
Η ένατη έκδοση της καμπάνιας «Διαβάζω Δυνατά» είναι εδώ και, με τη βοήθεια της Γιώτας Ζουμπούλη που φιλοτέχνησε τη φετινή μας αφίσα, έχει ήδη φτάσει στα πέρατα της χώρας και λίγο παραπέρα. Ήδη η αφίσα μας έχει διακοσμήσει τάξεις, σχολεία, βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Καλαμάτα, Τρίπολη, Λάρισα, Βόλο, Πάτρα, Κιλκίς, Αλεξανδρούπολη, Καστοριά, Χανιά, Λασίθι και Ηράκλειο Κρήτης, ενώ έχει φτάσει ως την Κάλυμνο, τη Χρυσούπολη, το Γυμνό Ευβοίας, τη Χαλκίδα, τη Σκοτίνα και τη Χράνη Πιερίας, τη Σορωνή Ρόδου, το Πλατύ Ημαθίας, τη Νέα Σάντα στο Κιλκίς, τη Σάμο, την Ανατολή Ιωαννίνων, το Διδυμότειχο και την Παλαγία Έβρου, την Αριδαία, τη Μακρυκάπα στην κεντρική Εύβοια, αλλά και το Παρίσι, στη Γαλλία, χάρη στην προσπάθεια μιας εκπαιδευτικού στο ελληνικό σχολείο του Châtenay-Malabry.
Η καμπάνια, που πλαισιώνεται από δράσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, έχει μοναδικό σκοπό να γνωρίσει στους γονείς και τους εκπαιδευτικούς τα τεράστια μαθησιακά και συναισθηματικά οφέλη που προσφέρει στα παιδιά. Κάθε χρόνο επισκεπτόμαστε σχολεία σε όλη την Ελλάδα και μιλάμε με τους γονείς για τη σημασία που έχει όχι μόνο να διαβάζουμε δυνατά στα παιδιά που είναι ακόμα μικρά και δεν μπορούν να το κάνουν μόνα τους, αλλά και σε εκείνα που έχουν κατακτήσει την ικανότητα της ανάγνωσης και θα μπορούσαν ή το έχουν ήδη ξεκινήσει να διαβάζουν μόνα τους. Και όχι, σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για «μασημένη τροφή», αλλά για ένα επιπλέον ενίσχυμα των μαθησιακών τους ικανοτήτων και, κυρίως, για το χτίσιμο μιας σχέσης με γερά θεμέλια ανάμεσα στον ενήλικα και το παιδί, που θα του προσφέρει ασφάλεια ώστε να αναπτυχθεί συναισθηματικά.
Κάθε χρόνο, λίγο μετά το λανσάρισμα της νέας αφίσας και την επανεκκίνηση της καμπάνιας, εξετάζουμε προσεκτικά τι έχει πάει σωστά, τι χρειάζεται προσοχή, πώς διεξάγονται τα εργαστήριά μας πάνω στη μεγαλόφωνη ανάγνωση και τι ίσως χρειάζεται να αλλάξει εντελώς. Κάθε καλοκαίρι, που ηρεμούμε λίγο αλλά παράλληλα προετοιμαζόμαστε για τη διεξαγωγή του νέου διαγωνισμού για την αφίσα μας, κάνουμε μια ανασκόπηση της χρησιμότητας αυτής της καμπάνιας. Γιατί δεν πρόκειται για μια καμπάνια στην οποία απλώς ανανεώνουμε το εικαστικό μας και ανδημοσιεύουμε τα ίδια και τα ίδια άρθρα στο περιοδικό. Αντίθετα, αφιερώνουμε πολλές ώρες δουλειάς για να ερευνήσουμε τι συμβαίνει στην Ελλάδα και στον κόσμο αναφορικά με την πρακτική της μεγαλόφωνης ανάγνωσης και, το κυριότερο, συνομιλούμε και ακούμε πολύ κόσμο γύρω από το θέμα.
Κάθε χρόνο, μέχρι τώρα, είχα λοιπόν την αίσθηση ότι το «Διαβάζω Δυνατά» λειτουργεί ως μια υπενθύμιση των οφελών της μεγαλόφωνης ανάγνωσης για την καλλιέργεια της αναγνωστικής κουλτούρας των παιδιών και την ανάπτυξη της αγάπης τους για τα βιβλία και τη λογοτεχνία. Από τις συζητήσεις με γονείς, η ανατροφοδότηση που λαμβάναμε ήταν πως το βιβλίο είχε χώρο στη ζωή τους και στη ζωή των παιδιών τους, ειδικά στις μικρές ηλικίες, λιγότερο και πιο συγκρατημένα στις μεγαλύτερες.
Φέτος, τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά, πιο δυσοίωνα, θα τολμούσα να πω. Τα στοιχεία που μας έρχονται από το εξωτερικό δεν είναι αυτά που ελπίζαμε. Και, μιας και στην Ελλάδα δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία σχετικά με τη μεγαλόφωνη ανάγνωση (ούτε καν για την ανάγνωση ως μορφή ψυχαγωγίας), θα αναφερθούμε σε ό,τι συμβαίνει στην Αγγλία, καθώς πρόκειται για μια τεράστια αγορά βιβλίου με ήδη εδραιωμένη τη σχέση βιβλίου και αναγνώστη, με πάμπολλα σημαντικά βραβεία και φορείς που ασχολούνται με το βιβλίο και το παιδί.
Εκεί, λοιπόν, ο εκδοτικός οίκος HarperCollins διεξήγαγε το 2024 σε συνεργασία με την εταιρεία ερευνών NielsenIQ BookDat έρευνα για την καταναλωτική συμπεριφορά στο παιδικό βιβλίο και τα ευρήματα της έκθεσης έρχονται να μας ταρακουνήσουν: το ποσοστό των γονιών που διαβάζουν δυνατά βιβλία στα παιδιά τους ηλικίας 0-4 ετών έχει φτάσει στο 41% από 62% που ήταν τέσσερα χρόνια πριν. Οι νέοι γονείς, παιδιά της ψηφιακής γενιάς, δεν έχουν χρόνο, λόγω υποχρεώσεων, να ασχοληθούν με το βιβλίο, ενώ πολλοί πλέον δεν θεωρούν το βιβλίο μέσο ψυχαγωγίας, ένα γενικότερο πρόβλημα που αντανακλάται και στη σχέση ανάγνωσης και παιδιού. Παράλληλα, ένα μεγάλο ποσοστό των γονιών επιτρέπει τη χρήση οθονών ακόμη και σε πολύ μικρές ηλικίες, την ώρα που άλλες έρευνες δείχνουν την άμεση σχέση διάσπασης προσοχής και χρήσης οθονών από τα πολύ μικρά σε ηλικία παιδιά. Η δύναμη της κινούμενης εικόνας είναι τεράστια σε σύγκριση με τον γραπτό λόγο, ειδικά από τη στιγμή που το ένα δεν απαιτεί τη γονική παρουσία, σε αντίθεση με το άλλο, όπου αυτή είναι προαπαιτούμενη.
Άλλες έρευνες, όπως η εκπαιδευτική PISA για την αξιολόγηση του εύρους των γνώσεων και των δεξιοτήτων των μαθητών που βρίσκονται στο τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, δείχνουν ότι το επίπεδο κατανόησης κειμένων των παιδιών βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Για την Ελλάδα συγκεκριμένα, περίπου το 37,6% των μαθητών δεν φτάνει το βασικό επίπεδο κατανόησης κειμένου, με τη χώρα μας να συγκαταλέγεται στις χώρες με τις χαμηλές επιδόσεις στην κατανόηση κειμένου σε σχέση με την Ε.Ε. και τον ΟΟΣΑ, ενώ το ποσοστό Ελλήνων μαθητών με χαμηλές δεξιότητες ανάγνωσης τα τελευταία χρόνια όλο και αυξάνεται.
Λαμβάνοντας υπόψη μας αυτά τα αποτελέσματα και βλέποντας τη χρήση των κινητών και των υπόλοιπων οθονών να μπαίνει στη ζωή των παιδιών ήδη από τη βρεφική ηλικία, συχνά εκτοπίζοντας το βιβλίο, η μεγαλόφωνη ανάγνωση έστω για δέκα λεπτά την ημέρα μοιάζει πλέον απαραίτητη. Όχι απλώς ως μια εκπαιδευτική πρακτική, αλλά ως μια πράξη φροντίδας, όπως είναι η σωστή διατροφή, η προστασία της υγείας και η συναισθηματική θωράκιση των παιδιών.
Το «Διαβάζω Δυνατά» της Κόκκινης Αλεπούς είναι εδώ για να θυμίζει κάτι απλό αλλά βαθιά ουσιαστικό: ότι η σχέση των γονιών και των παιδιών με το βιβλίο σε συνδυασμό με την πρακτική της μεγαλόφωνης ανάγνωσης συμβάλλει στην ανάπτυξη των παιδιών σε πολλά επίπεδα. Δεν χτίζεται από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά με μικρά αλλά σταθερά βήματα και με την υπόσχεση της ουσιαστικής μας παρουσίας μας απέναντι στα παιδιά. Δέκα λεπτά την ημέρα. Ένα βιβλίο. Μια αγκαλιά και μια ιστορία που μοιράζεται.
Γιατί, τελικά, η μεγαλόφωνη ανάγνωση είναι ένα πολύτιμο δώρο προς τα παιδιά μας, ένας τρόπος να τους πούμε ότι είμαστε εδώ, παρόντες στη ζωή τους, ότι τους αφιερώνουμε χρόνο που τους ανήκει δικαιωματικά. Χρόνο που μπορεί να δημιουργήσει έναν ασφαλή χώρο για να αναπτυχθούν συναισθηματικά και να δημιουργήσουν μια σχέση με την ανάγνωση και το βιβλίο που θα τα συνοδεύουν σε όλη τους τη ζωή. Χρόνο και ιστορίες που θα μεταμορφωθούν σε μια όμορφη οικογενειακή ανάμνηση, που βιώνοντάς της θα θελήσουν ίσως αργότερα να την περάσουν στα δικά τους παιδιά
*Φωτογραφία εξωφύλλου: Annie Spratt / Unsplash


