
Χωρίς τις λέξεις μια ιστορία χάνει ένα από τα ισχυρότερα όπλα της. Αλλά, στην περίπτωση ενός graphic novel όπως η Άφιξη του Shaun Tan, η απώλεια αντικαθίσταται από ένα άλλο εξίσου (και ίσως ακόμα περισσότερο) αποτελεσματικό εργαλείο: την εικόνα. Η ιστορία εδώ δεν υποχρεώνει τον αναγνώστη να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη ερμηνευτική γραμμή, δεν έχει χειριστική επιδραση πάνω του, αλλά του αφήνει χώρο για να συμπληρώσει ενεργητικά τα κενά και να προσθέσει ήχο μέσα σε μια βουβή πραγματικότητα. Το πεδίο για την ανάδειξη του νοήματος έτσι διανοίγεται μπροστά μας σε όλη του την έκταση και τη δυναμική.
Στην Άφιξη που αναπτύσσεται πάνω σε μια προσεκτικά διαρθρωμένη διαδοχή εικόνων, διαπιστώνουμε πώς ισχυρές δομές της αφήγησης εκφράζονται μέσα από μια σχεδόν εκκωφαντική ησυχία. Η διαλεκτική των εικόνων βασίζεται σε σχέσεις αντίθεσης, αλλά και σε ένα πλέγμα νοητών ερωταπαντήσεων που ενυπάρχει στο βιβλίο και ορίζει τη δραματουργική του κίνηση. Μια κλειστή βαλίτσα στον χώρο της κουζίνας εγείρει το ερώτημα για το τι πρόκειται να συμβεί μετά. Και η απάντηση έρχεται όταν βλέπουμε τον πρωταγωνιστή και πατέρα της οικογένειας να σηκώνει το συγκεκριμένο αντικείνενο και να φεύγει σκυθρωπός από το σπίτι.
Υπάρχει επίσης μια αξιοσημείωτη επαναληπτικότητα στις εικόνες. Η σκιά από την ουρά ενός δράκου (τον οποίο δεν βλέπουμε ποτέ, αλλά νιώθουμε έντονα τη συμβολική παρουσία του) πέφτει πάνω στα κτίρια και τους δρόμους της πόλης κατά το πρώτο μέρος της ιστορίας. Κάτι φοβερό επίκειται να συμβεί: ο χωρισμός της οικογένειας, η μετανάστευση.

Η έννοια της μετανάστευσης εδώ είναι συνυφασμένη με τον πόνο του αποχωρισμού, τη δυσκολία προσαρμογής και τον αγώνα για αναζήτηση νέας ταυτότητας. Για να προσαρμοστεί ο πρωταγωνιστής στο νέο του περιβάλλον θα πρέπει να ξεχάσει κάποια από τα στοιχεία της πολιτισμικής του παράδοσης και να ενστερνιστεί καινούργια, άγνωρα και ακατανόητα για εκείνον.
Οι χαρακτήρες γενικά βιώνουν την όλη εμπειρία ως εφιάλτη. Εξ ου και τα τρομακτικά, απόκοσμα, και παράδοξα σύμβολα που γεμίζουν συχνά τις εικόνες. Όμως μέσα από την εφιαλτική εικονοποιία τρυπώνει κάποτε μια αχτίδα φωτός. Οι άνθρωποι μοιράζονται τις ιστορίες τους, αποκαλύπτουν το παρελθόν τους, αλληλοστηρίζονται και έτσι αρχίζει να γνωρίζει καλύτερα ο ένας τον άλλον.
Η σύγκρουση διατηρείται σε υψηλά επίπεδα μέσα από τη συνομιλία των αντιθετικών εικόνων και των συμβόλων. Παρά το γεγονός ότι εδώ έχουμε μια ιστορία χωρίς λόγια η οποία συχνά διολισθαίνει προς την εικονοποιία του ονείρου ή του εφιάλτη, η πλοκή χαρακτηρίζεται από αρκετά αυστηρή γραμμικότητα και η σειρά των γεγονότων βασίζεται σε νόμους αιτίου και αιτιατού.
Η κυριαρχία της εικόνας στην Άφιξη δίνει έντονα την αίσθηση της κινηματογραφικότητας. Η απότομη εναλλαγή από τα πολύ κοντινά πλάνα (δυο ζευγάρια χέρια που αποχωρίζονται) σε γενικά (ένα τρένο που φεύγει) απηχεί κάτι από την αισθητική των παλιών μεγάλων σκηνοθετών (βλ. Θωρηκτό Ποτέμκιν του Αϊζενστάιν). Ενώ άλλα σημεία, όπως έχει επισημανθεί από τη σχετική αρθρογραφία, παραπέμπουν σε εικόνες από τη θρυλική Μητρόπολη του Φριτς Λανγκ.
Έχουν γραφτεί πολλά για το πώς προχωράει η ενσώματη αφήγηση στην Άφιξη (στα καθ’ ημάς θα παραπέμψω στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη της Μαριάννας Μίσσιου, Βουβά κόμικς και εικονοβιβλία, τεχνικές αφήγησης στα βιβλία χωρίς λέξεις, εκδ. Καλειδοσκόπιο). Αυτό που εντυπωσιάζει ωστόσο στην Άφιξη δεν είναι μόνο η χρήση της γλώσσας του σώματος των χαρακτήρων, οι εκφράσεις του προσώπου τους, το βλέμμα, οι χειρονομίες και ο συνδυασμός όλων αυτών για την παραγωγή του νοήματος, αλλά και ο τρόπος που χρησιμοποιείται η εστίαση ως ενισχυτικό κομμάτι της σωματικότητας. Η εστίαση εδώ μετατρέπεται, σχετίζεται, λειτουργεί και ως μια πλευρά της σωματικότητας των χαρακτήρων. Γίνεται ακόμη ένας τρόπος να πλησιάσουμε ποιο κοντά τους και να χτίσουμε μαζί τους γέφυρες ενσυναίσθησης. Το ίδιο το σώμα των χαρακτήρων τοποθετείται μέσα στον αφηγηματικό χώρο σε σύγκριση και σε αντιπαράθεση συχνά με τους μεγάλους αρχιτεκτονικούς όγκους που συγκροτούν το σκηνικό. Το σώμα γίνεται το μέσο για την παρατήρηση του μυθοπλαστικού κόσμου αλλά συχνά είναι και αντικείμενο παρατήρησης.

Σε ένα βιβλίο χωρίς λόγια δεν υπάρχει αφηγητής με την παραδοσιακή έννοια. Γεννιέται λοιπόν το ερώτημα εδώ ποιος επωμίζεται το βάρος της αφήγησης και ποιος έχει τον έλεγχό της; Ασφαλώς και υπάρχει ένας ιθύνων νους της αφήγησης, κάποιος που οργανώνει τις εικόνες, ορίζει τη τάξη τους, φτιάχνει την αισθητική τους, τις φορτίζει ιδεολογικά και επιλέγει την προοπτική μέσα από την οποία διηθίζουμε τα πράγματα. Η αφηγηματολογία ονομάζει συνήθως αυτή την αόρατη οργανωτική οντότητα «υπονοούμενο συγγραφέα».
Σε ένα βιβλίο σαν την Άφιξη όπου το προσωπείο του αφηγητή αφαιρείται, καταργείται και απουσιάζει, είναι σαν να ερχόμαστε σε επαφή άμεσα, αδιαμεσολάβητα με τον υπονοούμενο συγγραφέα, σαν να τον βλέπουμε και σχεδόν σαν να μπορούμε να τον ψηλαφίσουμε. Και αυτή είναι μια ενδιαφέρουσα συνάντηση γιατί προκαλεί κάποιου είδους αναστάτωση στον αναγνώστη. Είναι σαν να φεύγει το προκάλυμμα που διαμεσολαβεί σε μας την ιστορία. Σαν να λείπει το δέρμα από το σώμα της αφήγησης και είμαστε σε θέση να αντικρίζουμε τους ιστούς της, τους μυς, το κρέας της. Πρόκειται για ανοικειωτική και συνάμα για μαγική αναγνωστική εμπειρία. Εντείνει μια συνθήκη ένωσης με το εσωτερικό κομμάτι της αφήγησης.
Η άφιξη, Shaun Tan, εκδ. Φουρφούρι, 2021


