Έχω ζήσει έναν πόλεμο, δύο εμφυλίους και μία δικτατορία. Ε, για μία ζωή, πολλά δεν είναι;, διερωτάται η Άλκη Ζέη, η πιο αγαπημένη συγγραφέας παιδικών – κι όχι μόνο – βιβλίων. Στα 91 της χρόνια, η βραβευμένη δημιουργός με τον συγκροτημένο λόγο και το αστείρευτο χιούμορ μιλάει στην Κόκκινη Αλεπού για τη γεμάτη σημαντικά ιστορικά γεγονότα ζωή της, τη Διδώ Σωτηρίου, το Καπλάνι της Βιτρίνας, τις εξορίες, τις πολλές νέες αφετηρίες, αλλά και τα σημερινά παιδικά βιβλία.

Συνέντευξη: Ζωή Κοσκινίδου
Φωτογραφίες: Γιώργος Αποστολόπουλος

 

Tα πρώτα σας χρόνια τα περάσατε στη Σάμο, λόγω της ασθένειας της μητέρας σας. Ποια είναι η πιο ζωντανή άναμνησή σας από τότε και γιατί;

Βρεθήκαμε στο νησί με την αδερφή μου, τον παππού μου και τη μεγάλη αδερφή της μητέρας μου και περνούσαμε ζωή χαρισάμενη. Κι αυτό γιατί ο παππούς μας το μόνο που ήθελε ήταν να διαβάζουμε και έτσι μας άφηνε ελεύθερες στις βάρκες, στα δέντρα, να ψαρεύουμε, να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Όταν πια γυρίσαμε στην Αθήνα, μετά από τρία-τέσσερα χρόνια, για να πάμε στους γονείς μας, δεν τους θέλαμε καθόλου! Η Αθήνα μας φάνηκε σκλαβιά.

 

Ερχόμενη στην Αθήνα ξεκινάει μετά από λίγο καιρό η Κατοχή. Είστε από αυτούς τους ανθρώπους που συνέδεσαν ολόκληρη τη ζωή τους με τα πιο σημαντικά γεγονότα που έχει ζήσει αυτός ο τόπος στη νεότερη ιστορία του. Τι σημαίνει να έχεις περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου παλεύοντας για κάτι καλύτερο;

Εχω ζήσει έναν πόλεμο, δύο εμφυλίους και μία δικτατορία. Ε, για μία ζωή, πολλά δεν είναι; Το κάτι καλύτερο ήταν αυτό που μας έδινε δύναμη, γιατί πιστεύαμε πως όταν θα τελειώσει η Κατοχή θα ζήσουμε μία ελεύθερη ζωή. Δεν ήταν όμως έτσι. Ηρθε μεν η απελευθέρωση, όμως μαζί και ο Δεκέμβρης του ’44, τέλειωσε κι αυτό κι εκεί που άρχισε κάπως να ξεκαθαρίζει το τοπίο, αρχίζει ο εμφύλιος. Κι εκεί ήταν το πιο δύσκολο.

 

Kαι τότε είναι που φεύγετε;

Πήγα στη Χίο εξόριστη. Γύρισα και προσπαθούσα να φύγω για εξωτερικό για να βρω τον σύζυγό μου, τον Γιώργο Σεβαστίκογλου που ήταν ήδη στην Τασκένδη.

 

Έχει υπάρξει κάποια στιγμή από τότε μέχρι τώρα που να συγκρίνετε όσα ζήσατε τότε με όσα συμβαίνουν τώρα;

Όχι, καθόλου. Μου φαίνονται ελαφρό νεράκι τα τωρινά. Φυσικά δεν υπάρχει καμία σύγκριση, ούτε οι δυσκολίες, ούτε η πείνα, ούτε τίποτα. Με μία τεράστια διαφορά: τότε είχαμε όραμα, πιστεύαμε σε κάτι. Τώρα θεωρώ πως δεν υπάρχει κάτι να πιστέψεις, να πιαστείς κι αυτό είναι που έχει κάνει τον κόσμο να πέσει σε μελαγχολία. Και τα νέα παιδιά δεν έχουν κάτι να το πιστέψουν. Και αυτό δεν είναι ένα φαινόμενο που περιορίζεται στην Ελλάδα. Θεωρώ πως είναι παγκόσμιο.

 

Στη συζήτησή σας με τον Θανάση Νιάρχο, που καταγράφτηκε στο βιβλίο «Η συνισταμένη των ανοησιών της υφηλίου» (εκδ. Μεταίχμιο) αναφέρετε πως έχετε ζήσει πολλές αφετηρίες στη ζωή σας. Ποια από όλες αυτές ήταν η πιο σημαντική για εσάς;

Καμία δεν την θυμάμαι με ευχαρίστηση, γιατί καμία δεν επέλεξα. Όλες ήταν δύσκολες, η Τασκένδη, η επιστροφή στην Ελλάδα, ο ερχομός στο Παρίσι, όλες είχαν τις δυσκολίες τους, όχι μόνο για εμάς (σ.σ. την ίδια και τον Γ. Σεβαστίκογλου), αλλά κυρίως για τα παιδιά μας, που εκεί που προσαρμόζονταν στα νέα σχολεία και την εκάστοτε γλώσσα, έπρεπε να φεύγουν πάλι και να ξεκινούν κάτι καινούργιο.

 

Στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης μεγάλο ρόλο παίζει η Διδώ Σωτηρίου. Ποιος ήταν ο ρόλος της στη ζωή σας, πως σας επηρέασε; Πιστεύετε πως αν δεν υπήρχε εκείνη η ζωή σας θα ήταν διαφορετική;

Δεν ξέρω, πραγματικά, μπορεί να ήταν και διαφορετικά.Η Διδώ μπήκε μέσα στο σπίτι μας και τα ανακάτεψε όλα. Εβαλε τη μαμά μου και τις αδερφές της όλες στην Αντίσταση, εβαλε εμάς με την αδερφή μου στην Αντίσταση, από πολύ μικρές μας έδωσε να καταλάβουμε τι είναι η Αριστερά. Ήταν άνθρωπος που έβλεπε ξεκάθαρα, και τα λάθη και τα σωστά. Ηταν φεμινίστρια, καβαλούσε μηχανές, έγραφε, μαγείρευε, έκανε σουτζουκάκια, έκανε μπακλαβάδες, ήταν Σμυρνιά με τα όλα της.

 

Την περίοδο της Κατοχής γνωρίζετε και τον μετέπειτα σύντροφό σας τον θεατρικό συγγραφέα και σκηνοθέτη Γιώργο Σεβαστίκογλου, με τον οποίο θα βρεθείτε τελικά στην εξορία, στην Τασκένδη. Εκεί θα ξεκινήσετε και το γράψιμο. Τι σας ώθησε να το αρχίσετε;

Εγραφα από μικρή, έγραφα σε ένα περιοδικό τη Νεανική Φωνή που δημοσίευε διηγήματα και στη Μόσχα όταν πήγα έγραφα διηγήματα και τα έστελνα στην Ελλάδα και δημοσιεύονταν στην Επιθεώρηση Τέχνης. Όταν τα παιδιά μου ήταν μικρά ήθελα με κάποιον τρόπο να γνωρίσουν την Ελλάδα και τους διηγιόμουν παραμύθια από το πώς περνούσαμε με την αδερφή μου στη Σάμο. Και τους άρεσε πάρα πολύ αυτό. Και λέω, δεν τα γράφω αυτά;

 

Και γράφετε εκεί το Καπλάνι της Βιτρίνας που έχει από πίσω του μια τεράστια ιστορία μέχρι τελικά να εκδοθεί*. Τι πιστεύετε πως κάνει το Καπλάνι να ξεχωρίζει από τα άλλα βιβλία σας;

Ισως επειδή έχει χιούμορ, επειδή μιλάει για Αρχαία Ελλάδα, για τη Δικτατορία, για κάτι που συνέβη στην πραγματικότητα. Και αναφέρεται μεν πολύ απαλά (σ.σ. στην πολιτική κατάσταση), αλλά δίνει την ευκαιρία στα παιδιά να μπουν στο νόημα.

 

Γιατί γράφετε ιστορίες για παιδιά κι όχι για ενήλικες;

Αισθάνομαι πολύ κοντά τους, στα παιδιά, κι όταν γράφω γίνομαι εγώ αυτό το παιδί που περιγράφω. Μπαίνω τόσο πολύ στον ρόλο  που νομίζω πως είμαι εγώ ο ήρωας του βιβλίου.

 

Τι σας εμπνέει; Τι γεννάει τις ιστορίες σας;

Ο,τι συμβαίνει γύρω μου. Η “Κωνσταντίνα και oι αράχνες της” έχει σχέση με ναρκωτικά, ο “Ψεύτης παππούς”  μιλάει για το Πολυτεχνείο, το “Καπλάνι της Βιτρίνας” και η “Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα” είναι βασισμένα σε προσωπικά βιώματα. Η ζωή γεννάει τις ιστορίες μου.

 

Ακόμα και τώρα σας αρέσει να έχετε επαφή με τους μικρούς σας αναγνώστες και δεν σας κουράζει να ταξιδεύετε για να τους δείτε από κοντά. Τι αποκομίζετε από τις συναντήσεις σας; Τι σας ωθεί να θέλετε να τους δείτε και να μιλήσετε μαζί τους από κοντά;

Μου αρέσουν αυτές οι συναντήσεις, η επαφή που έχω μαζί τους γιατί βλέπω ότι τα παιδιά στο σχολείο δεν μαθαίνουν ούτε για την Αντίσταση, ούτε για την ιστορία, ούτε τίποτα και με ενδιαφέρει πολύ να συνομιλώ μαζί τους. Τα παιδιά βέβαια, εκτός από την Αντίσταση, με ρωτούν για χίλια δύο άλλα πράγματα, δείχνει να τους ενδιαφέρει πιο πολύ η ζωή μου και η ζωή των δύο κοριτσιών (σ.σ. της Μέλιας και της Μυρτώς) παρά για τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα.

 

Εχετε αναφέρει πολλές φορές πως οι δάσκαλοι είναι πιο σημαντικοί από τους γονείς στο αν τελικά ένα παιδί θα διαβάσει βιβλία. Γιατί το λέτε αυτό; Δεν θεωρείτε πως το οικογενειακό περιβάλλον παίζει πρωτεύοντα ρόλο;

Οι δάσκαλοι είναι αυτοί που περνούν πολλές ώρες μαζί με τα παιδιά. Είναι πολύ πιο εύκολο ο δάσκαλος να βρει τρόπους “να τα ρίξει στην παγίδα”. Οι γονείς νομίζω πως δεν μπορούν να μηχανευτούν τόσους τρόπους για να τα πείσουν να διαβάσουν. Οι δάσκαλοι πολλές φορές εισάγουν στο μάθημα αποσπάσματα ενός βιβλίου και διαβάζουν κάθε ημέρα από λίγο κι έτσι τα παιδιά «τσιμπάνε» σιγά-σιγά και αρχίζουν να ζητούν παραπάνω και να διαβάζουν. Για αυτό βλέπεις στα σχολεία που υπάρχουν δάσκαλοι που θέλουν να κάνουν κάτι παραπάνω, τα παιδιά διαβάζουν, ενώ στις τάξεις που ο δάσκαλος απλώς κάνει τη δουλειά του και τίποτε περισσότερο, τα παιδιά δεν έχουν διαβάσει ούτε ένα βιβλίο. Πριν λίγο καιρό μάλιστα μου ανέφερε η Ξένια Καλογεροπούλου πως είχε πάει σε ένα σχολείο στο Χιλιομόδι, των 1.800 κατοίκων και πως τα παιδιά στο σχολείο της παρουσίασαν φανταστικά πράγματα. Ε, δεν είναι αυτό δείγμα των δασκάλων που έχουν;

 

Τελευταία έχει προκύψει ένα θέμα με τα ελληνικά παιδικά βιβλία. Ο καθηγητής κ. Γιάννης Παπαδάτος (κριτικός βιβλίων και πρόεδρος της φετινής επιτροπής των βραβείων ΙΒΒΥ) κάνει λόγο σε ένα κείμενό του για την επιστροφή του διδακτισμού στα βιβλία που απευθύνονται σε παιδιά. Τι πιστεύετε εσείς;

Έχει απόλυτο δίκιο. Βγαίνουν πάρα πολλά βιβλία και πλέον γράφει ο καθένας. Νομίζει κανείς πως το να γράψεις για παιδιά είναι εύκολο. Ότι γράφεις ένα κείμενο, βρίσκεις κι έναν καλό εικονογράφο και γίνεται η δουλειά. Τα περισσότερα από τα βιβλία που έχω διαβάσει δεν θεωρώ πως αξίζουν. Προσπαθούν να πουν κάτι στα παιδιά «με τρόπο», αλλά τελικά ο τρόπος τους είναι τόσο φανερός που είναι σαν να τους κουνούν το δάκτυλο. Βέβαια, πρέπει να αναφέρουμε ότι βγαίνουν και πολύ καλά βιβλία.

 

Πότε ένα παιδικό βιβλίο θεωρείται καλό;

Όταν ο χαρακτήρας του βιβλίου, το παιδί, είναι αληθινό παιδί και δεν φαίνεται από πίσω ο μεγάλος που προσπαθεί να πει την ιστορία μέσα από το στόμα του παιδιού. Πράγμα που είχε κάνει πρώτη – πρώτη κι από εκεί έχω επηρεαστεί πολύ κι εγώ – η Πηνελόπη Δέλτα. Το γράψιμό της, ο τρόπος που μιλούσε για τα παιδιά ήταν εξαιρετικός και σπάνιος.

 

Το βίντεο αποτελεί το τρέιλερ του ντοκιμαντέρ της Μαργαρίτας Μαντά “Ο μεγάλος περιπατος της Άλκης” σε συμπαραγωγή του Πέτρου Σεβαστίκογλου, για τη ζωή και το έργο της Αλκης Ζέη. Το ντοκιμαντέρ συμπεριλήφθηκε στο επίσημο πρόγραμμα του 19ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Ένας κινηματογραφικός περίπατος στην πολυτάραχη ζωή και στο πλούσιο έργο της συγγραφέως Άλκης Ζέη. Μια ζωή που κουβαλάει μέσα της ολόκληρη την ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα και ένα συγγραφικό έργο που έχει καταξιωθεί διεθνώς και συνεχίζει να καταξιώνεται, επηρεάζοντας πολλές γενιές ανθρώπων. Με κυρίαρχη μαρτυρία αυτήν της ίδιας της Άλκης Ζέη, αλλά και μαρτυρίες της αδελφής της Ελένης Κόκκου και των αγαπημένων φίλων και συνοδοιπόρων της, του σκηνοθέτη Μάνου Ζαχαρία και του ποιητή Τίτου Πατρίκιου.

 

* Το Καπλάνι της Βιτρίνας εκδόθηκε για πρώτη φορά από τον εκδοτικό οίκο Θεμέλιο το 1963, χωρίς εκείνη να το γνωρίζει. Το έστειλε το 1962 στον εκδότη Μίμη Δεσποτίδη, ο οποίος δεν της απάντησε ποτέ. Κι όταν επέστρεψε στην Ελλάδα από τη Μόσχα το 1964 και πήγε στον εκδοτικό να ρωτήσει τι απέγινε το βιβλίο, ο Δεσποτίδης της το έδειξε που κοσμούσε τη βιτρίνα των εκδόσεων. Στον Κέδρο αρχίζει να εκδίδει το 1974 και από το 2011 μέχρι σήμερα στο Μεταίχμιο. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε 23 γλώσσες.  Το Καπλάνι, ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου και το Κοντά στις ράγες έχουν βραβευτεί στις ΗΠΑ με το Mildred L. Batchelder Award. Το Καπλάνι πήρε το 2007 το βραβείο Αντερσεν. Η Άλκη Ζέη πήρε το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας για το έτος 1992. Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας του Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου της.

Save

Save

Save

Save

Save

Save

Save

Save

Save

Save

Save

Save