Τον David Litchfield τον γνωρίσαμε μέσα από τα δύο βιβλία, το “O Αρκούδος και το πιάνο” και το “Ο παππούς μου έχει φίλο έναν γίγαντα”, τα οποία κυκλοφόρησαν και τα δύο μέσα στο 2017 από τις εκδόσεις Μικρή Σελήνη. Ο Litchfield, κατά βάση εικονογράφος, αλλά και συγγραφέας των δύο παραπάνω βιβλίων, ξεκίνησε την επαγγελματική του πορεία μέσα από ένα προσωπικό project, το “A drawing a day”, ένα στοίχημα με τον εαυτό του να ποστάρει στον λογαριασμό του στο Instagram ένα σκίτσο κάθε μέρα για έναν ολόκληρο χρόνο. Το project ολοκληρώθηκε με πολύ μεγάλη επιτυχία, μια μεγάλη έκθεση με τα 365 σχέδια κι ένα συμβόλαιο με το πρακτορείο Bright, που του εξασφάλισε την έκδοση του Αρκούδου. Με αφορμή τις δύο κυκλοφορίες στα ελληνικά, η Κόκκινη Αλεπού μίλησε μαζί του εφ’ όλης της ύλης.

 

Πώς ξεκινήσατε να ασχολείστε με την εικονογράφηση και τι ρόλο έπαιξε στη μετέπειτα πορεία σας το project “Drawing a day”;

Το Α Drawing a day ξεκίνησε το 2010 σαν ένα πείραμα να δω αν αρέσουν στον κόσμο αυτά που ζωγραφίζω. Ηταν ένας τρόπος να κάνω εξάσκηση πάνω στην εικονογράφηση και να εξελιχθώ σαν επαγγελματίας εικονογράφος. Ο στόχος μου ήταν να κάνω ένα σχέδιο την ημέρα και να το ποστάρω στο Instagram μου για να δω αν αρέσουν αυτά που κάνω και να διαβάσω τις κριτικές όσων με ακολουθούσαν. Στην πορεία κέρδισα πολλά σχόλια που με βοήθησαν να προχωρήσω παρακάτω, μια έκθεση με τα 365 σχέδια, που τα είδα για πρώτη φορά μαζεμένα στον ίδιο χώρο και καδραρισμένα και έναν άνθρωπο που μου άνοιξε τον δρόμο για να γίνω αυτό που είμαι τώρα.

 

Το «Ο αρκούδος και το πιάνο» είναι το πρώτο βιβλίο που γράψατε και εικονογραφήσατε και το οποίο βραβεύτηκε το 2016 με το Waterstones Children’s Book Prize for the Best Illustrated Book. Πώς προέκυψε η ιδέα του αρκούδου;

Εκανα σχέδια στο μπλοκ μου, όπως κάνω άλλωστε σχεδόν όλη την ώρα, όταν σχεδόν χωρίς να το καταλάβω ζωγράφισα έναν αρκούδο σε ένα πιάνο. Κάτι σε αυτό το σχέδιο μου έκανε εντύπωση. Επίσης, μου άρεσαν αυτές οι δύο λέξεις μαζί: αρκούδος και πιάνο. Ο μεγάλος αρκούδος, το δυνατό αυτό ζώο και το ντελικάτο μουσικό όργανο. Όταν ζωγράφισα την εικόνα, θέλησα να μάθω περισσότερα για αυτόν τον αρκούδο, πώς έμαθε να παιζει πιάνο, τι περιπέτειες έζησε λόγω του ταλέντου του και κάπως έτσι προέκυψε η ιστορία. Χαίρομαι αφάνταστα που αυτό που εγώ είχα στο μυαλό σαν μια πολύ πρόχειρη εικόνα, έγινε αυτό που έγινε, βραβεύτηκε ως το καλύτερο παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο για το 2016 και μάλιστα λίγο πριν τα Χριστούγεννα απέκτησε και τη δική του μουσική από τον Daniel Whibley και αφήγηση από την Joanna Lumley στη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη από τις Carrot Productions με παράλληλη μουσική επένδυση από ζωντανή ορχήστρα.

 

Το δεύτερο βιβλίο σας «Ο παππούς μου έχει φίλο έναν γίγαντα» μιλάει για την αποδοχή. Θα θέλατε να μας πείτε μερικά λόγια για την ιστορία του;

Ο Γίγαντας ήταν αυτός που μου άνοιξε τον δρόμο προς την επαγγελματική εικονογράφηση. Η ιδέα μου πρωτοήρθε αρκετά χρόνια πριν. Ήθελα να δω πώς μπορώ να κρατάω κρυμμένο έναν γίγαντα μέσα σε ένα αστικό τοπίο, να τον κρύβω πίσω από σπίτια και κολώνες φωτισμού. Όταν η ιδέα άρχισε να παίρνει μορφή, ξεκίνησα να φτιάχνω κάποια σχέδια. Ήταν βέβαια ακόμα η εποχή που δεν δούλευα σαν επαγγελματίας εικονογράφος, είχα μια διαφορετική πρωινή δουλειά και τα σχέδια τα έκανα τα βράδια. Έφτιαξα τρία ή τέσσερα σκίτσα πάνω σε αυτή την ιδέα του κρυμμένου γιγαντα και αποφάσισα να τα ανεβάσω στο Ιντερνετ για να δω τι σκέφτεται και ο κόσμος. Τελικά πολλοί ήταν αυτοί που τους άρεσαν, ειδικά το σχέδιο που ο γίγαντας ήταν κρυμμένος μέσα στην πόλη. Τότε ήταν που η Anne Moore Armstrong του πρακτορείου Bright τα είδε και επικοινώνησε μαζί μου για να υπογράψω στο πρακτορείο της! Η αλήθεια είναι πως ο Γίγαντας προηγήθηκε σαν ιδέα του Αρκούδου, αλλά όταν ήρθε η ώρα του να εκδοθεί, η ιστορια άλλαξε τελείως. Πάντα πίστευα πως ένα καλό βιβλίο, μια ταινία ή ένα έργο τέχνης πρέπει να κρύβουν ένα μήνυμα, ακόμα κι αν αυτό είναι καλυμμένο μέσα σε μια μεταφορά. Θεωρώ πως αυτή η συγκεκριμένη ιστορία ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να μιλήσω για την ιδέα της αποδοχής των ανθρώπων για αυτό που είναι, αλλά και της αποδοχής του ίδιου μας του εαυτού για αυτό που πραγματικά είμαστε. Το βιβλίο αυτό έχει να κάνει με την ανάγκη να αγκαλιάσουμε και να αποδεχτούμε τις δικές μας «παραξενιές». Αυτές άλλωστε είναι που μας χαρακτηρίζουν.

 

Σε ποιες από τις δύο ιδιότητές σας, αυτές του εικονογράφου και του συγγραφέα, βρίσκετε τη μεγαλύτερη πρόκληση σαν δημιουργός; Και τι έρχεται πρώτο: η εικονογράφηση ή το κείμενο;

Συνήθως η εικονογράφηση. Από εκεί ξεκινούν όλες οι ιδέες για τις ιστορίες που θέλω να πω. Από εκεί ξεκινάει μια χρονοβόρα διαδικασία που περιλαμβάνει ένα μεγάλο αλλά πολύ πρόχειρο storyboard του βιβλίου. Τα storyboards λειτουργούν πολύ επικοδομητικά, γιατί είναι σαν να βγάζεις την ιδέα από το κεφάλι σου και να την βλέπεις μπροστά στα μάτια σου, ακόμα κι αν η πρώτη εικόνα μου έχεις για αυτήν είναι πάρα πολύ πρόχειρη. Μετά έρχεται ένα δέυτερο storyboard, πιο προσεγμένο, που μοιάζει περισσότερο με βιβλίο παρά με ανάκατα προσχέδια. Εκείνη τη στιγμή η ιστορία αρχίζει να ολοκληρώνεται και αρχίζω να δημιουργώ τα 16 «σαλόνια» του μελλοντικού βιβλίου με όλες τους τις λεπτομέρειες. Όταν τελειώσει αυτό, τότε μπαίνει το κείμενο και ψάχνω με προσοχή τις λέξεις που θα «κουμπώσουν» στις εικόνες. Πολλές φορές, μπορεί να μην χρησιμοποιήσω καν λέξεις αν θεωρήσω ότι το εικαστικό μιλάει από μόνο του.

 

Αλλαξε κάτι στον τρόπο που δουλεύετε από τη στιγμή που εκδόθηκαν τα δύο βιβλία σας;

Δουλέυοντας πάνω στον Αρκούδο έμαθα πολλά για τον ρυθμό της δουλειάς και για το ποιες λέξεις ή εικόνες έπρεπε να χρησιμοποιήσω για να κάνω την ιστορία να “μιλήσει”. Το άλλο σημαντικό που έμαθα είναι να έχω τη δύναμη να πετάω ότι δεν λειτουργεί στην ιστορία, ακόμα κι αν εμένα μου αρέσει εικαστικά.

 

Υπάρχουν εικονογράφοι και συγγραφείς που θαυμάζετε για τη δουλειά τους και ποιοι θα λέγατε ότι μπορεί να έχουν παίξει ρόλο στη δική σας πορεία;

Εμπνέομαι από τη δουλειά πολλών νέων εικονογράφων, όμως οι μεγαλύτεροι ήρωές μου και οι μεγαλύτερες επιρροές μου προέρχονται από τα έργα των Albert Uderzo, Sylvain Chomet, Jon Klassen και Shaun Tan.

 

Από όλα τα βιβλία που έχετε διαβάσει, ποιο είναι το πιο αγαπημένο σας;

Είναι πολλά και αλλάζουν συνεχώς, αλλά νομίζω πως το βιβλίο που ποτέ δεν φεύγει από τη λίστα μου είναι ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας. Δεν ξέρω άλλον συγγραφέα σαν τον Roald Dahl που να μπορεί να χρησιμοποιεί τη γλώσσα και τις λέξεις όπως εκείνος και να δημιουργεί καινούργιες λέξεις. Κι όταν αυτά τα κείμενα τα συνδυάζεις με τα σχέδια του Quentin Blake, για μένα έχεις αγγίξει την τελειότητα. Και από όλα τα τέλεια βιβλία που έκαναν μαζί ο Dahl με τον Blake, ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας είναι το τελειότερο.

 

Αν μπορούσατε να διαλέξετε ένα μόνο βιβλίο για να εικονογραφήσετε, ποιο θα ήταν αυτό;

Ένα ολόκληρο βιβλίο του Charles Dickens, σίγουρα! Αν μπορούσα με κάποιο τρόπο να κάνω εικονοβιβλίο τη “Χριστουγεννιάτικη ιστορία” θα ήταν τέλειο. Να προσπαθήσω να αποδόσω αυτή τη φανταστική ιστορία και να εικονογραφήσω όλους εκείνους τους μοναδικούς χαρακτήρες σε ένα χιονισμένο σκηνικό στο Βικτωριανό Λονδίνο.

 

Υπάρχει κάτι πάνω στο οποίο δουλεύετε αυτή τη στιγμή;

Ναι, δουλεύω τη συνέχεια του “Ο Αρκούδος και το Πιάνο“, όμως δεν θα είναι ακριβώς συνέχεια με την παραδοσιακή της έννοια. Ποστάρω αρκετά συχνά φωτογραφίες στο Instagram, οπότε αν τις παρακολουθείτε θα δείτε τι ετοιμάζεται…

 

Και τα δύο βιβλία του David Litchfield κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μικρή Σελήνη