Μεγαλόφωνη ανάγνωση στη μητρική γλώσσα

Photo by CDC on Unsplash

Ένα πρόσωπο που θα μου μείνει αξέχαστο είναι η πρώτη μου δασκάλα, η κυρία Σοφία. Ήταν εκείνη που με τη φυσικότητα, τη δυναμική και το ένστικτό της, αν θέλεις, με μάζεψε από την αυλή του σχολείου και με πήγε στην τάξη της, αφού πρώτα μου έκανε εγγραφή και μου έδωσε τα βιβλία της Α’ Δημοτικού. Είναι η μέρα που ένιωσα ότι με αγαπάνε σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα (ακόμα). Για ένα εννιάχρονο παιδί, αυτό είναι ο κόσμος όλος! Δεν ήθελα τίποτε άλλο“!

Την ανάμνηση αυτή μοιράζεται σε μια συνέντευξή του ο Ελσόν Ζγκούρη* με αφορμή το βιβλίο του «Όλες οι γάτες είναι όμορφες». Τον Ελσόν είχα την τύχη να τον γνωρίσω πρώτα μέσα από το βιβλίο του και  τις κουβέντες που είχαμε ανταλλάξει μέσα από το messenger.

Όταν το διάβασα ένιωσα θυμό, ντροπή, συγκίνηση, χαρά, νοιάξιμο, αγάπη. Με μεγάλη τιμή δέχτηκα την πρότασή του να το παρουσιάσω στο Ηράκλειο, μαζί με μια υπέροχη ομάδα. Από κοντά γνώρισα έναν όμορφο άνθρωπο, γεμάτο, ισορροπημένο, αισιόδοξο που με βοήθησε να κοιτάξω μέσα μου και να φωτίσω ένα τυφλό μου σημείο. Ακούγοντας τον να μιλάει στα παιδιά του σχολείου μου, για τις δικές του εμπειρίες από την παιδική του ηλικία συνειδητοποίησα πως, ενώ είχα κάνει αγώνα για να βρω βιβλία αραβικά για να εμπλουτίσω τη Βιβλιοθήκη, είχα βιβλία στα γερμανικά, στα γαλλικά, στα ρωσικά, τα ολλανδικά, τα αμαρικά, τα ιταλικά, εντούτοις δεν είχα καθόλου βιβλία στα αλβανικά.

Δεν το είχα κάνει από αμέλεια, αλλά γιατί αφελώς θεωρούσα πως τα παιδιά από την Αλβανία, γεννημένα εδώ τα περισσότερα πια ήταν τόσο καλά ενσωματωμένα που δεν είχαν ανάγκη από βιβλία στη μητρική τους γλώσσα. Σκέφτηκα όλα τα παιδιά που είχα την ευλογία να γνωρίσω όλα αυτά τα χρόνια κι αναρωτήθηκα πώς ένιωθαν προσπαθώντας να «ενσωματωθούν», να κόψουν κομμάτια του εαυτού τους για να χωρέσουν, για να μην ξεχωρίζουν, να μην προκαλούν. Πώς ένιωθαν οι γονείς τους όταν προσπαθούσαν να κρύψουν ή να καμουφλάρουν την ταυτότητά τους. Ζήτησα συγνώμη από τον αγαπημένο μου Ντίσι, ολόκληρο άντρα πια, που τον φώναζα Δις γιατί με αυτό το όνομα τον γνώρισα. Δεν πειράζει, κυρία, μου είπε, την αγάπη σας την ένιωθα. Κι όμως εμένα με πείραξε πολύ.

Στο πρώτο μεταναστευτικό κύμα ήμουν αναπληρώτρια, στην αρχή της καριέρας μου. Όταν άκουγα τους πιο έμπειρους δασκάλους να συμβουλεύουν τους γονείς «να μιλούν με τα παιδιά τους ελληνικά στο σπίτι για να μάθουν τη γλώσσα» αναρωτιόμουν αν αυτός είναι ο σωστός τρόπος. Όταν ένιωσα την αγωνία του Γιώργου, που πήγαινε τότε στην Τετάρτη Δημοτικού, επειδή δεν μπορούσε να θυμηθεί μια λέξη που του ζήτησα στη γλώσσα του κατάλαβα πως ήταν λάθος. «Κυρία, ξέχασα τη γλώσσα μου», μου είπε συντετριμένος.

Άραγε πώς να ήταν το αλβανικό όνομα του Γιώργου; Δεν είχα αναρωτηθεί ποτέ μέχρι που άκουσα τις ιστορίες του Ελσόν. Σε μια συζήτηση για τη σημαία στην τάξη με αφορμή την παρέλαση ο Γιώργος μου είχε πει «Αν γινόταν ένας πόλεμος ανάμεσα στην Ελλάδα και την Αλβανία, θα πήγαινα να σταθώ ανάμεσα στους δυο στρατούς, θα πετούσα το όπλο μου και θα περίμενα να δω ποιος θα με σκοτώσει πρώτος».

Μια από τις μεγαλύτερες φιλοφρονήσεις που μου έχουν κάνει όσα χρόνια ζω στην τάξη ήταν τα λόγια του Σαλαχεντίν, δεκαοχτώ χρόνια πριν. Κυρία, σας ευχαριστώ που με βοηθήσατε να αγαπήσω τη χώρα μου, το Μαρόκο.

Στο μονοθέσιο της Πλάκας Κερατέας αλλά και στο 11ο Δημοτικό σχολείο της Αθήνας, είχα την τύχη να γνωρίσω πολλούς μικρούς Δασκάλους που φώτισαν τον δρόμο μου.

Αν γύριζα τον χρόνο πίσω θα έκανα πολύ νωρίτερα μεγαλόφωνες αναγνώσεις στην τάξη. Κάθε φορά που διαβάζει στη Βιβλιοθήκη ένας ή δυο γονείς στη μητρική τους γλώσσα μαγεύομαι από την κατανυκτική σιωπή των ακροατών, τον τρόπο που αφήνονται  στη μουσική και στον ρυθμό της γλώσσας, τις παρατηρήσεις που κάνουν και τις συνάφειες που διαπιστώνουν ανάμεσα στις λέξεις. Έχει συμβεί κάποιες φορές να αναφωνήσουν για παράδειγμα «τι ωραία που τα μιλάτε στα ρωσικά» παιδιά που δεν γνωρίζουν ρωσικά. Ο Μουζαμέλ από τη Συρία μου είχε εκμυστηρευτεί πως η πιο όμορφη εμπειρία του από το σχολείο ήταν όταν τους διάβαζα βιβλία. Κι όταν με είδε να απορώ μου εξήγησε πως μπορεί να μην καταλάβαινε τη γλώσσα, αλλά ένιωθε τη μουσική της. Η φωνή μου τον ηρεμούσε και τον καθησύχαζε.

Πόσο βαθαίνει την ενσυναίσθησή μας το να βρεθούμε για λίγο στην άλλη πλευρά, να ακούμε χωρίς να κατανοούμε. Πόσο πολύτιμη είναι η σύνδεση ενός παιδιού που ακούει τον γονιό του να διαβάζει στη μητρική του γλώσσα και να μοιράζεται αυτή την τόσο προσωπική στιγμή με τους σημαντικούς του άλλους, τους φίλους και τη δασκάλα του…

Γιατί ήρθες στην Ελλάδα; Τι συμβαίνει στη χώρα σου; Σε ποια γλώσσα ονειρεύεσαι; Σε ποια γλώσσα νανούρισες τα παιδιά σου; Ήταν εύκολο να μάθεις ελληνικά; Πώς ένιωθες όταν δεν μπορούσες να επικοινωνήσεις με τους άλλους; Ένιωσες κάποια στιγμή πως κουράστηκες και θέλεις να τα παρατήσεις; Πώς νιώθεις τώρα; Πώς λένε στη γλώσσα σου «καλημέρα, σ’ αγαπώ, ευχαριστώ»; Αυτές είναι μερικές από τις ερωτήσεις που έκαναν τα παιδιά στη Ντιάνα από την Ουκρανία, στην Εμελίντα από την Αλβανία, στη Λίλιαν από τη Μολδαβία και τη Νουρ από τη Συρία. Τις ευχαριστώ ολόψυχα για το μοίρασμα…

Ο Έλσον Ζγκούρη γεννήθηκε στο Belsh της Αλβανίας. Σε μικρή ηλικία μετανάστευσε με την οικογένειά του στην Ελλάδα όπου εγκαταστάθηκαν σ’ ένα μικρό χωριό στον κάμπο των Γιαννιτσών. Αγάπησε την ελληνική γλώσσα και άρχισε να γράφει από πολύ μικρή ηλικία. Σπούδασε Πληροφορική και Ενεργειακά στην Καβάλα, τη Γάνδη και το Βερολίνο. Δύο διηγήματά του εκδόθηκαν το 2019 από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες. Μιλάει αλβανικά, ελληνικά, αγγλικά και γερμανικά και εκτός από τη γραφή ασχολείται και με μεταφράσεις λογοτεχνικών και επιστημονικών κειμένων. Πρόσφατα μετέφρασε για τις Παράξενες Μέρες το βιβλίο του Ρούντι Ερεμπάρα «Το έπος των άστρων της αυγής» που έχει τιμηθεί με λογοτεχνικό βραβείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το βιβλίο του “Όλες οι γάτες είναι όμορφες” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες.

ΜΟΙΡΑΣΕ ΤΟ

Διαβάστε ακόμα

Διαβάζω Δυνατά 2026

Η ετήσια καμπάνια «Διαβάζω Δυνατά», που σχεδίασε και υλοποιεί το ηλεκτρονικό περιοδικό για το παιδικό βιβλίο «Κόκκινη Αλεπού», επιστρέφει για