Συνέντευξη: Αλέκος Παπαδάτος

Ο Αλεκος Παπαδάτος

Μεταξύ της κυκλοφορίας του Αριστοτέλη από τις εκδόσεις Ικαρος και της παρουσίασης του, ο Αλέκος Παπαδάτος ξέκλεψε λίγο χρόνο και απάντησε σε κάποιες ερωτήσεις μας. Τι ωραίος, ζωντανός, γεμάτος και ανοιχτός άνθρωπος που είναι ο Αλέκος. Έχει ανακατευτεί σε μερικά από τα πιο δημιουργικά comics, όπως το Logicomix, το Δημοκρατία και τώρα το Αριστοτέλης και τα τρία από τις εκδόσεις Ίκαρος. Και όμως, όταν του μιλάς είναι σα να μιλάς σε κάποιον που έχει τη χαρά και τη λαχτάρα κάποιου που μόλις ξεκινά. Ίσως έπρεπε να τον είχα ρωτήσει πώς το καταφέρνει αυτό…

Πώς έγινε η πρώτη επαφή για να ξεκινήσει αυτό το έργο; Και πόσο αδιανόητο σου φάνηκε τότε;
Ήταν στο 2016, που ο Τάσος Αποστολίδης ήρθε με αυτή την τρελή ιδέα, που μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα και εξόχως… προκλητική.

Είχες επαφή με το έργο του Αριστοτέλη πριν από αυτό το εγχείρημα;
Διαβάζω ιστορία και φιλοσοφία, από χόμπι. Όμως, χαοτικά. Ό,τι μου γυαλίσει. Είχα μείνει στους προσωκρατικούς. Για τους “μετά” μόνο από σχόλια άλλων ήξερα. Σχόλια για το Σωκράτη, για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Βιογραφίες, δοκίμια και τέτοια. Κλασσικός ημιμαθής.

Γιατί φιλοσοφία; Και γιατί σε comic;
Μετά το Logicomix όλοι νομίζουν ότι αυτά τα θέματα έχουν γίνει η ειδικότητά μου ή ότι έχω κάποιο κόλλημα με τους αρχαίους και με τη φιλοσοφία. Ο Russell βέβαια ήταν ο αγαπημένος του πατέρα μου, και όταν ο Απόστολος Δοξιάδης ήρθε με την ιδέα, που τον έθετε σε πρώτο πλάνο, συγκινήθηκα – με πήγε σαράντα χρόνια πίσω, που ως παιδί κοίταζα με δέος αυτό το χοντρό βιβλίο με τη φάτσα του Russell απέξω. Όπως και να’ ναι, πιστεύω ότι αυτά τα θέματα βγαίνουν ωραία σε κόμικ, αν υπάρχει πάθος και αφηγηματική εμπειρία, συγχρόνως. Ο Τάσος Αποστολίδης στην περίπτωση του Αριστοτέλη ήτανε παθιασμένος, σούπερ οργανωμένος και ήξερε αρκετά καλά τι ήθελε. Από τη σκοπιά του σκιτσογράφου, είναι μάλλον θέμα το πόσο αγαπάς το υλικό σου, πόσο ταυτίζεσαι συναισθηματικά με τους ήρωές σου και κατ’ επέκταση πως αυτό βγαίνει στη μαστορική διαδικασία.

Σε «έπεισε» για την αριστοτέλεια θεωρία του όσο δούλευες μαζί του, όσο γνώριζες τη ζωή και το έργο του;
Φαίνεται πως ήταν ένας άνθρωπος με καρδιά και “ενσυναίσθηση” όπως λέμε σήμερα. Στο βιβλίο διαγράφονται και τα καλά του και τα στραβά του και είναι προς τιμή του Τάσου Αποστολίδη που έθεσε μερικά θέματα με ειλικρίνεια και αμεροληψία. Με βοήθησε να τον χειριστώ σκιτσογραφικά με τρυφερότητα. Δε βγαίνει το πορτραίτο του αλάνθαστου σοφού. Μα ο Αριστοτέλης, στα περισσότερα που λέει, έχει μια βάση τόσο γήινη και πραγματιστική, έχει τέτοια εμπιστοσύνη στις αισθήσεις και στη λογική, που είναι ακαταμάχητος.

Αυτό το έργο είναι και για παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας. Ήταν κάτι που έγινε με σχεδιασμό; Ποιο ήταν το κοινό που πιστεύατε ότι θα πάρει από το ράφι τον Αριστοτέλη;
Δεν σκέφτηκα ποτέ την ηλικία του αναγνώστη ή το μορφωτικό του επίπεδο. Η δουλειά προχωρούσε με την πεποίθηση ότι αν την κάνεις με ειλικρίνεια και εστιάσεις στο να είναι καλοφτιαγμένη, αυτό θα αρκέσει, είτε το δει ένα παιδί, είτε ένας ηλικιωμένος άνθρωπος. Στο κάτω-κάτω ο καθένας βρίσκει αυτά που τον μαγνητίζουν, τα άλλα τα πηδάει. Ο έφηβος θα το δει αλλιώς από τον σχολαστικό “κύριο-καθηγητή-φιλοσοφίας” ή τον εικοσιπεντάρη μανιακό με τα κόμιξ. Θα θέλαμε, κι εγώ και ο Τάσος, να διαβαστεί από όσο περισσότερους ανθρώπους και ειδικά από αυτούς που δεν θα διάβαζαν κόμικς.

Ένα αναπάντεχο στοιχείο ήταν το χιούμορ μέσα στην ιστορία. Πόσο ρόλο έπαιξε αυτή τη οπτική στον τρόπο που στήσατε το comic;
Δεν τρελαίνομαι με την κωμωδία, αλλά αν το σενάριο δεν έχει χιούμορ και αυτοσαρκασμό, με πιάνει ασφυξία. Ο Αριστοτέλης ευτυχώς είχε τις δόσεις του, με τρόπο ισορροπημένο. Εκεί που ο Αποστολίδης έριχνε τα αστειάκια του, όχι μόνο καλουπωνόμουνα γύρω από το σενάριο, αλλά προσπαθούσα και να το προεκτείνω. Αυτό ήταν πολύ ξεκουραστικό. Όσο θα είναι και για τον αναγνώστη, πιστεύω. Φυσικά, το character design είχε κι αυτό κάτι το χαμογελαστό! Όλοι αυτοί οι αδιανόητοι τύποι εκεί μέσα, μου θύμιζαν παλιό ελληνικό κινηματογράφο, τι να έκανα;

Ποια η συμβολή της Annie Di Donna στο έργο σας;
Τα κείμενα σε αυτό το βιβλίο είναι μεν πυκνά, αλλά και ιδιαίτερα σημαντικά· υπάρχουν έννοιες και διατυπώσεις που περάσανε από κόσκινο εκατό φορές. Τα κείμενα και η εικόνα σε αυτό το κόμικ είναι ένα μπερδεμένο πράγμα, από την άποψη της σύνθεσης ολόκληρης της σελίδας, δεν ήταν απλά “ρίξε το κείμενο στο μπαλόνι και τελειώσαμε”. Το βιβλίο γινόταν σε δύο γλώσσες συγχρόνως, στα γαλλικά και στα ελληνικά, οι τυπικές διορθώσεις των κειμένων πέφτανε βροχή και σε μεγάλα πακέτα, γίνονταν όλα επί δύο. Δηλαδή, αντί για διακόσιες, ήταν τετρακόσιες-τόσες οι σελίδες. Κάποια στιγμή βρέθηκα ν’ ασχολούμαι περισσότερο με τα κείμενα, παρά με το σχέδιο. Η Annie Di Donna μπήκε στην παραγωγή και μας έσωσε, κυριολεκτικά. Πέρασε διορθώσεις, δεν ξέρω πόσες φορές. Όταν μας πήρε ο χρόνος, αποφάσισε να πιάσει και τα μελάνια, κι έτσι δούλεψα πιο συγκεντρωμένος τα μολύβια.  Η Annie έχει πολύ καλό χέρι, από το animation το έχει πάρει αυτό. Οι γραμμές της είναι απλά σοφές. Άσε που μου διόρθωσε ένα κάρο ανατομίες και τέτοια, που στο μολύβι ήταν… κάπως. Μπορούσα να πάρω τη μελανωμένη σελίδα και να ρίξω φώτα και σκιές, να κάνω αυτό που λέμε στη μαστορική αργκό μας “το ρεντάρισμα” με την ησυχία μου. Η μαύρη γραμμή στα περιγράμματα που βλέπουμε στο βιβλίο είναι λοιπόν δικιά της.

Θα υπάρξει και συνέχεια;
Φυσικά και θα υπάρξει συνέχεια, αν κι ακόμη είμαστε ζαλισμένοι από όλο αυτό. Κράτησε τρία χρόνια και μας εξάντλησε. Ο Τάσος θέλει να κάνει κάτι με τον Πλάτωνα και το Σωκράτη. Εγώ δεν ξέρω ακόμη, έχω χίλια πράγματα στο νου, έχω και κάτι project για animation, ένας Θεός ξέρει τι θα γίνει, αν θα γίνει, πότε θα γίνει. Σε κανα χρόνο θα ξέρουμε.

ΜΟΙΡΑΣΕ ΤΟ

ΜοΜΑ: Curtis Scott

Ο Curtis Scott (αριστερά), υπεύθυνος του εκδοτικού του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (MoMA), βρέθηκε τον Οκτώβριο στην Αθήνα και στο πλαίσιο των επισκέψεών του σε σχολεία μίλησε με τη Ζωή Κοσκινίδου για τα βιβλία Τέχνης που απευθύνονται σε παιδιά.

Anna Wilson

Η Anna Wilson γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αυστραλία, σπούδασε και ακολούθησε ακαδημαϊκό δρόμο, ταξίδεψε πολύ και γνώρισε πολλά μέρη. Όμως πάντα αγαπούσε να ζωγραφίζει. Ένα συμβάν στη ζωή της έπαιξε καταλυτικό ρόλο, ώστε να παρατήσει την ακαδημαϊκή της ενασχόληση και να αφιερωθεί σε αυτό που πάντα αγαπούσε αλλά φοβόταν να τολμήσει: να ζωγραφίζει. Κάπως έτσι ξεκίνησε να εικονογραφεί παιδικά βιβλία. Κάπως έτσι συνεργάστηκε με τη συγγραφέα Holly Hughes και μαζί δημιούργησαν αυτό το συγκινητικό και πολύ ατμοσφαιρικό βιβλίο που μιλάει για τη φιλία, τη σημασία της προσφοράς και τη μαγεία του χειμώνα… Με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά του βιβλίου “Το αγόρι που έφερε το χιόνι” (εκδ. Μάρτης) η Ζωή Κοσκινίδου μίλησε με την εικονο-γράφο.