
Τίτλοι βιβλίων: Έχεις ένα ταλέντο μοναδικό! & Μπορείς να τα καταφέρεις
Συγγραφή: Olivier Clerc
Εικονογράφηση: Gaia Bordicchia
Μετάφραση: Πετρούλα Γαβριηλίδου
Εκδόσεις: Μάρτης
Ηλικίες: 3+
Έχω ξαναγράψει για αυτή τη σειρά, με αφορμή τα δύο προηγούμενα βιβλία της. Και παραμένω της ίδιας άποψης: είναι όμορφα βιβλία. Πραγματικά όμορφα. Η εικονογράφηση μου αρέσει πολύ. Λίγο κλασική, λίγο vintage, αλλά ταυτόχρονα φρέσκια και ζωντανή. Από αυτές τις εικόνες που σε κάνουν να χαμογελάς πριν καν ξεκινήσεις να διαβάζεις. Ό,τι πρέπει για τα μικράκια μας, ειδικά για εκείνη την ηλικία που το βιβλίο πρέπει πρώτα να σε αγκαλιάσει και μετά να σου μιλήσει.
Με αυτά τα δύο νέα βιβλία επιστρέφουμε στον κόσμο του Φουντωτού, του γλυκού μικρού λαγού. Στη μία ιστορία ανησυχεί ότι δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο όπως οι φίλοι του. Στην άλλη θέλει να τα καταφέρει μόνος του, χωρίς βοήθεια από κανέναν. Φυσικά – τι έκπληξη!- θα μάθει ότι όλοι έχουμε κάποιο ταλέντο, απλώς χρειάζεται χρόνος για να το ανακαλύψουμε. Και, επίσης φυσικά, θα συνειδητοποιήσει ότι όλοι χρειαζόμαστε βοήθεια κάποιες φορές και ότι αυτό δεν είναι αδυναμία.
Τέλεια μαθήματα, συμφωνούμε όλοι. Και απολύτως χρήσιμα. Ειδικά αυτό το δεύτερο, για το «μόνος μου!», απευθύνεται κατευθείαν στην καθημερινότητα όποιου ζει με νηπιάκια. Εκείνη τη στιγμή που το παιδί ουρλιάζει «μόνο μου!» ενώ εσείς πρέπει να φύγετε για το σχολείο, το ρολόι τρέχει και το βλέπεις να παλεύει απελπισμένα με το σκριτς-σκρατς στο παπούτσι. Εσύ θες απλώς να το βοηθήσεις, εκείνο θέλει να κατακτήσει τον κόσμο. Ναι. Το έχουμε ζήσει όλοι.
Επανεμφανίζεται λοιπόν ένα γνώριμο μοτίβο: τρυφερές ιστορίες, μια υπερβολικά «ασφαλής» αφήγηση και μια αισθητική γλυκύτητας που αγγίζει τα όρια του προβλέψιμου. Σε ένα βασικό επίπεδο, διακρίνεται και μια προσπάθεια υπέρβασης αυτού του πλαισίου. Οι ιστορίες διαθέτουν περισσότερη πλοκή απ’ ό,τι θα ανέμενε κανείς, το κείμενο είναι πιο λιτό και καθαρό και σε καμία περίπτωση δεν υποτιμά τον μικρό αναγνώστη.
Παρ’ όλα αυτά, κατά την ανάγνωση γίνεται σαφές ποιο είναι το στοιχείο της σειράς που εξακολουθεί να με προβληματίζει. Σε όλα τα βιβλία, ο Φουντωτός, μέσα στην απογοήτευσή του, απευθύνεται σε έναν ενήλικα: τον μπαμπά, τη μαμά, τη γιαγιά. Πηγαίνει να πει τον πόνο του, να μοιραστεί την ανησυχία του. Και ο ενήλικας δίνει την απάντηση. Ήρεμα, σοφά, καθησυχαστικά. Και αμέσως μετά, η ίδια η ιστορία φροντίζει να δείξει στο λαγουδάκι ότι ο ενήλικας είχε δίκιο. Απόλυτα και πανηγυρικά.
Αυτό, βέβαια, εξυπηρετεί μια πολύ συγκεκριμένη δική μας ανάγκη. Είναι η απάντηση στο ερώτημα: «τι κάνω όταν το παιδί έρχεται και μου λέει ότι δεν έχει ταλέντο;» ή «πώς το βοηθάω όταν θέλει να τα κάνει όλα μόνο του;». Το βιβλίο λειτουργεί σχεδόν σαν εγχειρίδιο καθησυχασμού για τον ενήλικα.
Όμως το βιβλίο δεν απευθύνεται σε εμάς. Απευθύνεται στο παιδί. Και εκεί είναι που, για μένα, κάτι χάνεται. Η απάντηση θα ήταν πολύ πιο δυνατή αν έλειπε εντελώς ο ενήλικας. Αν ο Φουντωτός έφτανε μόνος του στο συμπέρασμα. Όχι επειδή κάποιος του το είπε, όχι επειδή κάποιος του το εξήγησε ωραία και απλά, αλλά επειδή παρατήρησε, δοκίμασε, απέτυχε, ξαναδοκίμασε. Να μη του μασήσει την απάντηση ο ενήλικας και μετά να έρθει η αφήγηση να τον επιβεβαιώσει.
Γιατί, τελικά, ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα που μπορεί να πάρει ένα παιδί είναι ότι δεν χρειάζεται πάντα κάποιον άλλον να του δίνει την απάντηση. Ότι αν ανοίξει τα μάτια και τα αυτιά του, αν εμπιστευτεί λίγο τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του, κάτι θα μάθει.


