Πριν από δυο χρόνια επικοινώνησα με την Έλενα και μοιράστηκα μαζί της την ιδέα μου και η Έλενα δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Τα τελευταία δυο χρόνια μιλούσαμε καθημερινά, ώρες ατελείωτες. Η συνεργασία βασίστηκε στον διάλογο και στην εμπιστοσύνη. Υπήρχε ένας αρχικός «σκελετός» αφήγησης, αλλά η εικονογράφηση δε λειτούργησε απλώς υποστηρικτικά, άνοιγε νέους δρόμους. Η ευαισθησία και το ταλέντο της Έλενας ξεχύθηκαν μέσα στις εικόνες. Η ιστορία ανήκε και στις δυο. Αφιερώσαμε χρόνο για το καθετί, για το εξώφυλλο, το οπισθόφυλλο, τη φόδρα, ακόμη κ για τα ψευδώνυμα που θα επιλέγαμε. Απολαύσαμε κάθε κομμάτι της δημιουργίας του. Αυτή η αλληλεπίδραση ήταν από τα πιο δημιουργικά κομμάτια της διαδικασίας.
Ε.Τ: Η Βίκυ επικοινώνησε μαζί μου και για κάποιον λόγο ήταν σαν να είναι δεδομένο ότι θα κάναμε αυτό το βιβλίο μαζί. Είναι από αυτές τις στιγμές που έρχονται πολύ φυσικάς και τα πράγματα απλά συμβαίνουν. Η συνεργασία μας ως τώρα ήταν γεμάτη εμπιστοσύνη. Και ειδικά από την πλευρά της Βίκυς η οποία μου έδωσε τον χώρο αλλά και τον χρόνο να το δουλέψω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οι ιδέες και οι εικόνες άλλαζαν αρκετά συχνά μέχρι να κατασταλάξουμε στο τελικό αποτέλεσμα. Αλλιώς ξεκινήσαμε την ιστορία και αλλού φτάσαμε. Η όλη διαδικασία μας κρατούσε σε εγρήγορση και νομίζω πως ήταν ότι καλύτερο έχουμε κάνει ως τώρα
Πώς νιώθετε που η ιστορία σας κατάφερε να συγκινήσει μια διεθνή κριτική επιτροπή, αποδεικνύοντας ότι τα συναισθήματα δεν χρειάζονται μετάφραση;
Β.Ξ.: Είναι μεγάλη η χαρά και η συγκίνηση. Το γεγονός ότι μια ιστορία χωρίς λόγια μπορεί να αγγίξει ανθρώπους από διαφορετικά πολιτισμικά και γλωσσικά περιβάλλοντα σε κάνει να συνειδητοποιείς πόσο κοινές είναι οι ανθρώπινες εμπειρίες. Ίσως αυτό είναι και το πιο όμορφο στοιχείο των εικονογραφημένων βιβλίων.
Ε.Τ: Η χαρά μας είναι ασύλληπτη θα έλεγα. Η γλώσσα των silent βιβλίων είναι διεθνής και χωρίς περιορισμούς. Το ότι καταφέραμε να διακριθούμε στον συγκεκριμένο κιόλας διεθνή διαγωνισμό είναι επίσης ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα.
Τι είναι αυτό που ελπίζετε να «διαβάσει» ένας μικρός ή μεγάλος αναγνώστης ξεφυλλίζοντας το βιβλίο σας; Υπάρχει κάποιο κεντρικό θέμα ή συναίσθημα που θέλατε να μείνει χαραγμένο στη μνήμη του;
Β.Ξ.: Θα θέλαμε ο αναγνώστης να κρατήσει ένα συναίσθημα, μια αίσθηση τρυφερότητας, μια μικρή νοσταλγία, όχι απαραίτητα μια «σωστή» ερμηνεία, να του δώσουμε τη δύναμη να ακουστεί η δική του φωνή στην ιστορία και η ιστορία που φτιάξαμε εμείς να γίνει ολόδική του.
E.T: Θα θέλαμε ο αναγνώστης να μπορεί να ανοίξει και να ξεφυλίσει πολλές φορές αυτό το βιβλίο, να βρίσκει ίσως κάθε φορά νέες λεπτομέρειες να παρατηρήσει και ίσως ο ίδιος να νιώθει κάθε φορά κάτι καινούριο ή να βιώνει ένα διαφορετικό συναίσθημα.
Γνωρίζουμε ότι στον διαγωνισμό οι συμμετέχοντες στέλνουν τα έργα τους με ψευδώνυμα όπως το αναφέρατε κι εσείς παραπάνω, για να διασφαλιστεί η σωστή κρίση της επιτροπής. Όμως εδώ έχουμε και έναν τίτλο που δεν είναι ούτε ελληνικός, ούτε αγγλικός, όπως θα περιμέναμε και όπως συνήθως συμβαίνει σε ανάλογους διαγωνισμούς. Πώς προέκυψε η ιδέα για την επιλογή της ιταλικής γλώσσας;
Β.Ξ.: Η γλώσσα που χρησιμοποιήσαμε για τον τίτλο προέκυψε καταρχάς μέσα από πολλή σκέψη. Ήμασταν ανάμεσα στα αγγλικά και τα ιταλικά. Και επιλέξαμε τη δεύτερη, γιατί η ιταλική γλώσσα έχει μια μουσικότητα και μια συναισθηματική απαλότητα που ταίριαζε με την ατμόσφαιρα της ιστορίας. Το “Ancora un giorno” εκφράζει μια επιθυμία, μια παράταση του χρόνου, κάτι πολύ ανθρώπινο και καθολικό.
Ε.Τ: Ήμασταν ανάμεσα σε αγγλικά και ιταλικά. Μας ταίριαξε ιδιαίτερα στο άκουσμα της και σε συνδυασμό με την ιστορία.
Σημειώνεται ότι όλα τα έργα θα παρουσιαστούν στη Διεθνή Έκθεση της Μπολόνιας από τις 13 ως τις 16 Απριλίου, ενώ ο νικητής θα ανακοινωθεί στο Salone Internazionale del Libro di Torino που θα πραγματοποιηθεί από τις 14 ως τις 18 Μαΐου 2026 στην ιταλική πόλη.
Ο Διαγωνισμός Σιωπηλού Βιβλίου (Silent Book Contest) ξεχωρίζει κάθε χρόνο ένα πρωτότυπο και ανέκδοτο εικονογραφημένο βιβλίο χωρίς κείμενο και του απονέμει το Βραβείο “Gianni De Conno”, που συνοδεύται από χρηματικό έπαθλο και την ευκαιρία το βιβλίο να εκδοθεί από τον εκδοτικό οίκο Carthusia. Παίρνοντας ως δεδομένο ότι το εικονογραφημένο βιβλίο και η δύναμη των εικόνων δεν είναι σε καμία περίπτωση δευτερεύουσα σε σχέση με τη δύναμη του γραπτού λόγου, κι έχοντας την ικανότητα να υπερνικά κάθε γλωσσικό εμπόδιο, ο διαγωνισμός Silent Book Contest προσκαλεί συγγραφείς και εικονογράφους να σκεφτούν και να σχεδιάσουν ένα σιωπηλό βιβλίο με οποιοδήποτε θέμα και προορίζεται για ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό. Το βραβείο πήρε το όνομά του από τον εικονογράφο Gianni De Conno (1957-2017), εναν καλλιτέχνη με μεγάλη απήχηση, ένας από τους σπουδαιότερους εικονογράφους της ιταλικής εκδοτικής σκηνής. Για την ιστορία, ακόμα ένα ελληνικό βιβλίο είχε διακριθεί στα 16 καλύτερα. Πρόκειται για το βιβλίο Routes της Ίριδας Σαμαρτζή που είχε συμπεριληφθεί στη βραχεία λίστα του βραβείου πέρυσι.


