Φιλαναγνωσία: δεν φταίνε τα παιδιά

Μια νηπιαγωγός αποσπασμένη σε βιβλιοθήκη μιλά για τους ενήλικες που ξεχνάμε να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη.

Λίγες μέρες μετά την Παγκόσμια Μέρα Παιδικού Βιβλίου και λίγες ώρες μετά την έναρξη της Διεθνούς Έκθεσης Παιδικού Βιβλίου στη Μπολόνια, επιστρέφουν στο μυαλό μου σαν ταινία όσα διάβασα, άκουσα και είδα τις τελευταίες μέρες για τη φιλαναγνωσία. Για το πώς θα κάνουμε τα παιδιά αναγνώστες. Για τα παιδιά που «δε διαβάζουν».

Είμαι νηπιαγωγός με απόσπαση σε δημόσια βιβλιοθήκη – φέτος είναι ο τέταρτος χρόνος μου εδώ. Σε αυτή τη θέση έχω την τύχη να βλέπω τα παιδιά από δύο οπτικές γωνίες: εκείνη της δασκάλας και εκείνη της υπέυθυνης βιβλιοθήκης. Και από τις δύο γωνίες βλέπω το ίδιο πράγμα: τα παιδιά που έρχονται στη βιβλιοθήκη διαβάζουν. Αν μπορούσα να κρατώ τη βιβλιοθήκη ανοιχτή περισσότερα απογεύματα, θα ερχόντουσαν κι άλλα, και θα διάβαζαν κι αυτά. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι τα παιδιά.

Μια ειδική μέρα ή κάθε μέρα;

Κάθε Απρίλιο γιορτάζουμε την Παγκόσμια Μέρα Παιδικού Βιβλίου. Κάθε χρόνο διοργανώνονται διεθνώς πλήθος φεστιβάλ, εκθέσεις, εκδηλώσεις αφιερωμένες αποκλειστικά στο βιβλίο. Και κάθε φορά αναρωτιέμαι: μήπως κάνουμε λάθος; Όχι γιατί δεν αξίζει να τιμάται το βιβλίο. Αλλά γιατί ακριβώς η ύπαρξη μιας «ειδικής μέρας» υπονοεί ότι τις υπόλοιπες τριακόσιες εξήντα τέσσερις δεν χρειάζεται να το σκεφτόμαστε. Το βιβλίο έχει γίνει εορταστική εξαίρεση αντί για καθημερινή συνήθεια.

Οι εκθέσεις βιβλίου – η Μπολόνια, η Φρανκφούρτη και άλλες- έχουν νόημα και αξία: δημιουργούν δίκτυα, ανταλλαγές, συνεργασίες μεταξύ δημιουργών και εκδοτών. Αυτό είναι η δουλειά τους και την κάνουν καλά. Αλλά τα φεστιβάλ βιβλίου που απευθύνονται στο ευρύ κοινό; Αυτά με προβληματίζουν. Γιατί απομονώνουν το βιβλίο, το βάζουν σε μια γυάλα, το στολίζουν και μετά το κλείνουν πάλι μέχρι του χρόνου. Το βιβλίο δεν χρειάζεται δική του γιορτή. Χρειάζεται να είναι παρόν σε κάθε γιορτή. Σε κάθε φεστιβάλ μουσικής, σε κάθε πανηγύρι, σε κάθε αθλητική εκδήλωση, σε κάθε γειτονιά που στήνει τραπέζια στον δρόμο. Το βιβλίο χωράει παντού, αρκεί να σταματήσουμε να το μεταχειριζόμαστε σαν να χρειάζεται ειδική άδεια για να παραστεί.

Η λάθος ερώτηση

Κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για τη φιλαναγνωσία, το βλέμμα στρέφεται αυτόματα στα παιδιά. «Δεν διαβάζουν». «Είναι κολλημένα στις οθόνες». «Δεν έχουν όρια». Ακούω αυτή την καραμέλα εδώ και χρόνια και, το παραδέχομαι, πως με θυμώνει. Γιατί ξέρω, από τα χρόνια στο νηπιαγωγείο (και τώρα στη βιβλιοθήκη) ότι στη συμπεριφορά ενός παιδιού η πρώτη ερώτηση που πρέπει να κάνεις είναι: «ποια είναι η δική μου ευθύνη εδώ;» Ένα παιδί δεν φταίει για αυτό που είναι, φταίνε οι ενήλικες που το περιβάλλουν. Πάντα. Η σωστή ερώτηση, λοιπόν, δεν είναι «πώς θα κάνουμε τα παιδιά αναγνώστες». Είναι «πώς θα κάνουμε αναγνώστες τους ενήλικες που τα μεγαλώνουν».

Τα παιδιά μιμούνται – πάντα μιμούνταν

Τα παιδιά χτίζουν συνήθειες πατώντας στις συνήθειες των σημαντικών τους ενηλίκων. Αυτό δεν είναι νέο, δα, είναι ο πιο παλιός τρόπος μάθησης που υπάρχει. Πόσες φορές σας έχει δει το παιδί σας με βιβλίο στο χέρι; Όχι με κινητό, όχι με τάμπλετ. Με βιβλίο.

Να θυμίσω και κάτι άλλο, για να είμαστε δίκαιοι: εμείς, όταν ήμασταν στην ηλικία τους, δεν ήμασταν και τόσο διαφορετικοί. Τα Walkman που φορούσαμε στα αυτιά και δεν ακούγαμε κανέναν. Τα CD player που μας κλείνανε στα δωμάτιά μας. Τα πρώτα κινητά – θυμάμαι ένα Ericsson με καπάκι που άνοιγα και έκλεινα συνέχεια, απλώς για να το χαζεύω και να παίζω με τους ήχους. Φαντάζομαι τι θα έκανα αν είχε την τεχνολογία του σημερινού smartphone. Η έλξη της οθόνης δεν είναι παθολογία της γενιάς τους, είναι ανθρώπινο χαρακτηριστικό που απλώς σήμερα έχει πολύ περισσότερα ερεθίσματα. Αυτό που αλλάζει από γενιά σε γενιά είναι το παράδειγμα που δίνουν οι μεγάλοι. Και εκεί έχουμε πρόβλημα.

Η οθόνη που κατηγορούμε και χρησιμοποιούμε

Οι εκπαιδευτικοί λένε ότι τα παιδιά είναι κολλημένα στην οθόνη. Την ίδια ώρα, οι διαδραστικοί πίνακες είναι ανοιχτοί στις τάξεις χωρίς πάντα να υπάρχει παιδαγωγικός λόγος, γιατί απλώς τα παιδιά ηρεμούν μπροστά σε μια οθόνη. Σε παιδικούς σταθμούς η τηλεόραση ανοίγει κάθε μέρα, σε συγκεκριμένη ώρα για να «ξεκουραστούν» τα παιδιά. Σε μουσεία, πολιτιστικούς χώρους, ακόμα και σε εκπαιδευτικά προγράμματα, η οθόνη έχει γίνει η προεπιλογή αντί για τα βιβλία, αντί για αντικείμενα που μπορούν να πιάσουν στα χέρια τους, αντί για ζωντανή αφήγηση.

Ό,τι μπορεί να προβληθεί σε μια οθόνη μπορεί να υπάρξει σε σελίδες. Σε βιβλία. Η μυρωδιά του χαρτιού, η αίσθησή του στο χέρι, το τσαλάκωμα μιας σελίδας – αυτές οι αισθήσεις δεν αντικαθίστανται. Και χτίζουν σχέση με το βιβλίο με τρόπο που καμία οθόνη δεν μπορεί να κάνει.

Πού πήγε το βιβλίο;

Απορώ με κάτι που βλέπω να επαναλαμβάνεται: χώροι που ισχυρίζονται ότι καλλιεργούν κουλτούρα ανάγνωσης, αισθητική, δημιουργικότητα και ξεχνούν το βιβλίο. Το βιβλίο, που είναι η αρχή όλων. Γονείς που γεμίζουν τις μέρες των παιδιών τους με εξωσχολικές δραστηριότητες -ακόμα και τις Κυριακές- χωρίς να σκέφτονται ότι πολλές από αυτές γίνονται κι αυτές μπροστά σε οθόνη. Και κανείς δεν αφήνει ένα ελεύθερο απόγευμα. Ένα απόγευμα για να πλήξει λίγο ένα παιδί, να αναζητήσει μόνο του κάτι να κάνει, να ανοίξει ένα βιβλίο από περιέργεια.

Η βιβλιοθήκη είναι δημοκρατικός χώρος

Κάθε δημόσια βιβλιοθήκη είναι κάτι σπάνιο: ένας χώρος δωρεάν, ανοιχτός σε όλους, χωρίς διακρίσεις. Ένας χώρος που κλείνει μέσα του πολλούς κόσμους: μουσεία, κινηματογράφους, ιστορίες, επιστήμες, τέχνες. Είναι μια χρονομηχανή. Μέσα από ένα βιβλίο επισκέπτεσαι πολιτισμούς, εποχές, ζωές που δεν θα ζήσεις ποτέ αλλιώς.

Κι όμως, οι δημόσιες βιβλιοθήκες παραμένουν υποχρηματοδοτημένες, υποστελεχωμένες και αόρατες στην εκπαιδευτική πολιτική. Αν η πολιτεία δεν μπορεί να στηρίξει και τις σχολικές και τις δημόσιες βιβλιοθήκες, ας επιλέξει τις δεύτερες. Μια ενημερωμένη, επανδρωμένη δημόσια βιβλιοθήκη που είναι ανοιχτή και τα απογεύματα, αξίζει περισσότερο από δέκα σχολικές βιβλιοθήκες με βιβλία που κανείς δεν ξέρει πώς να τα δουλέψει και που συχνά δεν είναι καν ανοιχτές.

Χρειαζόμαστε βιβλιοθήκες σε κάθε κωμόπολη. Χρειαζόμαστε σχολεία που να επισκέπτονται βιβλιοθήκες χωρίς περιορισμό στον αριθμό των επισκέψεων. Χρειαζόμαστε εκπαιδευτικούς που να γνωρίζουν τη σύγχρονη παιδική λογοτεχνία και αυτό δεν γίνεται αν οι ίδιοι δεν διαβάζουν. Χρειαζόμαστε επιμόρφωση πάνω στο παιδικό βιβλίο για βιβλιοθηκάριους και εκπαιδευτικούς που επιθυμούν να εργαστούν σε βιβλιοθήκη. Γιατί η βιβλιοθήκη δεν είναι αποθήκη βιβλίων, είναι ζωντανός χώρος που θέλει ανθρώπους με γνώση και πάθος.

Ας κοιτάξουμε τον καθρέφτη

Σύλλογοι γονέων που διοργανώνουν ημερίδες για τη βία, τις εξαρτήσεις, τα όρια, θα μπορούσαν να στρέψουν το βλέμμα και στα θετικά: στη σημασία της ανάγνωσης από τη μικρή ηλικία, στην αξία των τεχνών, στο πώς ένα βιβλίο μπορεί να βοηθήσει ένα παιδί να επεξεργαστεί συναισθήματα που δεν ξέρει να εκφράσει. Οι εκπαιδευτικοί που επιστρέφουν από μια σχολική επίσκεψη στη βιβλιοθήκη θα μπορούσαν να μη σταματούν εκεί. Η επίσκεψη χρειάζεται συνέχεια στην τάξη για να μην είναι απλώς μια ευχάριστη εξόρμηση που ξεχνιέται και θα δημιουργήσει περιστασιακούς αναγνώστες -της μιας επίσκεψης

Σκέφτομαι πόσο θα άλλαζαν οι αναγνωστικές συνήθειες των παιδιών αν άλλαζαν πρώτα εκείνες των γονιών τους. Αν τα παιδιά έβλεπαν τους γονείς τους να διαβάζουν. Αν οι δάσκαλοί τους μιλούσαν για βιβλία με τον ενθουσιασμό που μιλούν για άλλες αγαπημένες τους συνήθειες.

Τέταρτος χρόνος στη βιβλιοθήκη -και ο τέταρτος χρόνος λειτουργίας της βιβλιοθήκης

Βλέπω παιδιά να έρχονται μόνα τους, να κάθονται στο πάτωμα, να διαβάζουν, να ζωγραφίζουν, να παίζουν επιτραπέζια. Βλέπω παιδιά που ανακαλύπτουν ότι υπάρχει ένας χώρος όπου κανείς δεν τους βιάζει, κανείς δεν τους εξετάζει, κανείς δεν τους βαθμολογεί. Απλώς διαβάζουν. Δεν έχουν πρόβλημα αυτά τα παιδιά. Έχουμε εμείς, που συνεχίζουμε να μιλάμε για αυτά αντί να κοιτάξουμε τον εαυτό μας. Βλέπω νέους γονείς που είναι επιλογή και προτεραιότητά τους να επισκέπτονται μια φορά την εβδομάδα τη βιβλιοθήκη με τα παιδιά τους, να συμμετέχουν σε εργαστήρια ανάγνωσης, να τους διαβάζουν αγκαλιά, να τους δίνουν την ελευθερία να επιλέγουν τα ίδια τα βιβλία που δανείζονται. Βλέπω παιδιά 2 και 3 ετών που «τσακώνονται» ποιο θα προλάβει πρώτο να πάρει τον Τικ και την Τέλα ή τον Λύκο Ζαχαρία ή άλλα βιβλία που τους κεντρίζουν το ενδιαφέρον. Και συγκινούμαι. Και νιώθω πιο αισιόδοξη. Υπάρχει ελπίδα, σκέφτομαι. Και συνεχίζω …

ΜΟΙΡΑΣΕ ΤΟ

Διαβάστε ακόμα

Αχ αυτές οι τρεις θείες…

“Ομολογώ ότι πλέον όταν διαβάζω βιβλία για παιδιά ψάχνω αυτόματα να βρω σε ποια από τις «τρεις θείες» από το