Κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στο BBC Radio 4 και τον δημοσιογράφο Sebastian Faulks το 2011, ο Βρετανός συγγραφέας Martin Louis Amis ανέφερε: «θα έγραφα για παιδιά μόνο αν είχα πάθει κάποια πολύ σοβαρή εγκεφαλική βλάβη» και «δε θα έγραφα ποτέ για κάποιον ο οποίος με αναγκάζει να ρίξω το επίπεδό μου για να με καταλάβει». Με αφορμή αυτή τη δήλωση, καθώς και τη γενικευμένη άποψη για το παιδικό βιβλίο παγκοσμίως ως λογοτεχνικό είδος εύκολο στη γραφή του και χωρίς πολλές απαιτήσεις, η Lauren Child, η πολυβραβευμένη Βρετανή εικονογράφος και συγγραφέας, πρώην Πρέσβειρα Παιδικού Βιβλίου στη χώρα της (2017-2019), έδωσε πριν λίγες ημέρες στη δημοσιότητα το δικό της μανιφέστο περί παιδικής λογοτεχνίας και τη θέση αυτής στη ζωή και την ανάπτυξη των παιδιών και των νέων.

Γράφει:

«Όταν κάποιος με ρωτάει “από πού αντλείτε τις ιδέες σας;”, η απάντηση που συνήθως δίνω είναι “από παιδικές αναμνήσεις, πράγματα που μου λένε οι άνθρωποι, πράγματα που άκουσα, που είδα, αστεία πράγματα, στενάχωρα πράγματα, πράγματα που σκάνε ξαφνικά στο μυαλό μου…”. Όταν όμως κάποια στιγμή έδωσα στον εαυτό μου τον χρόνο να σκεφτεί πιο βαθιά τη συγκεκριμένη ερώτηση, συνειδητοποίησα με μεγάλη μου έκπληξη πως μέχρι τώρα απαντούσα λάθος, ότι όλα αυτά που ανέφερα πριν είναι μεμονομένα στοιχεία που μόνο όταν ενωθούν όλα μαζί συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ιδέας.

Η μνήμη δεν αποτελεί ιδέα. Ένα θλιβερό συμβάν δεν είναι μια ιδέα. Οι ιδέες αρχίζουν να δημιουργούνται όταν αυτά τα στοιχεία που είπα πριν συγκρούονται και δημιουργούν μια έκρηξη μέσα από την οποία αρχίζεις να βλέπεις ένα μοτίβο ή ένα νόημα· κάτι ολόκληρο και πρωτότυπο. Κάτι καινούργιο. Μια ολοκληρωμένη ιδέα. Η διαδικασία μπορεί όμως μπορεί να είναι αργή και δεν είναι βέβαιο πού θα οδηγήσει. Χρειάζεται χρόνος και χώρος για σκέψη. Χρόνος για να κοιτάξουμε έξω από το παράθυρο, να εμπνευστούμε, να ονειροπολήσουμε, να βαρεθούμε ή να απογοητευτούμε, να εξερευνήσουμε, να μη βρούμε το νόημα, να αγκαλιάσουμε το τυχαίο. Για μένα, η έμπνευση δεν είναι κάτι γραμμικό και δεν μπορεί σε καμία περιπτωση να επιβληθεί. Θεωρώ ότι αυτή η δημιουργική διαδικασία είναι κάτι που μπορεί να συμβεί στον καθένα. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποιο μαγικό δημιουργικό δώρο, ένα ταλέντο, που το κατέχουν λίγοι, ούτε θεωρώ πως υπάρχει ανάγκη για μεγάλες ή εξεζητημένες ιδέες. Αντιθέτως, η δημιουργικότητα θα έπρεπε να εξαρτάται από την αναγνώριση ότι οι δικές μας σκέψεις και ιδέες είναι εξίσου καλές με αυτές των άλλων ανθρώπων, κάτι που μαθαίνουμε ως παιδιά και ξεμαθαίνουμε ως ενήλικες. Η πίστη όμως στην ικανότητά μας να δημιουργούμε συχνά υπονομεύεται σε νεαρή ηλικία, την περίοδο δηλαδή που πιστεύουμε πιο εύκολα αυτό που μας λένε οι άλλοι.

Οι εμπειρίες των πρώτων χρόνων εμποτίζουν την ύπαρξή μας. Μεγαλώνουμε με αυτές, είτε τις θυμόμαστε είτε όχι. Μας καθορίζουν. Δε γινόμαστε ενήλικες και κάποια στιγμή απλώς χάνουμε το παιδί που ήμασταν. Αυτές οι παιδικές εμπειρίες είναι μέρος αυτού που είμαστε τώρα και δεν έχουν μικρότερο αντίκτυπο επειδή ήμασταν μικροί όταν τις ζήσαμε· το αντίθετο. Ως παιδί αγαπούσα πολύ καλλιτέχνες όπως οι Bonnard, Matisse, Braque και Vuillard, τους αγαπούσα με τον ίδιο τρόπο που αγαπάνε και οι ενήλικες την Τέχνη. Η παιδική αυτή ανάμνηση μου υπενθυμίζει ότι, ενώ χρειαζόμαστε ιστορίες και Τέχνη που δημιουργούνται ειδικά για παιδιά, ότι τα παιδιά θα ανταποκριθούν σε όλες τις μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης. Η καλή Τέχνη είναι για όλους.

Υπάρχει μια κοινώς αποδεκτή πεποίθηση ότι η δημιουργία ενός έργου που προορίζεται για παιδιά είναι ευκολότερη ως διαδικασία ή λιγότερο απαιτητική και ότι ένας συγγραφέας ή καλλιτέχνης προσεγγίζει αυτό το έργο με μικρότερο βαθμό σοβαρότητας ή ειλικρίνειας από ό,τι όταν δημιουργεί για ενήλικο κοινό. Δεν πιστεύω ότι είναι αλήθεια. Κάποιος θα μπορούσε επίσης να πει ότι τα μικρότερα σε αριθμό σελίδων βιβλία έχουν μικρότερη σημασία από αυτά με τις περισσότερες σελίδες ή ότι οι μεγάλοι πίνακες είναι καλύτεροι από τους μικρούς. Καλώς ή κακώς, η άποψη αυτή κυριαρχεί, κάτι που κάνει κάποιον να αναρωτηθεί: η ύπαρξη ποιας δυσαρεστης αλήθειας αποκαλύπτει τον τρόπο που βλέπουν πολλοί τα παιδιά και τον εαυτό μας;»

Το μανιφέστο της Lauren Child δημοσιοποιήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο μιας συζήτησης για την παιδική λογοτεχνία και το γιατί δεν την παίρνουμε στα σοβαρά. Στη συζήτηση, που φιλοξενήθηκε στο Μουσείο Foundling του Λονδίνου στο πλαίσιο της έκθεσης Quentin Blake: Gifted που επιμελήθηκε η Child, συμμετείχαν ακόμα η συγγραφέας Sarah Crossan και η εικονογράφος Sara Fanelli. Η δημοσίευση του μανιφέστου συνέπεσε με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του εξαετούς προγράμματος του βρετανικού Κέντρου Γραμματισμού στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση με τίτλο «Power of Pictures». Τα αποτελέσματα του προγράμματος υπογραμμίζουν ότι η χρήση εικονογραφημένων βιβλίων σε δημοτικά σχολεία και η χρήση της ζωγραφικής ως μέρος της μαθησιακής διαδικασίας βελτιώνει τις δεξιότητες γραφής και ανάγνωσης των παιδιών. Περισσότερα από 7.000 παιδιά και 318 σχολεία σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο πήραν μέρος σε ένα μάθημα σχεδιασμένο για να βοηθήσει τους δασκάλους να χρησιμοποιήσουν τα εικονογραφημένα βιβλία, να κατανοήσουν τη διαδικασία που αναπτύσσεται στην ανάπτυξη εικονογραφημένων βιβλίων και να προωθήσει τις σχέσεις συγγραφέων και σχολείων.  

Το μανιφέστο της Lauren Child δημοσιεύεται σε ελεύθερη μετάφραση. Ολόκληρο το κείμενο εδώ.