Συγγραφέας: Στέλλα Μιχαηλίδου

Εικονογράφηση: Mariona Cabassa

Εκδόσεις: Παπαδόπουλος

Χρονιά έκδοσης: 2017

Ηλικίες: 5+

 

Που πήγε ο παππούς, γιαγιά;“, ρωτάει το μικρό αγόρι κι εκείνη κρατώντας το στην αγκαλιά της απαντά σε όλες του τις ερωτήσεις. “Πήγε στον ουρανό;”, “Ναι, πήγε.”, “Εγινε σύννεφο και βροχή; Εγινε αστέρι στον σκούρο ουρανό; Εγινε λουλούδι, έγινε θάλασσα και χώμα, έγινε πέτρα θαλασσινή και μέρος του ουράνιου τόξου, έγινε δέντρο και κελάηδημα πουλιού, έγινε μέρα λαμπερή και νύχτα σκοτεινή που σε αγκαλιάζει τρυφερά;“.

Η Στέλλα Μιχαηλίδου και η Mariona Cabassa δημιούργησαν ένα πραγματικά πανέμορφο εικονογραφημένο βιβλίο που πραγματεύεται την απώλεια, απαντώντας στo προαιώνιο ερώτημα “Τι γινόμαστε όταν πεθαίνουμε;” Με κείμενο απλό, αλλά με λέξεις προσεχτικά διαλεγμένες και όσο λυρισμό μπορεί να αντιληφθεί ένα παιδί προσχολικής ηλικίας, προσεγγίζεται με ευαισθησία το πολύ δύσκολο αυτό θέμα που κάνει ακόμα και τους ενήλικες να κομπιάζουν. Η εικονογράφηση της Ισπανίδας Mariona Cabassa, με τα ζωντανά, έντονα χρώματα, προσθέτει μια νότα καθησυχασμού για το τέλος με έναν τρόπο που μπορεί να γίνει κατανοητός από ένα μικρό παιδί. Άλλωστε, στον θάνατο, αυτό που μας τρομάζει είναι το τελειωτικό του πράγματος. Κι αυτό που βλέπουμε να ξετυλίγεται μέσα από τις θαυμάσια εικονογραφημένες σελίδες αυτού του βιβλίου είναι μια πιο καθησυχαστική άποψη που δείχνει πως ακόμα κι αν κάποιος πεθάνει, η σκέψη μας είναι αυτή που τον κρατάει ζωντανό, τον φέρνει και πάλι κοντά μας με τη μορφή ενός στοιχείου της φύσης ή μιας εικόνας ή ενός συναισθήματος.

Αρκετό καιρό πριν έρθω αντιμέτωπη με το θέμα της απώλειας μέσα στο στενό οικογενειακό περιβάλλον μου, είχα διαβάσει μια ανάρτηση του Φυσικού και Αστρονόμου, επίτιμου διευθυντή του Ευγενιδείου Πλανηταρίου, Διονύση Σιμόπουλου. Ηταν τέτοια εποχή, πέρυσι, ότι είχε πρωτοβγεί το βιβλίο του Είμαστε Αστρόσκονη. Ελεγε, λοιπόν, ότι «είμαστε όλοι μας αστρόσκονη, και κάποια μέρα θα ξαναγυρίσουμε στα άστρα. Κάποια μέρα θα υπάρξουν άλλοι κόσμοι, γεμάτοι με άλλα όντα, αστράνθρωποι σαν εμάς, που θα γεννηθούν από τις στάχτες ενός, κάποιου  άλλου, πεθαμένου άστρου. Ενός άστρου που σήμερα το λέμε Ήλιο“. Αυτές οι λέξεις (αστρόσκονη, αστράνθρωποι), ο τρόπος που τις είχε χρησιμοποιήσει μέσα στις προτάσεις του με είχε γοητεύσει πολύ, γιατί στην ηλικία των 40 μου χρόνων μου έδινε μια πολύ ελκυστική εξήγηση για το τι γινόμαστε όταν πεθαίνουμε.

Όταν συντάξαμε σε συνεργασία με την ψυχολόγο Μαρία Παπαφιλίππου το αφιέρωμα στα παιδικά βιβλία που μιλούν για τον θάνατο, δεν είχα υπόψη μου ούτε το βιβλίο της Στέλλας Μιχαηλίδου (κυκλοφόρησε λίγο μετά τη δημοσίευση του αφιερώματος), ούτε είχαμε εμείς περιστατικό απώλειας μέσα στο σπίτι, οπότε να πρέπει να έρθω αντιμέτωπη με το τσουνάμι συναισθημάτων που γεννά ένα τέτοιο συμβάν. Και ακόμα μετά από τόσο διάβασμα για το θέμα, όταν συνέβη σε μας το περιστατικό, δεν ήμουν καθόλου προετοιμασμένη για το πως μπορώ να αντιμετωπίσω ένα μικρό παιδί που έμαθε για την απώλεια ενός αγαπημένου του προσώπου. Πώς να το εξηγήσω; Τι να απαντήσω στις απανωτές ερωτήσεις “Γιατί πεθαίνουμε;“, “Που πάμε όταν πεθάνουμε;“, “Που είναι τώρα ο παππούς;” Στην αρχή η απάντηση “ο παππούς έγινε αστέρι στον ουρανό” μου φάνηκε αστεία, από αυτά που οι ψυχολόγοι λένε πώς δεν πρέπει να αναφέρουμε, να είμαστε ορθοί-κοφτοί: ο παππούς πέθανε. Τέλος. Όμως, διαβάζοντας το “Που πήγε ο παππούς;” θυμήθηκα τη φράση του κ. Σιμόπουλου και όλα κόλλησαν μαγικά. Μπορεί σαν έννοια για το μυαλό ενός τετράχρονου να είναι εξαιρετικά περίπλοκη και να απαιτεί άλλα επίπεδα σκέψης και ωριμότητας, όμως εμένα το κείμενο της κ. Μιχαηλίδου με έκανε να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά στο μυαλό μου, ώστε να μπορέσω να εξηγήσω και στο παιδί μου τι συμβαίνει. Και βρήκα ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο που με βοήθησε να απαλύνω τον πόνο του παιδιού που δεν μπορεί να εξωτερικεύσει με κλάμα όπως οι ενήλικες, να περάσει όλη τη διαδικασία του πένθους όπως κάνουν οι μεγάλοι, αλλά προσπαθεί να το χειριστεί με νεύρα, ένταση και φωνές που εμείς πολλές φορές ερμηνεύουμε ως καπρίτσιο.