Για πότε φτάσαμε στον Ιούλιο ούτε που το πήρα είδηση. Ξαφνικά τα παιδιά σταμάτησαν τα σούρτα-φέρτα, ησυχία επικρατεί τριγύρω, ησυχία ασυνήθιστη για τη γειτονιά μας. Αλλά βέβαια, τα σχολεία έχουν κλείσει πια, οι κατασκηνώσεις και οι γιαγιάδες καλοδεχτήκανε τα φιλαράκια μου κι όσο κι αν μου λείπουν, εγώ συνεχίζω τις βόλτες μου και τις βιβλιοβουτιές μου! Ο Ευτύχης να είναι καλά που εκτός από τις λιχουδιές φροντίζει πάντα να με τροφοδοτεί και με ωραίες ιστορίες.

Η αλήθεια είναι πάντως ότι αυτή που διάβασα τελευταία με έβαλε σε σκέψεις. Τι λέω, σε σωστές σκοτούρες με έβαλε. Γιατί αν αυτό που συνέβη στον συνάδελφο Μαμαλούξ μια φορά, γιατί να μη συμβεί και σ’ εμένα; Ήταν που λέτε ένας πολύ ευτυχισμένος γάτος, καλή ώρα, όμορφος, καμαρωτός, μυρωδάτος, δε χόρταινε χάδια, αγάπη και ψαράκια. Μύριζε ηλιοτρόπιο και νυχτολούλουδο ταυτόχρονα και περνούσε τις μέρες του μετρώντας λεμόνια και χαζεύοντας το φως. Οι δυο γονείς του τον λάτρευαν κι απ’ ό,τι κατάλαβα ασχολούνταν κι αυτοί, όπως κι ο Ευτύχης, όλο με λέξεις. Κάποτε όμως χρειάστηκε να μετακομίσουν σε μια άλλη χώρα κι άφησαν τον συνάδελφο – Μαμαλούξ τον έλεγαν – στο σπίτι με νέους συγκάτοικους: τρεις αλλόκοτες γάτες με τον μυστήριο μπαμπά τους. Όμως καθόλου “υπερτέλεια”, όπως του υποσχέθηκαν, δεν φαίνονταν τα πράγματα. Εδώ συνέβησαν αδιανόητες ιστορίες…

Η στριφνή, εκδικητική Ορνέλα συμπεριφερόταν σαν παλαίμαχη εστεμμένη σε καλλιστεία μιας άλλης εποχής, και το χειρότερο, είχε βάλει στο μάτι τη γούνα του! Ο χνουδωτός γεράκος, ο Πάκης, με μάτια σαν του David Bowie, δεν έδινε σημασία σε τίποτα. Ενώ η γκριζομπλέ μυστηριώδης ψιψίνα, η νεότερη της παρέας, έτρεχε ξαφνικά σαν παλαβή, λες και ένα αόρατο χέρι την παρακινούσε.

Η μοναξιά και η απογοήτευση του Μαμαλούξ ήταν απερίγραπτη. Και οι μπελάδες του μόλις άρχιζαν. Πώς ήταν δυνατόν να τον έχουν αφήσει έτσι οι αγαπημένοι του γονείς, εκτεθειμένο στις απειλές μιας μοχθηρής  γάτας που κατάφερε να κάνει την αμφιβολία να θρονιαστεί στην καρδιά και στο στομάχι του; Μήπως τελικά οι γονείς του δεν τον αγαπούσαν και τόσο;

Τώρα όμως, αυτό που τον ένοιαζε περισσότερο ήταν πώς θα ξεφύγει από τα νύχια της Ορνέλας. Ο χρόνος είχε σταματήσει από τότε που η ευτυχία του έμεινε σαν παγωμένη εικόνα στη σκέψη του, οι δείκτες έδειχναν ακατάπαυστα τον ρυθμό του καλοκαιριού δίπλα στην αγαπημένη του μαμά, στον υπέροχο κήπο τους που τώρα έμοιαζε πιο χειμωνιάτικος. Ευτυχώς οι άλλοι δυο συνάδελφοι αποδείχτηκαν πολύ συμπονετικοί και πριν η θλίψη γίνει μόνιμη απόγνωση, ο χρόνος σταμάτησε όλα τα ρολόγια του σπιτιού, όλοι αποσυντονίστηκαν κι άρχισαν να κάνουν παράξενα πράγματα, ακόμα κι οι γονείς του που βρίσκονταν σε μια χώρα όπου τα ρολόγια ήταν συνεχώς γυρισμένα δυο ώρες πίσω.

Και τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση. Ένα δυνατό νιαούρισμα του Μαμαλούξ σκορπίστηκε από τον βράχο της Ακρόπολης στον ουρανό κι έφτασε σ’εκείνη την άλλη χώρα! Το μήνυμα είχε σταλεί. Τα γράμματα δεν ήταν ελληνικά ή αγγλικά ή γατίσια, ήταν γράμματα αγαπίσια, ικανά να περάσουν μέσα από σύννεφα, ομίχλες, καυτούς ήλιους, δρόμους ανάποδους, κήπους με λεμόνια ή με χρυσάνθεμα , κήπους μακρινούς. Όλοι τους μαγικοί σαν τις εικόνες του βιβλίου.

Δεν θα σας πω τι έγινε μετά μια και ξέρετε πόσο αντιπαθώ τα σπόιλερ. Δεν θα σας κρύψω όμως πως ανατρίχιασα στην ιδέα πως ο Ευτύχης μπορεί να φύγει χωρίς να με πάρει μαζί του, ακόμα και για λίγες μέρες τώρα που καλοκαίριασε. Για καλή μου τύχη, δουλεύει ένα πολύ δύσκολο βιβλίο κι όπως φαίνεται θα ξεκαλοκαιριάσει σκυμμένος πάνω από τον υπολογιστή του και κάποιες φορές θα φτιάχνει μαργαρίτες για τους φίλους του τα βράδια που όλο για βιβλία και για συναυλίες θα μιλάνε στο μπαλκόνι. Τότε πιάνω κι εγώ τη βασιλική θέση μου στον καναπέ, γουργουρίζω ευχαριστημένος και φαντάζομαι πως είμαι πρωταγωνιστής σε κάποιο από τα βιβλία που κουβεντιάζουν.

Αν θέλετε να πάρετε μια γεύση από την καλοκαιρινή μου χουρχουριστή ραστώνη, να, μοιάζει κάπως έτσι:

Για την ώρα σας φιλώ, σας εύχομαι καλές βουτιές και σας περιμένω τον Σεπτέμβρη!

Ο μοναδικός κύριος Μαμαλούξ
Συγγραφέας
: Έρση Νιαώτη
Εικονογράφος: Κατερίνα Χαδουλού
Εκδόσεις: Καλειδοσκόπιο  
Χρονιά έκδοσης: 2019