
Συγγραφέας-εικονογράφος: Inês Viegas Oliveira
Μετάφραση: Ελένη Βλάχου – Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη
Εκδόσεις: Πουά
Χρονιά έκδοσης: 2025
Ηλικία: 7+, 9+ (& για μεγαλύτερα παιδιά)
Αυτές τις μονομαχίες δεν τις ζήσαμε, ανήκουν σε άλλη εποχή. Τις διαβάσαμε στα βιβλία, τις είδαμε σε ταινίες. Δύο άνδρες (πράγματι, όλο άνδρες) που έχουν μια ανεπίλυτη διαφορά μεταξύ τους στέκονται πλάτη με πλάτη, με ένα πιστόλι στο χέρι ο καθένας. Έπειτα αρχίζουν και περπατούν σε μια νοητή ευθεία 180 μοιρών κι απομακρύνονται. Όταν ολοκληρώσουν τα βήματα που έχουν αποφασίσει ότι δημιουργούν επαρκή πλέον απόσταση μεταξύ τους, στρέφουν και πάλι το σώμα ώστε να αντικρίζει ο ένας τον άλλο και πυροβολούν. Η μονομαχία δεν μπορεί παρά να έχει έναν μόνο νικητή… Αυτό είναι το concept κάθε μονομαχίας.
Κάπως έτσι συμβαίνει και στο βιβλίο της Inês Viegas Oliveira. Δυο άντρες ετοιμάζονται να μονομαχήσουν. Γνωρίζουμε μόνο την ταυτότητα του ενός, αφού ο αφηγητής απευθύνεται στον αντίπαλό του, αποκαλώντας τον με το όνομά του. Τι ακριβώς έχει συμβεί ανάμεσά τους δεν το γνωρίζουμε, δεν μας αποκαλύπτεται, μα φαίνεται να έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στην ψυχή του αφηγητή. Όσο οι δύο άνδρες απομακρύνονται, με τον καθένα να πορεύεται μπροστά στην πλευρά του, ο αφηγητής μιλάει και μιλάει και μιλάει.
Αυτό που ξεκίνησε ως επιστολή, με τον αφηγητή να απευθύνεται στον αντίπαλό του, εξελίσσεται βήμα-βήμα σε εσωτερικό μονόλογο. Κι όσο η φυσική απόσταση μεταξύ των δύο ανδρών βήμα το βήμα μεγαλώνει, η ψυχική απόσταση που τους χωρίζει μοιάζει να μικραίνει. Μέχρι το τέλος του βιβλίου οι φαινομενικά αγεφύρωτες διαφορές που τους οδήγησαν στη μονομαχία παύουν να υπάρχουν κι ο κοφτός τόνος του αφηγητή δίνει τη θέση του σε λόγια ήπια, ζεστά, καθώς αποκαλεί τον πρώην αντίπαλό του «φίλο κι αδερφό».
Η Μονομαχία της Inês Viegas Oliveira δεν είναι μια συνηθισμένη μονομαχία. Η δική της μονομαχία είναι μια συμφιλίωση, που έρχεται απρόσμενα, απροσδόκητα, ανέλπιστα ελπιδοφόρα από τη μια σελίδα στην άλλη. Η εικονογράφηση ακολουθεί το ίδιο ακριβώς μοτίβο: ξεκινά ασπρόμαυρη, κοφτή, λιτή και όσο προχωρά γίνεται πιο πολύχρωμη, πιο γεμάτη, πιο φωτεινή. Οι ήρωες φορούν ρούχα εποχής και ψηλά καπέλα, οι εικόνες των πόλεων παραπέμπουν στις αρχές του περασμένου αιώνα. Το κλίμα είναι οπτικά το αναμενόμενο, η εξέλιξη της ιστορίας είναι που κάνει τη διαφορά: γιατί η Μονομαχία ξεκινά σε έναν τόπο παγερό κι απογυμνωμένο και καταλήγει σε ένα ολάνθιστο ανοιξιάτικο τοπίο. Διαβάζοντας το βιβλίο ξανά και ξανά, το μάτι του αναγνώστη εκπαιδεύεται κι ανακαλύπτει σταδιακά κι άλλες κρυμμένες εικόνες και πρόσθετα νοήματα με τα οποία η εικονογράφηση έρχεται να εμπλουτίσει το ελάχιστο πραγματικά κείμενο.
Αν σκεφτεί κανείς πως το βιβλίο έχει ελάχιστο κείμενο και πλούσιες εικόνες, θα έλεγε ότι μπορεί να διαβαστεί από παιδιά μικρής ηλικίας. Και μπορεί, σίγουρα. Ακόμα και μικρά παιδιά μπορούν να παρακολουθήσουν την πλοκή, απλώς δε θα την αντιληφθούν σε όλο της το μεγαλείο. Η Μονομαχία της Oliveira δεν έχει ηλικία – μπορεί να διαβαστεί από παιδιά, εφήβους και ενήλικες, ξανά και ξανά, σαν ποιητική συλλογή σε πρόζα, σαν ύμνος προς την ελευθερία της ψυχής και τη συμφιλίωση, σαν ύμνος στην ειρήνη που τελικά η ανθρωπότητα έχει πάντα ανάγκη. Και κάθε ηλικία, κάθε άνθρωπος ανάλογά με τα βιώματά του έχει κάτι να πάρει…


