
Ο Εχθρός (κειμ. Ντάβιντε Καλί, εικ. Σερζ Μπλοκ, απόδοση Φίλιππος Μανδηλαράς, εκδ. Πατάκη) ανήκει στο είδος της αντιπολεμικής λογοτεχνίας για παιδιά. Ακολουθεί μια μακρά παράδοση που εδραιώθηκε τον εικοστό αιώνα στη λογοτεχνία για ενήλικες με έργα όπως το Ουδέν νεότερο από το δυτικό μέτωπο του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ ή στα καθ’ ημάς τη Ζωή εν Τάφω του Μυριβήλη και αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως το ύψιστο δεινό, την απόλυτη κατάπτωση του ανθρώπου, τη μέγιστη συμφορά. Και πώς αλλιώς; Αφού πραγματικά έτσι είναι.
Σε όλη τη μεγάλη αντιπολεμική λογοτεχνία υπάρχει μια αρχική παρεξήγηση του Άλλου, του εχθρού. Από πού ξεκινάει το κακό; Από μια δολερή παρανόηση που την υποδαυλίζει η προπαγάνδα. Η προσπάθεια για χειραγώγηση της συνείδησης των ανθρώπων είναι ξεκάθαρη και χρήσιμο εργαλείο προς αυτόν τον σκοπό αποδεικνύεται η μαζική παρασκευή φόβου για τον Άλλο. Η ετερότητα χτίζεται ως αντίπαλο δέος μέσα από την εθνικιστική και κρατική ιδεολογία. Είναι κατασκευή. Δεν υπάρχει ως αντικειμενικό φαινόμενο. Και συνήθως στο τέλος του έργου, αυτή η συλλογική ψευδαίσθηση καταρρέει μέσα από μια τραγική συνειδητοποίηση.
Κεντρικό στοιχείο στον Εχθρό είναι η σύγκρουση τόσο σε ιδεολογικό όσο και σε δομικό επίπεδο. Στην τυπολογία των συγκρούσεων που εμφανίζονται γενικά στη μυθοπλασία, η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα με διαφορετικές πεποιθήσεις, αντικρουόμενα θέλω, άλλους στόχους και σκοπούς είναι αρχετυπική. Την έχουμε δει σε αναρίθμητες ποικιλίες και παραλλαγές. Η ιστορία προχωράει εξ αιτίας αυτής της σύγκρουσης, η πλοκή γίνεται απότοκό της. Η πορεία αυτή ολοκληρώνεται συνήθως μέσα από μια τελική κλιμάκωση. Στο έργο των Ντάβιντε Καλί και Σερζ Μπλοκ έχει ενδιαφέρον πώς λύνεται η αντιπαράθεση: μέσα από την αποδόμηση της φτιαχτής εικόνας για τον Άλλο. Μέσα από τη σταδιακή ακύρωση της ετερότητας. Έτσι αντί για κορύφωση, έχουμε ένα αντικλιμακτικό φινάλε. Η σύρραξη όχι μόνο δεν φτάνει στο απόγειό της, αλλά αποκλιμακώνεται απότομα, ξεφουσκώνει σαν μπαλόνι όταν και τα δύο αντιμαχόμενα μέρη αρχίζουν μέσα από τα παθήματά τους να βγάζουν τις παρωπίδες και να σκέφτονται λογικά, δηλαδή ανθρωποκεντρικά.
Μια αντιπολεμική λογοτεχνία δεν μπορεί παρά να είναι καταγγελτική. Να μην μασάει τα λόγια της. Να μην χαϊδεύει αυτιά. Υπάρχουν ασφαλώς και περιπτώσεις όπου το παιδικό βιβλίο παρά τον αντιπολεμικό του χαρακτήρα και την στράτευσή του δεν χάνει το χιούμορ του (πχ. στο βιβλίο του Αντώνη Παπαθεοδούλου και της Μυρτώς Δεληβοριά Η πόλη που έδιωξε τον πόλεμο, εκδ. Πατάκη). Σε άλλα πάλι, όπως στο εικονοβιβλίο Γιατί του Νικολάι Ποπόφ η αφήγηση μέσα από την κλιμάκωση που φτιάχνει και στην οποία βασίζεται δεν καλλωπίζει το θέμα της και οι δυο αντιμαχόμενες πλευρές οδηγούνται αναπόφευκτα στην απόλυτη καταστροφή.
Οι διακειμενικές σχέσεις στα έργα της αντιπολεμικής λογοτεχνίας φτιάχνουν ένα ισχυρό πλέγμα συνδέσεων που πλουτίζει το νοηματικό τους υπόβαθρο. Υπό αυτό το πρίσμα ο Εχθρός συνομιλεί ακόμα και με έργα που βρίσκονται πολύ μακριά του από άποψη ειδολογική.
Προσωπικά μου φέρνει στον νου το διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη το «Ποτάμι», όπου δυο αντίπαλοι στρατιώτες κατά τη διάρκεια μιας πρόσκαιρης εκεχειρίας, μπαίνουν και κάνουν μπάνιο σε ένα ποτάμι αγνοώντας ο ένας την παρουσία του άλλου. Είναι μια στιγμή ψυχικής ανάτασης και ηρεμίας και για τους δυο εν μέσω των εχθροπραξιών. Όταν όμως ο ένας αντιλαμβάνεται τον άλλο, θυμούνται αμφότεροι την ιδιότητα του στρατιώτη και σπεύδουν να βγουν από το νερό και να πάρουν τα όπλα τους. Τώρα γίνονται πάλι εχθροί και το διακύβευμα είναι ποιος θα πλήξει πρώτος τον απέναντί του.

Στον Εχθρό έχουμε μια αντίστροφη πορεία. Οι δυο στρατιώτες με τη σαφή κατοπτρική σχέση βρίσκονται κρυμμένοι και μάλλον εγκλωβισμένοι στα χαρακώματα. Είναι οι μόνοι που έχουν απομείνει από τα στρατεύματά τους. Δεν βλέπουν τον άλλο. Νιώθουν απλώς την παρουσία του. Τον διαισθάνονται. Αναπόφευκτα αυτό θα δημιουργήσει σύντομα ένα δυναμικό πεδίο ενσυναίσθησης ανάμεσά τους πράγμα που θα φέρει και τη φυσική κατάπαυση των εχθροπραξιών.
Οι δυο αντιμαχόμενες πλευρές στον Εχθρό είναι πόλοι του ίδιου μαγνήτη. Και ανάμεσά τους λυσσομανούν δυνάμεις έλξης και άπωσης. Η ετερότητά τους ωστόσο αποτελεί ψευδαίσθηση. Ο αντίπαλος γίνεται καθρέφτης του εαυτού. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο υπάρχει απόλυτη ταύτιση ανάμεσα στις δυο αντιμαχόμενες πλευρές. Και όταν αυτό γίνεται αντιληπτό από τη μία (και άρα και από την άλλη) πλευρά, η πολεμική μηχανή καταρρέει και η μάχη παύει να υφίσταται.
Στον Εχθρό υποστηρίζεται η σχεδόν αναρχική άποψη ότι ο πόλεμος είναι μια κρατική και κατά συνέπεια ιδεολογική κατασκευή. Τα κράτη, οι κυβερνήσεις, η άρχουσα τάξη, έχουν συμφέρον από τη διατήρησή του. Οι απλοί άνθρωποι όμως, οι λαοί, το αναλώσιμο υλικό σε αυτή την θηριώδη κρεατομηχανή είναι θύματα μιας τεράστιας και πανάρχαιας πλεκτάνης. Όχι μόνο δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν αλλά ουσιαστικά πολεμώντας είναι σαν να χτυπούν τον ίδιο τον εαυτό τους.
Ο Εχθρός κάνει στρατευμένη τέχνη και αυτό σημαίνει ότι μεταφέρει συγκεκριμένο «μήνυμα». Το έργο παίρνει θέση. Ανήκει όπως τονίσαμε στο είδος της αντιπολεμικής λογοτεχνίας. Στο κοσμοδείδωλό του εκφράζεται με ενάργεια το καλό και το κακό (όπως συμβαίνει συλλήβδην με την αντιπολεμική λογοτεχνία και στο ενήλικο βιβλίο). Μόνο που το κακό δεν βρίσκεται εκεί που νομίζουμε ότι είναι. Και σίγουρα όχι στην απέναντι πλευρά των χαρακωμάτων.
