
Η μεγάλη εικόνα – Φυσικές Καταστροφές
Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια προσπάθεια εκλαΐκευσης της επιστημονικής πληροφορίας γύρω από τη διαρκή, εσωτερική, επιφανειακή και ατμοσφαιρική μεταβλητότητα της Γης, εστιάζοντας στα ακραία αποτελέσματά της.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια προσπάθεια εκλαΐκευσης της επιστημονικής πληροφορίας γύρω από τη διαρκή, εσωτερική, επιφανειακή και ατμοσφαιρική μεταβλητότητα της Γης, εστιάζοντας στα ακραία αποτελέσματά της.

Ένα βιβλίο που η πένα της Τασούλας Επτακοίλη με αρωγό την εικονογράφηση της Στέλλας Στεργίου συναντά την εμπειρία και τις γνώσεις των ανθρώπων της Εταιρείας Προστασίας της Μεσογειακής Φώκιας και επικοινωνεί με ευαισθησία στα παιδιά τις γνώσεις για ένα ζώο που οι ελληνικές θάλασσες είναι πλέον η κύρια περιοχή εξάπλωσής του.

Στο βιβλίο «Γιατί δεν κοιμάσαι, μαμά;» η αφήγηση ξεκινά με μια αντιστροφή ρόλων: το παιδί προσπαθεί να κοιμίσει τη μαμά του, η οποία παρά την εξάντληση παραμένει ξύπνια, με ατελείωτες λίστες υποχρεώσεων να περνάνε ασταμάτητα από το μυαλό της.

Έχετε όρεξη για παραμύθια; Όχι όμως όπως τα γνωρίζετε. Θα συναντήσουμε τους γνωστούς μας ήρωες, αλλά κάπως αλλιώς. Για παράδειγμα, τα τρία γουρουνάκια μετατρέπονται σε τρία πουλάκια, που φτιάχνουν τα σπιτάκια τους από σκουπίδια που είναι πεταμένα στη φύση. Η Κοκκινοσκουφίτσα ζει στην Αφρική και τον λύκο αντικαθιστά ένα έντρομο λιοντάρι, που φοβάται τον κυνηγό που έχει αποδεκατίσει όλη τη σαβάνα. Όπως καταλάβαμε, το Και Ζήσαμε Καλύτερα εννοεί ότι πράγματι οφείλουμε να ζήσουμε καλύτερα, ακόμα και αν είναι μέσα από τα παραμύθια.

Φευγαλέα διάβασα «Βαν Γκογκ». «Βιβλίο τέχνης για παιδιά», σκέφτηκα. «Ωραία!» Για στάσου όμως… Τι βλέπω; Έναν σκύλο! Βαν Ντογκ, λοιπόν! Για τους καλλιτέχνες ξέρουμε ότι ο τρόπος έκφρασης που τους ταιριάζει καλύτερα είναι η τέχνη τους. Έτσι λοιπόν και ο Βαν Ντογκ είναι λιγομίλητος και αφοσιωμένος στο έργο του!

Γραμμένο σε πεντάστιχες και δίστιχες στροφές, το κείμενο απευθύνεται στο παιδί-αναγνώστη σε δεύτερο ενικό. Οι γονείς (μέσω της συγγραφέα) θέτουν κοινές προκλήσεις στην καθημερινότητα ενός παιδιού (φοβάσαι να βουτήξεις, δεν έχεις παρέα, διστάζεις να χορέψεις κ.α.) και το νουθετούν ώστε να τις ξεπεράσει επιτυχημένα με στόχο να «γίνεις όλα όσα μπορείς».

Η οξιά που έπεσε στο δάσος είχε γεννηθεί από έναν σπόρο. Τα χρόνια πέρασαν, το δέντρο γέρασε, οι ρίζες του σάπισαν, ο δυνατός αέρας φύσηξε και το έριξε. Τώρα το δέντρο κείτεται στο έδαφος, καταμεσής του δάσους. Είναι το τέλος ή μια νέα αρχή; Το βιβλίο των Βαλεντίνα Γκοτάρντι, Ντάνιο Μιζερόκι και Ματσέι Μίκνο δίνει το ερέθισμα για παρατήρηση στον μικρόκοσμο που αναπτύσσεται μέσα στον κορμό ενός πεσμένου δέντρου, αλλά και γύρω από αυτόν.

Ο Λίβιο, μαθητής της Γ’ Λυκείου, παρουσιάζει στην τάξη του τον Μάγκνους Χίρσφελντ, τον γιατρό που υπερασπίστηκε την ισότητα και τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων στην εποχή του ναζισμού. Σύντομα όμως γίνεται φανερό πως η εργασία του δεν αφορά μόνο την ιστορία, αλλά και τον ίδιο: μια προσωπική εξομολόγηση που φέρνει αντιμέτωπη την τάξη – και κατόπιν ολόκληρη την κοινότητα – με αλήθειες που σοκάρουν, διχάζουν και οδηγούν σε αλυσιδωτές αντιδράσεις. Όταν ο Λίβιο εξαφανίζεται, οι φωνές όσων τον γνώρισαν – φίλοι, γονείς, καθηγήτρια, ακόμα και οι αντίπαλοί του – υφαίνουν την ιστορία μέχρι να ακουστεί ξανά η δική του.

Βρισκόμαστε στο 1940, στο Παρίσι, και βρίσκουμε τη μικρή μουσουλμάνα Σαφίγια, 10 χρονών, στη βιβλιοθήκη της πόλης να τρώει ζαχαρωτά και να διαβάζει με λαχτάρα χάρτες από όλον τον κόσμο. Έχει ακούσει ότι κηρύχτηκε ένας καινούριος πόλεμος, αλλά πιστεύει ακράδαντα ότι οι Γερμανοί δεν θα καταφέρουν να φτάσουν στη Γαλλία. Ωστόσο, όλα αλλάζουν και η Σαφίγια βλέπει τη ζωή της να ανατρέπεται μέσα σε μια στιγμή, όταν βιώνει ολομόναχη τον πρώτο βομβαρδισμό στην πόλη. Από εκεί και ύστερα, η Σαφίγια μετατρέπεται σε μια μικρή ηρωίδα, με τις απώλειες και τα κατορθώματά της.