Φωτογραφία: Christin Hume/Unsplash

Την προηγούμενη τάξη μου τη συνόδεψα για τρία χρόνια. Ήταν μια πολύ «δύσκολη» τάξη, γεμάτη προκλήσεις, ματαιώσεις, απογοητεύσεις. Μια τάξη με τρεις παράλληλες στηρίξεις, με βοηθητικό προσωπικό, νοσηλεύτρια, με συνεργασία τόσο με το τμήμα ΖΕΠ (Τάξεις Υποδοχής) όσο και με το τμήμα ένταξης. Τον πρώτο καιρό μαζί τους ένωθα πως συμμετείχα, εν αγνοία μου, σε κάποιο κοινωνικό πείραμα. Συχνά έχανα την ανάσα μου ακριβώς όπως περιγράφει η Έλλη Αλεξίου στο «Γ’ Χριστιανικό Παρθεναγωγείο». Μια από αυτές τις δύσκολες στιγμές πήρα στα χέρια μου ένα βιβλίο κι άρχισα να διαβάζω. Δεν το είχα σχεδιάσει. Πήρα το πρώτο βιβλίο που βρέθηκε μπροστά μου και το άρπαξα σαν σανίδα σωτηρίας μόνο και μόνο για να μπορέσω να σωθώ.

Και τότε άρχισε να γίνεται το θαύμα, όπως γίνεται στα παραμύθια. Τη θυμάμαι ακόμη τη στιγμή εκείνη κι ας έχουν περάσει τέσσερα χρόνια. Ήταν από εκείνες τις φορές που νιώθεις να αλλάζει η πυκνότητα του αέρα γύρω σου και δεν είσαι σίγουρος αν όσα ζεις είναι πραγματικά ή τα ονειρεύεσαι. Κι από τότε τα βιβλία έγιναν ο κοινός μας τόπος. Εκεί όπου μπορούσαμε να συναντηθούμε, να εκφραστούμε ελεύθερα, να μάθουμε αβίαστα, να ξεφύγουμε από τις συμβάσεις και τις υποχρεώσεις του σχολείου.

‘Εχοντας το προνόμιο να συνεργαστώ με τα ίδια υπέροχα παιδιά για τρία χρόνια αξιώθηκα να δω τα αποτελέσματα της μεγαλόφωνης ανάγνωσης στην τάξη. Μαθησιακά ήταν απίστευτο το πόσο προχώρησαν τα περισσότερα. Για κάποια τα βιβλία που διαβάζαμε μαζί ήταν και τα μόνα βιβλία που διάβαζαν καθώς δυσκολεύονταν στην ανάγνωση είτε εξαιτίας μαθησιακών δυσκολιών είτε επειδή η ίδια η γλώσσα ήταν εμπόδιο. Η ενσυναίσθηση του κάθε παιδιού αλλά και ολόκληρης της τάξης αυξήθηκε εντυπωσιακά. Η ανεκτικότητα, η αλληλεγγύη, η κριτική σκέψη, η προφορική και η γραπτή έκφραση, η αυτοεκτίμηση το ίδιο. Στο τέλος είχα μπροστά μου μια δεμένη ομάδα πολύ απαιτητικών αναγνωστών που συχνά με έκαναν να χαμογελώ κρυφά ή με έφερναν σε αμηχανία με τις απόψεις και την κριτική τους.

Τα προβλήματα δεν εξαφανίστηκαν με κάποιον μαγικό τρόπο. Η συγκεκριμένη τάξη άλλωστε έμεινε γνωστή, καθόλου τυχαία, ως «Jurassic Park». Ωστόσο, η μεγαλοφωνη ανάγνωση βοήθησε ώστε να δημιουργηθεί ένας ασφαλής τόπος για να μεταφέρονται και να λύνονται.

Η επόμενη τάξη μου ήταν τα «πρωτάκια της καραντίνας». Έφτασαν στην τρίτη τάξη με μεγάλες δυσκολίες. Οι πρώτες μου προσπάθειες να διαβάσω στην τάξη στέφθηκαν με απόλυτη αποτυχία. Η τρομερή αδυναμία συγκέντρωσης που είχαν  σε οτιδήποτε δεν περιείχε οθόνη με έκαναν να κλείνω το ένα βιβλίο μετά το άλλο απογοητευμένη. Δεν πίστεψα από την αρχή σ’αυτά τα παιδιά και τους χρωστώ μια μεγάλη συγνώμη. Δεν τα εμπιστεύτηκα, τα σύγκρινα μονίμως με τα προηγούμενα και πάντα έβγαιναν λειψά. Μα ευτυχώς δεν τα παράτησα. Συνέχισα να διαβάζω μέχρι που ένα ένα άρχιζαν σιγά σιγά να ανθίζουν μπροστά στα μάτια μου. Πλέον είναι «οι καλύτεροι πελάτες» της Βιβλιοθήκης!

Η μεγαλόφωνη ανάγνωση δεν είναι η λύση, είναι ο δρόμος κι ο καθένας τον περπατά με τον δικό του τρόπο. Θέλει πίστη και αφοσίωση, θέλει αγάπη. Θέλει επιμονή. Πάνω από όλα θέλει από όποιον την κάνει να εχει γευτεί ο ίδιος τη μαγεία της ανάγνωσης, να έχει αφεθεί να τον ρουφήξει ένα αγαπημένο βιβλίο, να έχει μείνει για καιρό μετέωρος στην αχλύ του πριν διαβάσει το επόμενο.

Καλές αναγνώσεις λοιπόν!