
Το εικονογραφημένο βιβλίο “Στη χώρα των τεράτων” του Maurice Sendak (εκδ. Παπαδόπουλος, μτφρ. Γ. Παλαβός) αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα έργα παιδικής λογοτεχνίας. Η ιστορία του Μαξ προκαλεί σκέψεις σχετικά με το τι σημαίνει να είναι κανείς «άγριος», «κακός» ή «τέρας», αλλά και για τη λειτουργία της φαντασίας ως καταφυγίου και τρόπου κατανόησης των συναισθημάτων.
Στο εξώφυλλο απεικονίζεται ένα κοιμισμένο απροσδιόριστο πλάσμα σε καθιστή στάση το οποίο έχει κέρατα, γαμψά νύχια, κεφάλι ταύρου (;) και ανθρώπινες πατούσες. Ο τίτλος αλλά και η εικονογράφηση εγείρουν αμέσως ερωτήματα. «Υπάρχει χώρα των τεράτων;», «Που βρίσκεται;», «Θα θέλατε να πάτε εκεί;», «Υπάρχουν τέρατα και αν ναι πώς είναι;» Τελικά, «τι κάνει κάποιον να είναι τέρας;»
Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Μαξ, ένα μικρό αγόρι που, φορώντας το κοστούμι του λύκου, μπαίνει στο ρόλο του άγριου και κάνει τη μια αταξία μετά την άλλη. Η μητέρα δεν εμφανίζεται πουθενά στο βιβλίο όμως «ακούγεται» να τον φωνάζει τέρας και να τον στέλνει στο δωμάτιό του χωρίς βραδινό φαγητό. Ο Μαξ μένει μόνος στο δωμάτιο, το οποίο σταδιακά ξεθωριάζει, εξαφανίζεται, μετατρέπεται σε δάσος και γίνεται ο κόσμος γύρω μας.
Η εικονογράφηση σε αυτό το σημείο είναι καθηλωτική. Ο Μαξ σαλπάρει με μια κόκκινη βάρκα που γράφει το όνομά του και φτάνει τελικά στη χώρα των τεράτων. Εκεί όλοι οι κάτοικοι είναι «τέρατα» με ανάμεικτα χαρακτηριστικά διαφορετικών ζώων και κοινά τα κίτρινα στρογγυλά μεγάλα μάτια και το άγριο ύφος. Ο Μαξ, ωστόσο, καταφέρνει να δαμάσει τα τέρατα και εκείνα ομόφωνα τον χρίζουν βασιλιά τους. Όλοι μαζί κάνουν «χαμό», μέχρι που ο Μαξ τα βάζει όλα τιμωρία και τα στέλνει στις σκηνές τους χωρίς βραδινό φαγητό. Ο ίδιος φαίνεται να αναπολεί το δωμάτιό του και μια μυρωδιά τον οδηγεί να αφήσει τη χώρα των τεράτων, παρόλο που τα τέρατα τον παρακαλούν να μη φύγει, διότι τον αγαπούν τόσο που θέλουν να τον φάνε! Ο Μαξ πηδά στη βάρκα του και επιστρέφει στο δωμάτιο, το οποίο έχει επανέλθει στη πρότερη φυσιολογική του μορφή. Το βραδινό τον περιμένει σερβιρισμένο στο τραπεζάκι και είναι ακόμα ζεστό.

Η ιδιαίτερη εικονογράφηση αλλά και το άψογα λιτό κείμενο διατηρούν στο αμείωτο την προσοχή των μικρών αναγνωστών. Οι αρχικές εικόνες που απεικονίζουν τον Μαξ, είτε να πηδάει στη σκάλα κρατώντας ένα πιρούνι σαν όπλο και το σκυλάκι του να φεύγει φοβισμένο, είτε να φτιάχνει μια σκηνή σκίζοντας με ένα καρφί την ταπετσαρία του τοίχου, προτρέπουν τα παιδιά να συζητήσουν «τι κάνει κάτι να είναι παιχνίδι», «πότε το παιχνίδι μετατρέπεται σε αταξία», «γιατί κάνει κάποιος αταξίες», «τι είναι η τιμωρία, αν εξυπηρετεί και σε τι». Συχνά, τα παιδιά συγκρίνουν τις αταξίες του Μαξ με δικές τους διατυπώνοντας κριτήρια κατηγοριοποίησης μιας πράξης ως «αταξία». Σχολιάζουν, επίσης, κατά πόσο ευθύνεται για τις αταξίες ο ίδιος ο Μαξ η ο ρόλος που υποδύεται φέρνοντας στην επιφάνεια ζητήματα ευθύνης, ρόλου και αληθινού εαυτού.
Η εικόνα που συνήθως «μαγεύει» τα παιδιά είναι η μεταμόρφωση του δωματίου του Μαξ σε δάσος. Η επίπλωση, τα παράθυρα ξεθωριάζουν σταδιακά και χάνονται. Υπερισχύει ο χώρος της φαντασίας του παιδιού. Τα παιδιά αναρωτιούνται πώς και αν πράγματι έγινε αυτό ή αν ο πρωταγωνιστής απλώς ονειρεύτηκε. Οι έννοιες της μεταμόρφωσης, της φαντασίας, της ονειροπόλησης, της αλήθειας και της πραγματικότητας παρασύρουν τα παιδιά σε φιλοσοφική συζήτηση σχετικά με τι είναι «δυνατό» και πώς καθορίζονται τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Η ίδια εικόνα δίνει τροφή για σκέψη και στον ενήλικα. Τι συμβαίνει στο δωμάτιο ενός τιμωρημένου παιδιού; Σε αντίθεση με ένα δωμάτιο ενηλίκων, το δωμάτιο ενός παιδιού μπορεί να μετατραπεί εύκολα σε δάσος, σε θάλασσα, σε οτιδήποτε. Οι φωνές που ακούει ένας ενήλικας έξω από το παιδικό δωμάτιο, σαν να έχουν μαζευτεί πολλά τέρατα μαζί και κάνουν φασαρία, για τον πρωταγωνιστή, γίνονται πραγματικότητα. Ή μήπως απλώς κοιμήθηκε;
Οι ευκαιρίες για φιλοσοφικές αναζητήσεις δε σταματούν. Απορίες των παιδιών, όπως «Γιατί τα τέρατα έκαναν τον Μαξ βασιλιά τους;» ή «Γιατί τα τέρατα είπαν στον Μαξ σε αγαπούμε τόσο που θέλουμε να σε φάμε;», μπορούν να οδηγήσουν, αντίστοιχα σε περαιτέρω ερωτήσεις (όπως «Χρειάζονται τα τέρατα βασιλιά;», «Είναι αρχηγός και βασιλιάς το ίδιο πράγμα;», «γιατί κάποιες φορές οι ενήλικες κάνουν ότι «μασουλούν» τα πατουσάκια των μικρών παιδιών λέγοντας «αχ, θα σε φάω»), ή σε δραστηριότητες (όπως η σύνταξη οδηγού αποφυγής τιμωριών, η μεταμόρφωση των δωματίων των παιδιών σε ιδανικούς τόπους διαφυγής, ή η απεικόνιση των αγαπημένων προσώπων ως…φαγητά!). Στο τέλος του βιβλίου ένα ζεστό πιάτο φαγητό περιμένει τον Μάξ… Άραγε πώς κυλάει ο χρόνος στη πραγματικότητα και πώς στη φαντασία;
Mια παρατήρηση για το τέλος, που επηρεάζει κατά κάποιο τρόπο και την ανάλυση του βιβλίου: γιατί ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου «Where the wild things are» μεταφράστηκε στα ελληνικά ως «Η χώρα των τεράτων»; Γιατί χρησιμοποιήθηκε η λέξη «χώρα» ενώ ο ίδιος ο δημιουργός δεν προσδιορίζει ορισμένο τόπο περιορισμού των άγριων πλασμάτων στο κείμενό του; Επίσης, πώς ταυτίζεται ο όρος wild (=άγριος) με τον όρο «τέρας», ιδιαίτερα όταν στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο ο όρος monster (=τέρας) δεν αναφέρεται πουθενά; Αφήνω ανοιχτά τα ερωτήματα σχετικά με τη σημασία της μετάφρασης και κλείνω με μια απλή αλλά ουσιαστική παρατήρηση, πως το βιβλίο δεν αφηγείται απλώς μια περιπέτεια φαντασίας, αλλά τη βαθιά ανάγκη του παιδιού να δοκιμάσει τα όρια, να εκφράσει τα έντονα συναισθήματά του και, τελικά, να επιστρέψει σε έναν χώρο ασφάλειας και αποδοχής.
