Μεγαλόφωνη ανάγνωση στην τάξη: Τα σημάδια που αφήνουν τα βιβλία

Στην πρώτη συνάντηση γνωριμίας που έχω με τους γονείς, κάθε φορά που παίρνω μια καινούρια τάξη, με κοιτούν συχνά με έκπληξη όταν διαπιστώνουν πως μπορώ να ξεχωρίσω ποιοι διαβάζουν με τα παιδιά τους βιβλία στο σπίτι, ποιοι επισκέπτονται βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες μαζί τους, ποιοι έχουν κρατήσει κάπου μασημένα στις άκρες τους βιβλία της αγκαλιάς.

Δεν πρόκειται για κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα ούτε για εκπαιδευτικό ένστικτο. Είναι απλώς τα σημάδια που αφήνει η συνύπαρξη με τα βιβλία. Τους εξηγώ πως δεν είναι δύσκολο να τα αναγνωρίσει κανείς, αρκεί να παρατηρήσει τα παιδιά στην καθημερινότητα της τάξης. Εκείνα που διαβάζουν βιβλία στο σπίτι μαζί με τους γονείς τους έχουν συνήθως περισσότερη υπομονή και μεγαλύτερο εύρος συγκέντρωσης. Μπορούν πιο εύκολα να αφεθούν στη βραδύτητα της ανάγνωσης, σε αντίθεση με τους καταιγιστικούς ρυθμούς της ζωής που συμβαίνει γύρω τους.

Παράλληλα, αυτά τα παιδιά μπορούν να ανακάμψουν γρηγορότερα από μια έντονη στιγμή: έναν καβγά στο διάλειμμα, μια κρίση θυμού, μια απογοήτευση. Το λεξιλόγιό τους τούς επιτρέπει να εκφράζουν με μεγαλύτερη σαφήνεια όχι μόνο το γεγονός που πυροδότησε την ένταση, αλλά –κυρίως– αυτό που νιώθουν τα ίδια. Έτσι, διευκολύνουν τον άλλον να τα κατανοήσει, να μπει στη θέση τους και να τα βοηθήσει να βγουν από την κρίση.

Τα παιδιά που μεγαλώνουν με τα βιβλία στο σπίτι έχουν συχνά καλύτερες σχέσεις και ισχυρότερη σύνδεση με τους γονείς τους, αλλά και με τους δασκάλους τους στη συνέχεια. Διαθέτουν περισσότερη αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση, είναι καλύτεροι ακροατές και αισθάνονται ότι και οι άλλοι τα ακούν. Αυτό συμβαίνει γιατί τα νήματα της σύνδεσης πλέκονται μέσα από κοινές εμπειρίες. Η ανάγνωση ενός βιβλίου δημιουργεί έναν κοινό τόπο ανάμεσα στους αναγνώστες.

Οι πρώτοι μήνες με τη φετινή μου τάξη με δυσκόλεψαν πολύ. Οι προκλήσεις ήταν τεράστιες και οι ρυθμοί της καθημερινότητας αδιανόητα γρήγοροι για μένα. Συχνά ένιωθα ματαίωση, απόγνωση, μοναξιά. Προσπάθησα να μιλήσω για όσα ένιωθα με τα παιδιά. Κάποια λίγα με κατάλαβαν ή έστω προσπάθησαν.

Όταν όμως τους είπα πως ένιωθα όπως το ουράνιο τόξο στο «Παραμύθι με τα χρώματα»* που είχαμε διαβάσει μαζί στην τάξη, δεν υπήρξε παιδί που να μην κατάλαβε τι βίωνα, ανεξάρτητα από το επίπεδο κατανόησης της γλώσσας ή της ενσυναίσθησής του. Κι αυτό έγινε πια κομμάτι δικό μας, στοιχείο ενός κοινού κώδικα.

Η συζήτηση γύρω από τα βιβλία ενισχύει τη συναισθηματική νοημοσύνη των παιδιών, γιατί τα βοηθά να συνδεθούν πιο εύκολα τόσο με το δικό τους συναίσθημα όσο και με των άλλων. Κάθε φορά που ένα παιδί μπαίνει στη θέση του ήρωα ή της ηρωίδας, τοποθετεί τον εαυτό του απέναντι: ποια κοινά σημεία έχουν, ποιες διαφορές, τι θα έκαναν τα ίδια αν βρίσκονταν στη θέση τους, τι θα τους έλεγαν για να δουν πιο καθαρά όσα νιώθουν ή όσα βιώνουν.

Μια στιγμή αποκάλυψης για μένα ήταν την περσινή χρονιά, όταν ζήτησα από τα παιδιά της Τετάρτης τάξης να μπουν στη θέση της πιο αντιπαθητικής και λιγότερο φωτισμένης ηρωίδας ενός βιβλίου και να γράψουν την ιστορία από τη δική της πλευρά. Το βιβλίο ήταν «Ο πόλεμος που έσωσε τη ζωή μου»** και ο χαρακτήρας μια κακοποιητική μητέρα, χωρίς όνομα και χωρίς παρελθόν, της οποίας η συμπεριφορά δεν είχε εξηγηθεί ούτε μία φορά στο κείμενο. Θυμάμαι ακόμη τα βλέμματα που ανταλλάσσαμε με τη Μυρτώ, τη δασκάλα της παράλληλης στήριξης, όσο τα παιδιά διάβαζαν μεγαλόφωνα τις δικές τους εκδοχές. Ήταν εντυπωσιακό πως όλα, χωρίς να τη συγχωρούν ή να δικαιολογούν τις πράξεις της, είχαν δημιουργήσει βαθιά και σύνθετα ψυχογραφήματα, αποκαλύπτοντας τραύματα και βιώματα που θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει σε αυτό που έγινε.

Τα παιδιά που έρχονται στο σχολείο ως έμπειροι αναγνώστες από το σπίτι τους είναι καλύτεροι συζητητές, με ανεπτυγμένες κριτικές και διαπραγματευτικές ικανότητες. Δεν είναι πιο «εύκολα» παιδιά και δεν αντιμετωπίζουν λιγότερες δυσκολίες· έχουν όμως περισσότερα εφόδια για να σταθούν απέναντί τους.

Όλα αυτά σκεφτόμουν όσο διάβαζα το βιβλίο της Βασιλικής Νίκα «Μιλώντας στους μεγάλους για τα βιβλία των μικρών» (εκδ. Πατάκη), ένα βιβλίο που χαρίζω συχνά σε νέους γονείς και θα πρότεινα ανεπιφύλακτα σε νέους –και όχι μόνο– δασκάλους. Η συγγραφέας, με βαθιά γνώση και εμπειρία, λύνει απορίες, προτείνει ιδέες και επισημαίνει παγίδες που μπορεί να συναντήσει όποιος θέλει να εντάξει τη συνανάγνωση στη ρουτίνα του σπιτιού ή της τάξης.

Η ευχή μου για το 2026, μέσα από αυτό το πρώτο άρθρο της χρονιάς, είναι να διαβάζουμε περισσότερο και να διαβάζουμε μαζί. Γιατί τα βιβλία δεν μεγαλώνουν μόνο παιδιά· χτίζουν σχέσεις. Κι αυτό είναι κάτι που το έχουμε ανάγκη σ’ αυτά τα χρόνια της ψηφιακής μοναξιάς…

*Το παραμύθι με τα χρώματα, Αλέξης Κυριτσόπουλος, εκδόσεις Κέδρος
**Ο πόλεμος που έσωσε τη ζωή μου, Kiberly, Brubaker Bradley, εκδόσεις Παπαδόπουλος

ΜΟΙΡΑΣΕ ΤΟ

Διαβάστε ακόμα