
Κείμενο: Σπύρος Κόλλας
Εικονογράφηση: Κανέλλος Cob
Εκδόσεις: Φουρφούρι
Χρονιά έκδοσης: 2025
Ηλικίες: 9+, 11+
Βρισκόμαστε στην Αμοργό, κατακαλόκαιρο, λίγο πριν τη Γιορτή του Παστελιού, μια μεγάλη ημέρα για το νησί. Εκεί βρίσκουμε μια παρέα έξι παιδιών, ηλικίας 11 έως 14 ετών: τον Κύρο και τη Νεφέλη, δύο δίδυμα αδέρφια από το Παγκράτι, τον Πάρη, έναν άγριο 14χρονο από την Κυψέλη, τη γλυκιά Φιλιώ, μια 13χρονη Αμοργιανή από το Γαλάτσι και τη Μαρία, γνήσια και δυναμική Αμοργιανή με τον μικρό της προστατευόμενο, τον 11χρονο Αμοργιανό Γιάννη, που ονειρεύεται να γίνει βαρκάρης. Μέσα στην παρέα ανθίζουν ειδύλλια, γεννιούνται μυστικά και χτίζονται γερές βάσεις για καλές φιλίες. Αλλά δεν λείπει το μυστήριο και η περιπέτεια· ο κυρ Θανάσης, παππούς του Πάρη, λέγεται πως είχε εντοπίσει παλιούς θησαυρούς που είχαν κρύψει οι Μανιάτες πειρατές που κάποτε έζησαν για ένα διατημα στο νησί της Αμοργού. Τα παιδιά ξεχύνονται στην αναζήτηση του σημειωματαρίου του κυρ Θανάση, για να βρεθούν σε παλιούς μύλους και να ζητήσουν την πολύτιμη βοήθεια του φυσικού Πέτρου, θείου του Κύρου και της Νεφέλης, για την αποκρυπτογράφηση των στοιχείων που βρίσκουν. Μια καλοκαιρινή περιπέτεια που σίγουρα θα θυμούνται για πάντα, όπως όλες οι παρέες της πρώτης εφηβικής ηλικίας, με τους πρώτους έρωτες και τις πρώτες μικρές παραβάσεις των κανόνων των μεγάλων.
Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο ήθελα, μέσα στο καταχείμωνο, να κλείσω διακοπές για το επόμενο καλοκαίρι για την Αμοργό. Περιγράφεται ολοζώντανα και γλαφυρά, μέσα από τους ανθρώπους, τα τοπία, τα έθιμα, τις μυρωδιές και τις γεύσεις της. Η πολύ καλή εικονογράφηση του Κανέλλου Cob βοηθάει πολύ στην ατμόσφαιρα, με την απεικόνιση όμορφων σημείων όπως το λιμάνι, οι παλιοί μύλοι, οι θαλάσσιες σπηλές με τον βυθό τους και οι θερινές αυλές με τα τις γάτες και τα τζιτζίκια που, ορκίζομαι, άκουσα να τερετίζουν. Ωραίες και οι ανθρώπινες φιγούρες των παιδιών και των (λίγων) μεγάλων, που χρωματίζουν οικεία και ευχάριστα την καλοκαιρινή περιπέτεια.
Πέρα από αυτά, ωστόσο, το βιβλίο δεν κατάφερε συνολικά να με κερδίσει όσο θα ήθελα. Δεν μπορώ να αρνηθώ ότι είναι ατμοσφαιρικό και καλογραμμένο, όμως έχω κάποιες ενστάσεις. Καταρχάς, τα έξι παιδιά της παρέας βρίσκονται στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου όλα μαζί και συμμετέχουν ισότιμα στους διαλόγους. Αν και αυτή η επιλογή δημιουργεί μια αίσθηση συλλογικότητας, η περιορισμένη διαφοροποίηση των φωνών , δεδομένου ότι πρόκειται για παιδιά παρόμοιας ηλικίας, κάνει την πολυφωνία να χάνει σταδιακά τη δυναμική της και να γίνεται κουραστική. Μου θύμισε θεατρικά έργα που πρέπει όλοι να έχουν λίγο πολύ τον ίδιο αριθμό από ατάκες, αλλιώς κάποιος ηθοποιός θα νιώσει αδικημένος…
Παρατηρώ επίσης μια δυσκολία στην πειστική απόδοση του σύγχρονου προφορικού λόγου των παιδιών. Πολλές από τις λέξεις και τις εκφράσεις που χρησιμοποιούνται παραπέμπουν περισσότερο σε προηγούμενες δεκαετίες, δημιουργώντας μια χρονική ασάφεια, σε σημείο που μέχρι να εμφανιστούν στην ιστορία τα κινητά τηλέφωνα, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι η πλοκή εκτυλίσσεται τη δεκαετία του ’90. Εκφράσεις όπως «ρε ούφο», «μας γνωρίζουν σαν κάλπικη δεκάρα», «το διατάζει η μανδάμ» ή «τα νεύρα μου τσατάλια», αν και ενδεχομένως λειτουργούν νοσταλγικά, αποδυναμώνουν τη ρεαλιστικότητα των χαρακτήρων ως εφήβων του τώρα.
Η σημαντικότερη ένστασή μου, ωστόσο, αφορά την ίδια την πλοκή. Παρότι υπονοείται από τις πρώτες σελίδες, η ιστορία αργεί να ξεκινήσει ουσιαστικά, ενώ στη μεγαλύτερη έκταση του βιβλίου συμβαίνουν ελάχιστα γεγονότα με αφηγηματικό βάρος. Η έμφαση δίνεται κυρίως στους διαλόγους και στις μεταξύ των παιδιών προστριβές, χωρίς όμως αυτά να οδηγούν πάντοτε σε ουσιαστική εξέλιξη της ιστορίας. Έτσι η επίγευση που αφήνει η ανάγνωση του βιβλιου είναι η αίσθηση ενός έργου που θα μπορούσε να έχει περισσότερα να πει, αλλά δεν βρίσκει τελικά τον τρόπο να το κάνει.


