H συγγραφέας Μιράντα Βατικιώτη

Η Μιράντα Βατικιώτη δεν είναι καθόλου άγνωστη στον κόσμο του βιβλίου. Με το πρώτο της μυθιστόρημα για παιδιά βρέθηκε στις μικρές λίστες των Κρατικών Βραβείων Παιδικής Λογοτεχνίας (2006), ενώ μέχρι σήμερα που μιλάμε έχει εκδόσει δύο βιβλία μυστηρίου για ενήλικες (Οι τέσσερις εποχές του κυρίου Ανανία, 2016 και Το μυστικό του βασιλιά των γερανιών, 2017) καθώς και την παιδική σειρά “Η συμμορία με τις μπλε κάλτσες”, που σε κάποιους από εμάς ξυπνάει μέσα μας την ίδια μαγεία που ασκούσαν πάνω μας κάποτε τα βιβλία της Ίνιντ Μπλάιτον. Με αφορμή την κυκλοφορία και του τρίτου βιβλίου της Συμμορίας, η Κόκκινη Αλεπού μίλησε με τη συγγραφέα για τα κείμενά της, τα βιβλία που αγάπησε μικρή, το θέατρο και φυσικά την αστυνομική λογοτεχνία.

Από την Πάτρα και τη θεατρολογία στο «Μαγικό ρολόι» κι από εκεί στον χορό, την ηθοποιία, τις μεταφράσεις θεατρικών έργων, τη συγγραφή νουάρ μυθιστορημάτων για ενήλικες και βιβλία μυστηρίου για παιδιά. Πώς συνδέονται όλα αυτά;
Το σωστό είναι το “Πώς είναι δυνατόν να συνδέονται όλα αυτά;” Η ζωή είναι ένα χάος χωρίς γραμμικότητες και με διαρκείς μεταβολές, πράγμα άλλοτε επίπονο και άλλοτε συναρπαστικό. Αλλά τελικά, κοίτα να δεις που υπάρχει πάντα ένας κοινός παρονομαστής κάτω, πίσω και πάνω απ’ όλες μας τις εκφάνσεις. Το ψάχνω κι εγώ, άσε δε που απεχθάνομαι τις εύκολες και σίγουρες απαντήσεις για τέτοια ζητήματα και υποψιάζομαι ότι αυτό που συνδέει όλα αυτά είναι η αφήγηση μιας ιστορίας. Εκεί συναντιέται ο χορός, το γράψιμο, η θεατρολογία, η μετάφραση: είναι όλα εργαλεία για να αφηγείσαι ιστορίες. Ή έτσι τα αντιμετωπίζω εγώ όλα αυτά. Δρόμους για να μιλήσουμε και ιδανικά να βρούμε νέους τρόπους ανάγνωσης.

Τι είναι αυτό που σας οδήγησε στη συγγραφή; Ποια ήταν η σχέση σας με τη λογοτεχνία και τα βιβλία όταν ήσασταν μικρή; Ποια βιβλία θυμάστε πιο έντονα;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα σπίτι που ξεχείλιζε από βιβλία με δύο γονείς που κυκλοφορούσαν διαρκώς με ένα βιβλίο στο χέρι. Από πολύ μικρή ηλικία, μιμούμενη κι εγώ τη γονεϊκή συνήθεια (ή παροχή;) έκανα το ίδιο. Η σύνδεσή μου, λοιπόν, με τη λογοτεχνία υπήρξε οργανική. Από τα βιβλία που θυμάμαι πιο έντονα θα διαλέξω τον Μικρό Νικόλα που μου διάβαζε τις περιπέτειές του η μαμά μου και μετά που τον διάβαζα μανιωδώς μόνη μου όταν έμαθα ανάγνωση και τα αγαπημένα μου κεφάλαια τα διάβαζα ξανά και ξανά. Αυτό ήταν το πρώτο ανάγνωσμα που θυμάμαι. Και μετά έγινε κάτι πολύ αστείο. Θυμάμαι που έπεσε στα χέρια μου η Ματίλντα του Ρόαλντ Νταλ. Ανοίγω το βιβλίο, πάω στα περιεχόμενα, βρίσκω τον τίτλο κεφαλαίου που μου άρεσε πιο πολύ απ’ όλους κι αρχίζω να το διαβάζω. Συνειδητοποιώ πως κάτι περίεργο συμβαίνει. Διαλέγω άλλο κεφάλαιο, το διαβάζω, παρατηρώ πως μου λείπουν πληροφορίες. Για να μην πολυλογώ, με τη Ματίλντα ανακάλυψα πως υπάρχουν βιβλία που πρέπει να διαβάσεις τα κεφάλαια απ’ την αρχή με τη σειρά, αλλιώς δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται. Με θυμάμαι να έχω μείνει με το στόμα ανοιχτό νομίζοντας πως αυτή η τεχνική ήταν μια παραξενιά του Νταλ. Μετά ανακάλυψα πως την ίδια παραξενιά είχε και η Ζωρζ Σαρή στο Ψέμα και πολύ σύντομα τα κατάλαβα όλα. Συνεπώς, πιο έντονα θυμάμαι αυτά τα τρία βιβλία – μου έμαθαν να διαβάζω. Το τι με οδήγησε στη συγγραφή είναι άλλη ιστορία. Στην πραγματικότητα ένα λάθος με οδήγησε εκεί. Όταν πήγαινα στο Δημοτικό ήταν πολύ στη μόδα τα ημερολόγια. Μυστικά τετράδια, με λουκέτο, και υφολογία “αγαπητό μου ημερολόγιο“. Μου πήραν κι εμένα ένα. Νόμιζα πως είναι υποχρέωσή μου να γράφω εκεί καθημερινά τι έκανα, τι είπα, πού πήγα. Το έβρισκα απελπιστικά βαρετό, αλλά το τηρούσα. Ώσπου, μια μέρα έκανα μια συγκλονιστική διαπίστωση! Αφού ήταν μυστικό, εξ ορισμού, μπορούσα να γράφω ό,τι θέλω χωρίς να κινδυνεύω να κατηγορηθώ ότι λέω ψέματα και άρα να κάνω αυτή την καθημερινή μου υποχρέωση πιο ενδιαφέρουσα. Εκεί άρχισαν όλα. Οι βαρετές εξιστορήσεις της καθημερινότητας εμπλουτίστηκαν από ασύστολα ψέματα που περιλάμβαναν αποβάσεις εξωγήινων, απαγωγές, προσθήκες κωμικών επεισοδίων, μεγάλες ανατροπές και περιπέτειες άνευ προηγουμένου. Μετά έγινε η αγαπημένη μου παιδική ασχολία και πολύ σύντομα εθίστηκα. Κι ύστερα ανακάλυψα ότι δεν το λέμε ψέματα αλλά λογοτεχνία.

Τα πρώτα βιβλία που γράψατε είναι αστυνομικά μυθιστορήματα; Τι σας ελκύει στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς νουάρ μυθιστορημάτων και ποιοι οι αγαπημένοι ήρωες;
Δύο είναι τα στοιχεία που με ελκύουν στην αστυνομική φόρμα – το ένα αφορά τη δομή, το άλλο το περιεχόμενο. Το δομικό είναι το στοιχείο του παιχνιδιού. Αντιμετωπίζω το αστυνομικό ως την κατασκευή ενός γρίφου. Η εκφώνηση αυτού του γρίφου είναι η σκηνή του εγκλήματος ή το πρώτο συμβάν. Και μετά ακολουθεί παιχνίδι με τον αναγνώστη. Δίνεις στοιχεία, σιγά σιγά, προσεκτικά, με συμμετρίες και προσήλωση στο σασπένς, ο αναγνώστης ψάχνει να βρει την αλήθεια πριν του την ανακαλύψεις εσύ. Όπου παιχνίδι και διάδραση. Με συναρπάζει η συγγραφή αστυνομικού γιατί νιώθω πως παίζουμε μαζί με τον αναγνώστη το παιχνίδι της λύσης του γρίφου. Όσον αφορά το περιεχόμενο, αυτό που με ενδιαφέρει στο αστυνομικό είναι το ότι μέσω του στοιχείου της παράβασης μπορείς να διερευνήσεις κοινωνικά ζητήματα. Θα με ακούσετε πολλές φορές να λέω ότι το αστυνομικό είναι για μένα κοινωνικό μυθιστόρημα, είτε απευθύνεται σε ανήλικα άτομα είτε σε ενήλικα. Αγαπημένοι συγγραφείς πολλοί. Θα διαλέξω τον Σιμενόν τόσο για την κοινωνική του ματιά, όσο και για την χειρουργική ακρίβεια με την οποία χειρίζεται τις λεπτομέρειες. Θα διαλέξω και τον Χένινγκ Μανκέλ γιατί μας χάρισε τον υπέροχο κύριο Βαλάντερ – αυτό απαντά και στο ερώτημα με τους αγαπημένους ήρωες.

Το 2006 το «Μαγικό ρολόι», το πρώτο σας βιβλίο για παιδιά, προτάθηκε για Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας. Τι σήμαινε αυτό για μια νεαρή συγγραφέα που μόλις είχε βγάλει το πρώτο της βιβλίο;
Σήμαινε κάτι πολύ σημαντικό και αναντικατάστατο: “συνέχισε“. Κι είμαι πολύ ευγνώμων που αυτό το “συνέχισε” το έλαβα στην πρώτη μου απόπειρα απεύθυνσης στο ευρύ κοινό. Απέκτησα αυτοπεποίθηση, αλλά ταυτόχρονα ανέλαβα και μια ευθύνη. Εν τέλει, ήταν μια μικρή ενηλικίωση για μένα.

“Η συμμορία με τις μπλε κάλτσες” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αίολος είναι μια σειρά βιβλίων μυστηρίου για παιδιά. Μιλήστε μας λίγο για την παρέα των παιδιών που έχουν ήδη λύσει τρία μυστήρια.
Η έμπνευση να δημιουργήσω αυτά τα παιδιά ήρθε μέσα από γεμάτες όρεξη συζητήσεις που κάναμε με την ομάδα των εκδόσεων Αίολος. Λέγαμε ιδέες, λέγαμε τι θα μας άρεσε από μια σύγχρονη ματιά πάνω στο μυστήριο για παιδιά, λέγαμε, λέγαμε, λέγαμε και τελικά έγινε αυτό που γίνεται πάντα: αποφασίσαμε να το κάνουμε. Είναι μια ομαδική δουλειά αυτές οι περιπέτειες, μαζί με την καθοριστικής και κυριολεκτικής σημασίας πινελιά του εικονογράφου Δημήτρη Κ. Πανταζή. Κι ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί η Συμμορία να μας κινητοποιεί, γιατί είμαστε όλοι μαζί σ’ αυτό και διαρκώς ανυπομονούμε για την επόμενη περιπέτεια. Από εκεί και πέρα ό,τι και να πω για τις Μπλε Κάλτσες θα είναι λίγο. Αυτή η παρέα παιδιών έχει καταφέρει να μιλάει μόνη της για τον εαυτό της μέσα από τις αφηγήσεις της Ρόζας. Αυτό που χρειάζεται να ξέρετε είναι πως η Συμμορία με τις Μπλε Κάλτσες δεν φοράει σχεδόν ποτέ μπλε κάλτσες και δεν έχει αρχηγό. Όμως είναι πολύ αποτελεσματική ομάδα κι ό,τι αρχίζει το τελειώνει, γιατί δεν εγκαταλείπουν τη μάχη αν δεν οδηγηθούν σε μια αλήθεια.

Έχοντας ήδη στο βιογραφικό σας δύο βιβλία αστυνομικής λογοτεχνίας για ενήλικες, ποιες θα λέγατε πως είναι οι διαφορές ανάμεσα στα δύο είδη και ποια τα κοινά τους στοιχεία;
Η δομή και το περιεχόμενο είναι ίδια. Επίσης, μια δική μου επιλογή που μου αρέσει και την κρατάω, είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Κοινή κι αυτή για τα είδη που γράφω – στους μεν ενήλικες αφηγείται ο επιθεωρητής Παπαδόπουλος, στα δε παιδιά η Ρόζα. Όσον αφορά τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο κάθε αφηγητής, κι εδώ θα υπογραμμίσω κάτι κοινό: δουλεύω την προφορικότητα του λόγου τους, άρα, η όποια υφολογική διαφοροποίηση υπάρχει, έχει να κάνει με τον/ην κάθε αφηγητή/ρια ως ρόλο, ως τρόπο σκέψης, ως πρίσμα μέσα απ’ το οποίο ξεναγούμαστε μέσα σε μια σειρά γεγονότων. Από ‘κει και πέρα, αλλάζει η σκηνογραφία: το σκηνικό του Παπαδόπουλου είναι η σύγχρονη αγριεμένη Αθήνα, ενώ το σκηνικό της Ρόζας είναι μια πιο αφηρημένη έννοια μιας πιο αόριστης πόλης. Ωστόσο κι εδώ κοινό θα βρω, το αστικό τοπίο. Τα τόσα κοινά έχουν μεγάλη σημασία για μένα. Έχοντας δουλέψει πολλά χρόνια με παιδιά όλων των ηλικιών όλο και πιο πολύ καταλήγω στο συμπέρασμα ότι μικροί και μεγάλοι καλούμαστε να εξερευνήσουμε τον ίδιο κοινόχρηστο κόσμο και να μοιραστούμε τους ίδιους προβληματισμούς. Δεν με συγκινεί ο διδακτισμός, δεν τον χρησιμοποιώ. Με συγκινεί η έρευνα και η διαπραγμάτευση.

Τι είναι αυτό που σας τροφοδοτεί με ιδέες για να γράψετε τα κείμενά σας;
Οι επιρροές μου σε επίπεδο τροφοδοσίας είναι κάθε φορά μια έκπληξη. Συνεπώς δεν έχω να μοιραστώ έναν κανόνα εδώ. Φαινόμενα και συμβάντα της καθημερινής ζωής με τροφοδοτούν με νέες ιδέες προς επεξεργασία και κάποιες από αυτές περνάνε στο χαρτί μέσα από τη σύνθεση μιας ιστορίας. Οι επιρροές μου σε λογοτεχνικό επίπεδο επίσης χαρακτηρίζονται από μεγάλη αστάθεια. Στην παρούσα φάση έχω βυθιστεί στο συναρπαστικό σύμπαν της Donna Haraway και δεν μπορώ να ησυχάσω μ’ αυτά που γράφει. Πώς επεξεργαζόμαστε νέες ιδέες μέσα από τις παλιές ιδέες μας, πώς αποκτούμε γνώση μέσα από την ήδη υπάρχουσα γνώση μας, πόσο ελεύθερος είναι ο τρόπος που σκεφτόμαστε και τι εργαλεία υπάρχουν για να σκεφτούμε / διερευνήσουμε / επαναπροσδιορίσουμε / κατανοήσουμε με νέους τρόπους τον βιότοπο στον οποίο ζούμε; Έχω επηρεαστεί κρίσιμα αυτή την περίοδο και κάπως έτσι κινούμαι: πέφτει κάτι στα χέρια μου, ενθουσιάζομαι και βάζω νέους στόχους αφήγησης. Βέβαια, έχω και κάποιες σταθερές. Πάντα με ακολουθεί η τρυφερότητα του Τσέχοφ και το χιούμορ του Μπέκετ. Θεατρικές επιρροές που έχουν χαραχτεί.

Πόσα ακόμα βιβλία θα προστεθούν στα τρία που ήδη κυκλοφορούν στη σειρά «Η συμμορία με τις μπλε κάλτσες»;
Πολλά. Η συμμορία με τις Μπλε Κάλτσες, ως ένα ερευνητικό πρίσμα να δούμε σημεία και τέρατα της ζωής και να τα διαπραγματευτούμε με έχει κατακτήσει. Το ίδιο και η ομαδικότητα αυτού του εγχειρήματος. Σ’ αυτή τη φάση ετοιμάζω την επόμενη περιπέτεια και στα σκαριά περιμένουν με χαρά πολλές επόμενες.

Τα βιβλία της Μιράντας Βατικιώτη “Η συμμορία με τις μπλε κάλτσες” κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Αίολος σε εικονογράφηση Δημήτρη Πανταζή.