Oι περισσότερες επιστημονικές έρευνες και η πλειοψηφία των άρθρων που δημοσιεύονται στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη μεγαλόφωνη ανάγνωση και τα αποτελέσματα που έχει σε παιδιά προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν έρευνες που να αποδεικνύουν τα πολλά οφέλη της πρακτικής σε παιδιά μεγαλύτερων ηλικιών, παρά μόνο λίγα κείμενα αριστερά και δεξιά, γραμμένα από ανθρώπους που εφαρμόζουν την πρακτική της μεγαλόφωνης ανάγνωσης στα παιδιά του περιβάλλοντός τους και έχουν δημιουργήσει ένα είδους οικογενειακού ή σχολικού τελετουργικού, και στα οποία καταθέτουν τις απόψεις τους για το πώς έχουν καταφέρει να ενσωματώσουν τη μεγαλώφωνη ανάγνωση στο καθημερινό τους πρόγραμμα και τι αναπληροφόρηση λαμβάνουν – μέσα από συζητήσεις – από τους εφήβους τους. Κι αυτό πιθανώς να συμβαίνει γιατί ένα τεράστιο ποσοστό γονιών σταματάει να διαβάζει στα παιδιά τους επειδή θεωρούν ότι από τη στιγμή που το παιδί διαβάζει πλέον μόνο του, η δουλειά του έχει τελειώσει.

Ο Jim Trelease, Αμερικάνος παιδαγωγός και συγγραφέας του The Read-Aloud Handbook – του βιβλίου – Βίβλου της μεγαλόφωνης ανάγνωσης, σύμφωνα με όσους ασχολούνται με την πρακτική – αναφέρει πως το να διαβάζεις ένα βιβλίο δυνατά δεν οφελεί μόνο τα βρέφη ή τα μικρά σε ηλικία παιδιά, αλλά και τους έφηβους και τους νέους. Και αυτό γιατί το επίπεδο αναγνωστικής ικανότητας ενός παιδιού δεν φτάνει το επίπεδο της ικανότητας της ακρόασης μέχρι τα 13 -14 του χρόνια. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ένα παιδί, π.χ. πέμπτης Δημοτικού μπορεί να διαβάσει μόνο του κείμενα που απευθύνονται στην ηλικία του και την τάξη του, αλλά μπορεί με ευκολία να ακούσει να του διαβάζουν κείμενα που απευθύνονται σε μεγαλύτερες ηλικίες. Αυτό που τονίζει ο Trelease είναι πως ακόμα και αν έχει κατακτήσει το παιδί την ικανότητα της ανάγνωσης, δεν σταματάμε να του διαβάζουμε, καθώς ακόμα ωφελείται πολλαπλά, συνεχίζει να εμπλουτίζει το λεξιλογιό του και να έρχεται σε επαφή με κείμενα που δεν απευθύνονται στη δική του ηλικία (σε επίπεδο δυσκολίας, κατανόησης, διάφορα είδη γραπτού λόγου κλπ).

Ενας ακόμα φανατικός οπαδός των μεγαλόφωνων αναγνώσεων σε έφηβους και νέους, που χρόνια τώρα γράφει για το θέμα σε μεγάλα βρετανικά Μέσα, είναι ο Βρετανός ποιητής, συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός Micheal Rosen. Ο Rosen αναφέρει το πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξαν στον ίδιο οι μεγαλόφωνες αναγνώσεις που έκανε ο πατέρας του και ο μεγαλύτερος αδερφός του σε εκείνον όταν ήταν στην εφηβεία και το πώς τα βιβλία που διάβαζαν του άνοιξαν τις πόρτες ενός νέου κόσμου, αυτόν της λογοτεχνίας και του γραπτού λόγου, της πρόζας. Ο προφορικός λόγος, λέει ο Rosen, είναι τελείως διαφορετικός από τον γραπτό, είναι ατελής, κομμένος, με λέξεις που χρησιμοποιούμε κυρίως στη καθομιλουμένη κι όχι όταν γράφουμε. Αν θέλουμε λοιπόν τα παιδιά να μάθουν να γράφουν σωστά, συνεχίζει ο Rosen, τότε θα πρέπει να τους διαβάζουμε δυνατά λογοτεχνικά βιβλία, καθώς αυτά τα βοηθούν να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο γράφουμε πρόζα.

H μαγική ώρα της μεγαλόφωνης ανάγνωσης

Πέρα από το γνωστικό και μαθησιακό κομμάτι, που υποστηρίζουν τόσο ο Trelease όσο και ο Rosen, υπάρχει και το συναισθηματικό κομμάτι, πάνω στο οποίοι ειδικοί για να μιλήσουν είναι κυρίως οι ψυχολόγοι. Συχνά γίνεται αναφορά στην ανάγκη των μεγαλύτερων παιδιών να συνδεθούν με τους γονείς τους. Εδώ μπαίνουν οι ψυχολόγοι1 και τονίζουν πως ένας από τους πιο εύκολους, σχετικά ανέξοδους και κυρίως διασκεδαστικούς τρόπους είναι η μεγαλόφωνη ανάγνωση. Ο χρόνος, δηλαδή, που θα διαθέσουμε σε ένα μεγαλύτερο παιδί, σε έναν/μία έφηβο για να του/της διαβάσουμε ένα βιβλίο ή έστω θα ασχοληθούμε να διαβάσουμε μαζί του ένα απόσπασμα από ένα βιβλίο που διαβάζουμε εμείς. Mπορεί o χρόνος αυτός να είναι σχετικά λίγος (ένα δεκάλεπτο, ισως και λιγότερο), είναι όμως υπερπολύτιμος, καθώς με τον τρόπο αυτό, αφενώς κάνουμε μια παύση από την τρέλα της καθημερινότητας και κάνουμε κάτι διασκεδαστικό και ξεκούραστο, αφετέρου καλύπτουμε την ανάγκη που ίσως έχει το παιδί να συνδεθεί με τον γονέα του και να του ανοιχτεί. Πώς; Διαβάζοντας ένα βιβλίο ή έστω ένα απόσπασμα δυνατά δίνεις τη δυνατότητα σε έναν έφηβο να συζητήσει με τον πατέρα του ή τη μητέρα του ή κάποιο άλλο κοντινό του πρόσωπο για δύσκολα θέματα που τον/την απασχολούν και μέσα από την ιστορία που θα ακούσει να αισθανθεί άνεση και να ξεκινήσει μια συζήτηση πάνω σε αυτό. Στο κομμάτι, λοιπόν, των εφήβων, δεν δίνεται σημασία μόνο στο μαθησιακό κομμάτι αλλά – κυρίως – στο συναισθηματικό και στο θέμα της συμπεριφοράς. Με τη μεγαλόφωνη ανάγνωση σε αυτές τις δύσκολες ηλικίες των 12 – 13 -15 ετών επικεντρώνεσαι περισσότερο στην έννοια της απόλαυσης, της διασκέδασης – αφού αυτό ουσιαστικά είναι και η ίδια η ανάγνωση ακόμα κι όταν γίνεται από μέσα μας, ενώ παράλληλα αποκτάς έναν επιπλέον σύμμαχο στη μάχη της επανασύνδεσης των σχέσεων παιδιού-γονέα που μπορεί να έχουν διακοπεί για διάφορους λόγους.


Η δημοσιογράφος και κριτικός παιδικών βιβλίων της Wall Street Journal, Megan Cox Gurdon, στο βιβλίο της The enchanted hour: the miraculous power of reading aloud in the age of distraction (HarperCollins, 2019) μιλάει για το πώς οι μεγαλόφωνες αναγνώσεις λειτουργούν θετικά στα μεγαλύτερα παιδιά, ακόμα και σε αυτά που πλέον βρίσκονται στη δύσκολη ηλικία της εφηβείας. H ίδια ειναι φανατική οπαδώς των read-alouds και συνεχίζει ακόμα και τώρα που τα παιδιά της ειναι 24, 22, 18, 17 και 13 ετών να τους διαβάζει δυνατά. Βασιζόμενη στις πιο πρόσφατες έρευνες της νευροεπιστήμης και της ανθρώπινης συμπεριφοράς και αντλώντας υλικό και στοιχεία από τη λογοτεχνία, αλλά και από την προσωπική της εμπειρία ως μητέρα που διαβάζει μεγαλόφωνα στις κόρες της, η συγγραφέας εξηγεί στις σελίδες του βιβλίου της τα εκπληκτικά γνωστικά και κοινωνικό-συναισθηματικά οφέλη που έχουν τα μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά όταν κάποιος τους διαβάζει. Η Gurdon υποστηρίζει ότι αυτή η αρχαία πρακτική είναι ένα σίγουρο αντίδοτο στη διατάραξη προσοχής, στις κατακερματισμένες οικογένειες και στο ανεκπλήρωτο που δημιουργεί η εποχή της τεχνολογίας, συμβάλλοντας με τον πιο απλό τρόπο στη δημιουργία ισχυρών δεσμών ανάμεσα σε αυτόν που διαβάζει και αυτόν/ούς που ακούν.

Καταλήγοντας, και αυτό που λέει και η Gurdon, είναι πως αυτό που αντιλαμβάνονται όλοι είναι πως ναι, τα χρόνια της εφηβείας είναι δύσκολα και ταραχώδη, με πολλές καλές και κυρίως κακές ημέρες και δύσκολα ένας έφηβος θα δεχτεί να περάσει χρόνο με τους γονείς του. Είναι η εποχή των αλλαγών, η εποχή που θες να ξεκολλήσεις από το σπίτι σου, να γίνεις διαφορετικός από τους γονείς σου και να μοιάζεις περισσότερο στους συνομήλικούς σου. Η μεγαλόφωνη ανάγνωση είναι ένας τρόπος να ψυχαγωγηθείς, μια διέξοδος. Κανείς – σίγουρα – δεν μπορεί να την επιβάλλει, όμως – κι εδώ νομίζω δεν μπορεί να διαφωνίσει κανείς, αποτελεί έναν τρόπο ενήλικες και έφηβοι να επικοινωνούν χωρίς να υπάρχει στη μέση η γκρίνια και ο αρνητισμός. «Πιθανώς, στη μεγάλη μου κόρη της αρέσει να της διαβάζω όταν τρώμε πρωινό, γιατί με αυτόν τον τρόπο δεν χρειάζεται να μιλάμε για άλλα θέματα», λέει η Gurdon σε μια συνέντευξή της. «Είναι ένας όμορφος τρόπος να είμαστε μαζί χωρίς να χρειάζεται να κάνει πολλές ερωτήσεις η μία στην άλλη».

Πηγές και επιπλέον αρθρογραφία: 1, 2, 3, 4, 5.