
Ο Ιρλανδός συγγραφέας και εικονογράφος Chris Haughton ανακηρύχτηκε ο όγδοος κατά σειρά Laureate na nÓg, Πρεσβευτής Νεανικής Λογοτεχνίας της Ιρλανδίας, κατά τη διάρκεια ειδικής τελετής που διοργάνωσε το Ιρλανδικό Συμβούλιο των Τεχνών και στην οποία παραβρέθηκε και η πρόεδρος της χώρας Catherine Connolly.
Ο βραβευμένος Ιρλανδός δημιουργός, που διαδέχτηκε στον τίτλο την Patricia Forde και θα τον κατέχει έως το 2029, δήλωσε μετά τον διορισμό του ότι ελπίζει να ανοίξει έναν ευρύτερο κόσμο ιστοριών για τους νεαρούς αναγνώστες και να αναδείξει τους πολλούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να ειπωθεί μια ιστορία, εμπνευσμένος από εικονογραφημένα βιβλία από κάθε γωνιά του κόσμου. “Ο ρόλος του Laureate na nÓg σημαίνει να είμαι συνήγορος των συναδέλφων μου συγγραφέων και εικονογράφων”, είπε χαρακτηριστικά και συνέχισε λέγοντας “το πιο σημαντικό όμως είναι ότι ο ρόλος αυτός με κάνει συνήγορο των παιδιών της Ιρλανδίας και των παιδιών γενικότερα. Εμείς, ως κλάδος (σ.σ. οι δημιουργοί βιβλίων για παιδιά) και ως χώρα, οφείλουμε να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να προστατεύσουμε τα συμφέροντά τους. Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό”.
Ο Chris Haughton δεν είναι απλώς ένας δημιουργός παιδικών βιβλίων, αλλά ένας άνθρωπος με βαθιές πολιτικές πεποιθήσεις, που δεν δίστασε, βλέποντας όσα συμβαίνουν στον κόσμο και ιδιαίτερα στη Γάζα, να υψώσει τη φωνή του, να διακινδυνεύσει τη δουλειά και την προσωπική του ζωή και να σταθεί στο πλευρό ανθρώπων των οποίων τα δικαιώματα καταπατώνται καθημερινά. «Πιστεύω ότι οι Ιρλανδοί, δεδομένης της ιστορίας μας, έχουμε ευθύνη να σταθούμε στο πλευρό τους. Και όσοι από εμάς μιλάμε για παιδιά έχουμε ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη να το κάνουμε. Ως Laureate na nÓg, σκοπεύω να τιμήσω αυτή την ευθύνη».
Σε ό,τι αφορά τη δουλειά του και τον νέο του ρόλο τόνισε πως “το κατάλληλο βιβλίο, την κατάλληλη στιγμή έχει τη δύναμη να αλλάξει την πορεία της ζωής ενός παιδιού. Τα βιβλία με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο δεν είναι συχνά τα πιο εμπορικά επιτυχημένα. Ο ρόλος μου, όπως τον αντιλαμβάνομαι, είναι να υπερασπιστώ αυτά τα βιβλία που παραβλέπονται μέσα στους περιορισμούς του κλάδου μας. Ποια είναι, όμως, αυτά τα βιβλία; Με τα χρόνια έχω συνειδητοποιήσει ότι όσα βρίσκουμε στα βιβλιοπωλεία της Ιρλανδίας και του αγγλόφωνου κόσμου γενικότερα, αποτελούν μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό της παιδικής λογοτεχνίας που εκδίδεται παγκοσμίως. Το επίκεντρο του κλάδου μας είναι η Διεθνής Έκθεση Παιδικού Βιβλίου της Μπολόνια. Εκεί μπορεί κανείς να ανακαλύψει βιβλία από κάθε γωνιά του πλανήτη. Πολλά από τα πιο αγαπημένα μου δεν έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά. Προέρχονται από παντού: Κορέα, Γαλλία, Πορτογαλία, Ιράν, Ιαπωνία, Ιταλία, Ισπανία, Ινδία, τις σκανδιναβικές χώρες. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα παρατηρώ μια έκρηξη εξαιρετικής δουλειάς από Κίνα, Νότια Αμερική, Αφρική, Νότια Ασία. Είναι πηγή έμπνευσης να βλέπεις τόσο διαφορετικούς τρόπους δημιουργίας βιβλίων και αφήγησης ιστοριών. Πάντα ήθελα να μοιραστώ αυτά τα βιβλία με τα παιδιά της Ιρλανδίας. Αυτό, λοιπόν, θα ήθελα να κάνω κατά τη διάρκεια της θητείας μου: να δημιουργήσω μια διεθνή βιτρίνα που, όπως η Μπολόνια, να είναι γεμάτη βιβλία και ιστορίες από όλο τον κόσμο που μπορούν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης”.
Αναφερόμενος στην έκθεση της Μπολόνια πήγε τον συνοιρμό του λίγο παρακάτω, εμπλέκοντας την ιστορία της πόλης και το πώς αυτή συνέβαλε στη δημιουργία ενός δημοκρατικότερου τρόπου εκπαίδευσης των παιδιών. Ανέφερε χαρακτηριστικά πως “κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Μπολόνια υπήρξε το κέντρο της αντίστασης στη φασιστική Ιταλία. Οι κάτοικοί της στοχοποιήθηκαν και τρομοκρατήθηκαν από τις αρχές. Μετά τον πόλεμο, αποφάσισαν να κάνουν ό,τι μπορούσαν ώστε να μην επαναληφθεί ποτέ ξανά. Στα χωριά γύρω από το Ρέτζιο Εμίλια, οι άνθρωποι και κυρίως γυναίκες άρχισαν να χτίζουν αυτό που αποκαλούσαν «Λαϊκά Σχολεία». Ήταν μια καθαρά κοινοτική προσπάθεια: τη γη τη δώρισαν αγρότες, τα υλικά συλλέχθηκαν από ερείπια βομβαρδισμένων κτηρίων και η χρηματοδότηση για το πρώτο σχολείο αντλήθηκε από την πώληση ενός τανκ και φορτηγών που είχαν απομείνει από τον πόλεμο. Αυτό το γονεϊκό συνεταιριστικό κίνημα έγινε γνωστό ως η Προσέγγιση Ρέτζιο Εμίλια και η εκπαιδευτική του μέθοδος απέκτησε σύντομα παγκόσμια φήμη. Η περιοχή γύρω από το Ρέτζιο Εμίλια και τη Μπολόνια μετατράπηκε σε κέντρο παιδικής μάθησης, βιβλίων και εκπαίδευσης. Από αυτή ακριβώς την παράδοση αναδύθηκε η Έκθεση Παιδικού Βιβλίου της Μπολόνια”.
Κλείνοντας την ομιλία του, ο Haughton τόνισε πως “τα παιδιά δεν έχουν όρια στη φαντασία τους. Εμείς, οι μεγάλοι, είμαστε αυτοί που περιορίζουμε τη δημιουργικότητά τους. Γι’ αυτό θέλω να δημιουργήσω αυτό το εγχείρημα (σσ. τη διεθνή βιτρίνα που αναφέρει παραπάνω): να αναδείξω βιβλία από όλον τον κόσμο και να εμπνεύσω τη δημιουργικότητα πέρα από σύνορα και πολιτισμούς. Πιστεύω ότι, ιδιαίτερα σήμερα, μέσα στους πολέμους και τη βαρβαρότητα που εκτυλίσσονται γύρω μας, τα βιβλία από άλλους πολιτισμούς, που μας βοηθούν να βλέπουμε ο ένας τον άλλον πιο ανθρώπινα και να συνδεόμαστε ουσιαστικά, είναι πιο αναγκαία από ποτέ. Οι ιστορίες είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλές αφηγήσεις. Όπως λέει συχνά η εκδότριά μου, η Ντέιρντρε στον Walker, «μας δείχνουν πώς να υπάρχουμε». Μας δείχνουν την ελπίδα”.
Ο τίτλος Laureate na nÓg είναι μια πρωτοβουλία του Συμβουλίου Τεχνών, που υλοποιείται από τον οργανισμό Children’s Books Ireland με την υποστήριξη του Συμβουλίου Τεχνών της Βόρειας Ιρλανδίας και του Υπουργείου Παιδιών, Αναπηρίας και Ισότητας. Ο θεσμός τιμά τη σημαντική προσφορά στην παιδική λογοτεχνία, ενώ παράλληλα ενθαρρύνει τη συμμετοχή των παιδιών και των νέων στα βιβλία, την εικονογράφηση και την αφήγηση ιστοριών.