Μπορεί μια… “Πετρόσουπα” να γίνει αφορμή για φιλοσοφική συζήτηση με παιδιά; Ήδη ο τίτλος του βιβλίου εγείρει ερωτήματα. «Είναι δυνατό να φτιάξουμε σούπα από πέτρες;», «Τι συστατικά μπορεί να έχει μια πετρόσουπα;», «Εσείς, θα τρώγατε ή θα προσφέρατε σε κάποιον άλλο πετρόσουπα;» Τα παιδιά καλούνται να δικαιολογήσουν τις απαντήσεις τους προσπαθώντας, μέσω διαλόγου, να πείσει το ένα το άλλο.  

Η «Πετρόσουπα» του Jon Muth (μτφρ. Μ. Κοντολέων, εκδ. Άγκυρα, 2003) όσο την ανακατεύουμε, αφήνει να αναδυθούν τα φιλοσοφικά «αρώματά» της. Οι αναγνώστες καλούνται να δοκιμάσουν τι γεύση έχουν η προσφορά, ο φόβος, η καχυποψία, η εμπιστοσύνη, η μοιρασιά και τα απλά πράγματα στη ζωή.

Οι ήρωες του παραμυθιού είναι τρεις καλόγεροι γυρολόγοι, ένα παιδί (μάλλον κορίτσι), μια γάτα και οι κάτοικοι ενός χωριού. Όταν οι τρεις καλόγεροι φτάνουν στο χωριό ατενίζουν κλειστές πόρτες και παράθυρα. Κανείς δεν τους υποδέχεται και οι ίδιοι συνειδητοποιούν ότι «οι άνθρωποι εδώ δεν γνωρίζουν τι σημαίνει ευτυχία». Παίρνουν την πρωτοβουλία να φτιάξουν μια πετρόσουπα. Ενώ κανείς χωρικός δεν είναι παρών, ο γεροντότερος καλόγερος λέει ότι «θα τους δείξουμε πώς μπορούν να φτιάξουν μια πετρόσουπα». Στο σημείο αυτό, κάποιος αναρωτιέται «πώς μπορούμε να δείξουμε κάτι σε κάποιον που είναι απών;». Ωστόσο, ο καλόγερος, μάλλον, υποθέτει ότι η περιέργεια θα «τσιγκλήσει» τους ανθρώπους να αναρωτηθούν ποιοι είναι οι ξένοι και τι κάνουν στο χωριό τους.

Οι πρώτοι κάτοικοι που εμφανίζονται και δείχνουν ενδιαφέρον είναι μια μαύρη γάτα και ένα παιδί. Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Τόσο η γάτα όσο και τα παιδιά δείχνουν περιέργεια προς κάθε τι νέο. Το παιδί προσεγγίζει τους καλόγερους και ρωτάει τι κάνουν. Γίνεται, έτσι, ο συνδετικός κρίκος των καλόγερων και του χωριού. Μεταφέρει την είδηση της παρασκευής της πετρόσουπας στη μαμά του, η οποία δείχνει ενδιαφέρον για τη συνταγή ενός φαγητού που δεν κοστίζει τίποτα. Προσφέρει μια μεγάλη κατσαρόλα για να μαγειρευτεί μεγάλη ποσότητα σούπας. Το παράδειγμά της ακολουθούν και οι υπόλοιποι χωριανοί, οι οποίοι, σταδιακά, αρχίζουν να κρυφοκοιτάζουν από τα μισόκλειστα παράθυρα και να προσφέρουν ο ένας περισσότερα από τον προηγούμενο.

Στο σημείο αυτό τίθεται κι άλλο ερώτημα. Τι κάνει κάποιον να προσφέρει; Είναι η μίμηση, το γεγονός ότι έτσι κάνουν και οι άλλοι; Είναι η περιέργεια για το τι σούπα θα προκύψει; Είναι η προσδοκία ότι όποιος δίνει μπορεί να συμμετέχει αργότερα σε κάτι μεγαλύτερο; Ή μήπως η προσφορά γίνεται μεταδοτική; Ποιο είναι το σημείο που κάνει κάποιον να αλλάξει συμπεριφορά και να αρχίσει να προσφέρει; Είναι τελικά η προσφορά ανιδιοτελής ή όχι;

Αργότερα, όλοι οι κάτοικοι κοιτούν χαρούμενοι πάνω από την κατσαρόλα τη σούπα που αχνίζει. Η προσφορά επεκτείνεται. Πλέον δεν φτιάχνεται μόνο μια σούπα. Στήνεται τραπέζι γιορτής, με μουσική και θεάματα. Κανείς δεν τα ζήτησε όλα αυτά, όμως έγιναν. Οι χωριανοί άνοιξαν τα σπίτια τους και φιλοξένησαν τους καλόγερους. Στο τέλος, όλο το χωριό τους αποχαιρετά αποδεικνύοντας πώς το «κλειστό» χωριό «άνοιξε».

Η εικονογράφηση αφηγείται παράλληλα.  Στις πρώτες σελίδες, οι καλόγεροι φαίνεται να κατεβαίνουν από τα σύννεφα στο χωριό, σε ένα περιβάλλον ομιχλώδες. Στο τέλος, αποκαλύπτεται μια γέφυρα, που προφανώς υπήρχε, αλλά την κάλυπταν τα σύννεφα. Με αυτόν τον τρόπο, η αναχώρησή των «ουρανοκατέβατων» καλόγερων σηματοδοτεί την ανάδειξη μιας γέφυρας επικοινωνίας που απλώνεται και προς τους αναγνώστες.

Η αισθητική απόλαυση ενός κειμένου είναι η πρώτη του αξία. Η φιλοσοφική συζήτησή του με τα παιδιά έχει γνήσιο ενδιαφέρον μόνο εφόσον πηγάζει από τις απορίες και τα ενδιαφέροντα τους. Ερωτήσεις, όπως, «τι σας έκανε  περισσότερο εντύπωση (και γιατί);», «έχετε απορίες;», «τι θα θέλατε να ρωτήσετε τους ήρωες της ιστορίας;», «υπάρχει κάτι που δεν καταλάβατε και θα θέλατε να συζητήσουμε περισσότερο;», επιτρέπουν στα παιδιά να αναδείξουν τις απορίες τους και στον υποψιασμένο ενήλικα να ανιχνεύσει τις πιθανές φιλοσοφικές έννοιες που αναδύονται και να διατυπώσει τις ερωτήσεις που θα επιτρέψουν την περαιτέρω ανάλυση τους.

Συχνά, ωστόσο, τα παιδιά δε ρωτούν γιατί δεν έχουν μάθει ότι μπορούν να ρωτούν! Άλλοτε ρωτούν αλλά η ερώτησή δε φτάνει στα αυτιά των ενηλίκων. Αρκούνται να απαντούν σε ερωτήσεις κατανόησης που διατυπώνουν οι ενήλικες και αφορούν κυρίως στο «ποιοι είναι οι ήρωες» και «τι λέει η ιστορία». Οι ερωτήσεις κατανόησης μπορούν, ωστόσο, να μετατραπούν σε ανοιχτές – φιλοσοφικές ερωτήσεις. Για παράδειγμα, μια ερώτηση όπως «τι προσέφεραν τελικά οι μοναχοί;» μπορεί εύκολα να «δώσει πάτημα» σε ερωτήσεις όπως «τι σημαίνει προσφέρω;», «γιατί προσφέρουμε;», «είναι η προσφορά το ίδιο με τη μοιρασιά;» επιτρέποντας στα παιδιά να συζητήσουν και να ανακαλύψουν κριτήρια προσφοράς και τρόπους διαφοροποίησης των εννοιών μεταξύ τους. Οι ερωτήσεις μπορούν, επίσης, να οδηγήσουν σε δραστηριότητες π.χ. εντοπισμού μικρών-απλών πραγμάτων στην καθημερινή ζωή μας που προσφέρουν ευτυχία, μετατρέποντας το φιλοσοφείν σε τρόπο ζωής. Έτσι απλά!

*Οι φωτογραφίες του βιβλίου προέρχονται από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο dadoo.gr

ΜΟΙΡΑΣΕ ΤΟ

Διαβάστε ακόμα