Εικονογράφηση από το βιβλίο “Μια αρχή, ένα τέλος, μια αρχή ξανά” (εκδ. Πατάκη)

Tι είναι τα βουβά βιβλία; Πόση δύναμη έχουν οι εικόνες; Για την εικαστικό και εικονογράφο παιδικών βιβλίων Ντανιέλα Σταματιάδη το «Μια αρχή, ένα τέλος, μια αρχή ξανά» (εκδ. Πατάκη, 2022) είναι το πρώτο της silent book και με αφορμή τη συγκεκριμένη έκδοση έρχεται στο illustradays (9-18/9/2022) για να μοιραστεί μαζί μας τι κρύβει ή τι αλλάζει στη δημιουργική διαδικασία και τη δουλειά των εικονογράφων ο σχεδιασμός ενός εικονοβιβλίου χωρίς λόγια. Εδώ, η Ντανιέλα Σταματιάδη μιλάει αποκλειστικά στην “Κόκκινη Αλεπούγια την ιδέα πίσω από το πιο πρόσφατο βιβλίο της, τα χρώματα, τους ήχους και τα συναισθήματα που δημιουργούν οι εικόνες όταν δεν κατευθύνονται από λέξεις.

Στο πλαίσιο του φετινού illustradays θα πραγματοποιήσετε μια ομιλία σχετικά με τα silent books με αφορμή το δικό σας βιβλίο χωρίς λέξεις, το «Μια αρχή, ένα τέλος, μια αρχή ξανά». Καταρχάς θα ήθελα να μας πείτε κάποια πράγματα για το βιβλίο. Πώς προέκυψε η ιδέα για τη δημιουργία του, τι πραγματεύεται;
Η ιδέα ήταν μια φυσική συνέχεια άλλων προηγούμενων ιδεών που δεν ολοκληρώθηκαν. Ήθελα να ασχοληθώ με κάποιο τρόπο με το χρώμα, και ταυτόχρονα επειδή ήθελα να δουλέψω σε οριζόντιο φορμά, προέκυψε η ιδέα της πορείας. Κάπως έτσι ξεκίνησε, και σε συνδιασμό με το αιώνιο θέμα που φαντάζομαι μας απασχολεί όλους, το πού οδεύουμε, τον φόβο του θανάτου κ.τ.λ. και θέλοντας να μιλήσω για το θεμα μ’ έναν τρυφερό τρόπο, πήρε μορφή η ιδέα.

Η εικαστικός και εικονογράφος Ντανιέλα Σταματιάδη

Γιατί επιλέξατε τη μορφή του silent book; Τι είναι αυτό που σας γοητεύει ή σας προκαλεί σε αυτή τη μορφή βιβλίου;
Δεν έγινε εσκεμμένα, προέκυψε από τις ανάγκες της συγκεκριμένης ιδέας. Νομίζω πως εδώ δε θα χωρούσαν λόγια. Γενικά, παντως, στα silent books εκτιμώ πολύ τον ελεύθερο χώρο που αφήνει η απουσία του κειμένου. Μένει χώρος για διαφορετικές ερμηνείες, για περισσότερη παρατήρηση, μεγαλύτερη εμπλοκή με τα εικαστικά του βιβλιου. Επίσης προκειμένου να λειτουργήσει αυτή η συνθήκη επιτυχώς, η δημιουργιά τους θεωρώ ότι απαιτεί μια απλή μεν, αλλά μεστή, γερή ιδέα.

Σε άλλες συνεντεύξεις έχετε αναφερθεί εκτενώς στο θέμα τόσο της χρωματικής παλέτας που χρησιμοποιείτε στο κάθε βιβλίο σας, όσο και στις τεχνικές που ακολουθείτε. Τι διαφορετικό συνέβη σε αυτό το βιβλίο σε σχέση με άλλα που έχετε δημιουργήσει;
Εδώ η χρωματική παλέτα είναι πολύ πιο συγκεκριμένη, μια που έχει να κάνει με τον χρωματικό κύκλο.Δεν υπαγορεύουν συναισθήματα εδώ τα χρώματα (τουλάχιστον δεν ήταν αυτός ο σκοπός τους), αλλά είναι μέρος της ιστορίας μέσα από τη θέση τους, τη διαδοχή τους και την κυκλική τους πορεία στο βιβλίο.

Ποιος ο ρόλος του ενήλικα αναγνώστη στο συγκεκριμένο βιβλίο; Είναι συναναγνώστης ή οδηγός της ιστορίας που αφηγείστε μέσα από τις εικόνες; Είναι αυτός που θα γνωρίσει στο παιδί τον κόσμο και γιατί του δίνεται αυτός ο ρόλος;  
Θα μπορούσε να είναι όλα και τίποτα από αυτά. Τον ρόλο μάλλον τους τον δίνουμε εμείς οι ενήλικες, φοβούμενοι οτι τα παιδιά χρειάζονται οδηγό; Δεν ξέρω. Πάντως κάλλιστα θα μπορούσε να απολαύσει μαζί με το παιδί την εμπειρία και ο καθένας από τη μεριά του να δώσει κατι στην ιστορία.

Πόσο πιο εύκολο ή πιο δύσκολο είναι για έναν εικονογράφο να πει μια ιστορία αποκλειστικά μέσα από εικόνες; Υπάρχει κάτι που χάνει ή που κερδίζει ο ίδιος ως δημιουργός; Υπάρχει κάτι που κερδίζει ή χάνει ο αναγνώστης του;
Νομίζω ότι εξαρτάται απο την ιδέα πίσω από την ιστορία. Αυτή θα υπαγορεύσει τον τύπο του βιβλίου. Όσο για το πόσο δύσκολο είναι, δεν είμαι σίγουρη. Το κάθε είδος έχει τα δικά του κέρδη και τις δικές του ευκολίες/δυσκολίες.Οι αναγνώστες θεωρώ ότι κερδίζουν από κάθε τύπο βιβλίου.

Τόσο στο «Θέλω!» (εκδ. Ίκαρος) στο οποίο έχετε και τον ρόλο της συγγραφέα, όσο και στην «Αμάλια» (εκδ. Ίκαρος) που δημιουργήσατε μαζί με τον Αντώνη Παπαθεοδούλου, το κείμενο είναι λιγοστό, ενώ λέξεις και γράμματα ενσωματώνονται στην εικόνα σε τέτοιο βαθμό που κάποιος θα μπορούσε να τα εντάξει στην κατηγορία των silent books. Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στα δύο αυτά βιβλία σε σύγκριση και με το «Μια αρχή, ένα τέλος, μια αρχή ξανά»;
Νομίζω ότι το «Θέλω!» και η «Αμάλια» έχουν ανάμεσα σε άλλα ένα πολύ τρανταχτό κοινό σημείο: το κείμενο, το οποίο είναι και εικαστικά ενσωματωμένο και στις δύο περιπτωσεις μ’ εναν τρόπο παράγει ήχο. Είναι σαν να ακούς όλες τις φωνές· σε προκαλούν να τις αναπαράγεις, φυσικά με πολύ αστείο αποτέλεσμα. Αντίθετα, στο «Μια αρχή, ένα τέλος, μια αρχή ξανά» εγώ τουλάχιστον «ακούω» μόνο ησυχία, άντε και κάποιους ήχους περιβάλλοντος.

Ας επιστρέψουμε στη μεγάλη γιορτή της εικονογράφησης, το illustradays, το οποίο θα πραγματοποιηθεί στο Σεράφειο Κέντρο του Δήμου Αθηναίων και στην ομιλία σας. Τι να περιμένουμε να ακούσουμεμ, ποιους θα αφορά, ποιοι θα μπορούν να την παρακολουθήσουν και ποια τα κεντρικά σημεία της;
Στην ουσία αυτό που θέλω να κάνω είναι να αποδομήσω κάπως τη διαδικασία της δημιουργίας. Γνωρίζω ότι όταν έχουμε ένα έτοιμο αποτέλεσμα μπροστά μας, η διαδικασία της εκπόνησής του ίσως φαίνεται βουνό. Μέσα από αυτή την ομιλία απλά θέλω να δείξω την πορεία του βιβλίου μέχρι να γίνει βιβλίο. Την εποχή που συζητούσα την πιθανότητα της παρουσίασης στο φεστιβάλ, το «Μια αρχή, ένα τέλος, μια αρχή ξανά» ήταν το δεύτερο βιβλίο χωρίς λόγια που είχε εκδοθεί στη χώρα μας απο Έλληνα δημιουργό και ένα απο τα σχετικά λίγα που δημιουργήθηκε αποκλειστικά απο εικονογράφο. Όχι ότι δεν είχαμε τέτοια, αλλά σε σχέση με την υπόλοιπη παραγωγή ήταν λίγα. Από τη στιγμή που εκδόθηκε το δικό μου, έχουν βγει ενα σωρό άλλα και μαλιστα σχεδόν παράλληλα με το δικό μου, οπότε απ’ ό,τι φαίνεται το νερό έχει μπει στο αυλάκι, τα silent ήρθαν για να μείνουν και οι εικονογραφοι θελουν να δημιουργήσουν τα δικά τους βιβλία. Οπότε ίσως αυτό που θέλω μέσα από την ομιλία μου στο illustradays είναι να ενθαρρύνω νέους εικονογράφους να φτιάξουν τις δικές τους ιστορίες, είτε είναι με λόγια είτε χωρίς. Πέρα όμως από τους εικονογράφους, την ομιλία μπορεί να την παρακολουθήσει οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για την ιστορία πισω από ένα βιβλίο.

Η Ντανιέλα Σταματιάδη θα μιλήσει στο illustradays την Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου στις 19.30.