H Θάλεια Καραμολέγκου γράφει ένα διαφορετικό κείμενο για τη μητρότητα με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα της Μητέρας.

H Μάγια καθόταν συννεφιασμένη στον καναπέ κρατώντας ένα βιβλίο, κι έκανε πως διάβαζε. Όμως δεν είχε διαβάσει ούτε λέξη, καθώς σκεφτόταν διαρκώς τη μαμά της. Είχε να τη δει πάρα πολύ καιρό, μια και δούλευε σε μια εταιρεία στο εξωτερικό, όμως της είχε υποσχεθεί πως από το φθινόπωρο θα την πάρει κοντά της γιατί θα πήγαιναν καλύτερα τα πράγματα. Όλο αυτό το διάστημα, η Μάγια έμενε με την θεία Μυρτώ, την αδελφή της μαμάς της, που ήταν και νονά της. Η θεία Μυρτώ την αγαπούσε πολύ. Την φρόντιζε σα δικό της παιδί και της έλεγε πως μπορεί να της εμπιστεύεται όλες τις χαρές κι όλες τις λύπες της. Καμιά φορά μάλιστα, της ξέφευγε και την φώναζε “μαμά” κι εκείνη της έλεγε πως δεν πειράζει. Της θύμιζε την ιστορία με τη γάτα στην αυλή της γιαγιάς, που μεγάλωσε τα μικρά μιας άλλης γάτας, όταν αυτή τα άφησε. Γιατί μερικές φορές δεν είναι ανάγκη να έχεις γεννήσει ένα παιδί για να το αγαπάς σα δικό σου.

Πλησίαζε η Γιορτή της Μητέρας και τα σχολεία μόλις είχαν ανοίξει από τις διακοπές του Πάσχα. Η Μάγια είχε ευχαριστηθεί παιχνίδι, βόλτες,  κουλουράκια και σοκολάτες, τρία παγωτά κρυφά από τη θεια Μυρτώ που όλο έλεγε “ο λαιμός σου Μάγια, ο λαιμός σου!” κι εκείνη απορούσε: τι πειράζει να μη μπορώ να μιλήσω που θα κλείσει ο λαιμός μου, αφού θα μπορώ να ονειρεύομαι ότι ταξιδεύω σε όλο τον πλανήτη, ότι δοκιμάζω φαγητά απ’ όλο τον κόσμο και παίζω παιχνίδια που δεν έχω ξαναπαίξει.

Γιατί, ίσως να το καταλάβατε, η Μάγια ήταν πολύ ονειροπόλα. Όμως σήμερα δεν είχε κέφι, σκεφτόταν διαρκώς τη μαμά της κι αναρωτιόταν αν κι εκείνη την είχε πεθυμήσει τοσο πολύ. Μα τόσο πολύ, που αν την είχε τώρα μπροστά της να την έσφιγγε στην αγκαλιά της μέχρι να μη μπορεί να πάρει ανάσα. Αυτό ήταν! Έβαλε τα κλάματα και της έφυγε τελείως η διάθεση για σκανταλιές, ονειροπολήσεις, ακόμα και για παγωτά. Εκείνη τη στιγμή άκουσε τα κλειδιά της θείας Μυρτώς, κρύφτηκε κάτω από τα μαξιλάρια του καναπέ και έκανε την ήσυχη. Μετά από λίγο άκουσε τη φωνή της θείας να της λέει, τάχα μου  ανάλαφρα: “Μάγια, έλα να δεις! Έφερα ένα ωραίο λεύκωμα με ζωγραφιές που θα σ’ αρέσει! Είναι γνωστοί ζωγράφοι που έκαναν μερικά από τα πιο όμορφα έργα τους για τη μαμά τους. Ή μπορεί και όχι ακριβώς για τη δική τους μαμά…”. Δεν πέρασε και πολλή ώρα και βρέθηκαν αγκαλιασμένες οι δυο τους, θεία κι ανηψιά, ξεφυλλίζοντας μερικές από τις πιο όμορφες ζωγραφιές που είχε δει ποτέ η Μάγια.

“Μα τι όμορφο και ζωηρό μωρό!”, είπε γεμάτη ενθουσιασμό.

“Και να σκεφτείς ότι η ζωγράφος, η Ελιζαμπέτα Σιράνι, ήταν ένα πολύ τολμηρό κορίτσι που για την εποχή του  έκανε κάτι ασυνήθιστο: δημιούργησε μια σχολή ζωγραφικής  μόνο για γυναίκες. Αυτό το έργο λέγεται Virgin and the child  και το ζωγράφισε το 1663″, απάντησε η θεία Μυρτώ.

“Aαα! Αυτό μ’ αρέσει τόσο πολύ!”, ξεφώνισε η Μυρτώ, και η απάντηση την ξάφνιασε.

“΄Είναι  λεπτομέρεια από το έργο Οι Τρεις Ηλικίες της Γυναίκας του Γκούσταβ Κλιμτ, ενός πολύσπουδαίου Αυστριακού ζωγράφου, από τις αρχές του 20ου αιώνα”.

“Και γιατί λέγεται έτσι;”

“Γιατί τη στιγμή που γεννιέται ένα παιδί, γεννιέται και η μητέρα του, όπως λένε”.

“Aυτό σίγουρα το ζωγράφισε ο Πικάσο!”, φώναξε ενθουσιασμένη η Μάγια. Όταν τη ρώτησε η θεία Μυρτώ πώς το κατάλαβε, εκείνη της είπε πως η δασκάλα των εικαστικών στο σχολείο τους είχε μιλήσει για τις παράξενες μορφές που ζωγράφιζε ο Πικάσο και πως ο ίδιος ζήλευε τον τρόπο που ζωγράφιζαν τα παιδιά, κι ακόμα ότι προς το τέλος της ζωής του, σα να το κατάφερε τελικά.

“Σ’ αρέσει Μάγια αυτός ο πίνακας; Βλέπω ότι τον κοιτάζεις πολλή ώρα, Μάγια. Λέγεται Μητρική Στοργή και ο ζωγράφος Γεώργιος Ιακωβίδης. Τώρα που ξανάνοιξε η Εθνική Πινακοθήκη, θα σε πάω να δεις κι άλλα έργα του. Είδες τι όμορφα που φωτίζεται το πρόσωπο της μητέρας;”, λέει η θεία Μυρτώ και συνεχίζει να κοιτάζει κι εκείνη για πολλή ώρα το έργο.

Συνέχιζαν κοιτάζοντας τα έργα δυο γυναικών που η μια είναι Ελληνίδα και λέγεται Πηνελόπη Οικονομίδη κι ονόμασε αυτό το έργο Μητρότητα. “Μα, είναι αγοράκι ή κοριτσάκι;”, ρώτησε η Μάγια. “Ρωτάω γιατί έχω δει πολλά μωρά της παλιάς εποχής με μακριά φορέματα, που ήταν τελικά αγοράκια. Μάλλον είχαν πολύ διαφορετικές συνήθειες με τα ρούχα τους τότε, ε;”. Η θεία Μυρτώ γέλασε καθώς σκέφτηκε την κουβέντα που έκαναν τις προάλλες διαβάζοντας ένα βιβλίο που έδωσε άλλη εκδοχή στη ντουλάπα. “Πράγματι, αλλά για δες εδώ, πώς κρατάει η μαμά το μωρό και πώς την πιάνει το μωρό!”.

“Να και η άλλη ζωγράφος που σου έλεγα, η Μαίρη Κάσσατ. Είναι Αμερικανίδα αλλά έζησε στη Γαλλία και της άρεσε πολύ να ζωγραφίζει μητέρες με τα παιδιά τους. Αυτό που βλέπεις εδώ λέγεται Μητέρα που χτενίζει το παιδί της και το ζωγράφισε το 1879. Άλλη φορά, Μάγια, θα σου δείξω περισσότερα έργα της μια και θεωρείται από τις μεγάλες κυρίες του Ιμπρεσσιονισμού”, είπε η θεία Μυρτώ.

“Α, τώρα κατάλαβα γιατί κι εσύ θέλεις συνέχεια να με χτενίζεις. Παίρνεις ιδέες από τις αγαπημένες σου ζωγραφιές μου φαίνεται. Όμως θέλω να σου δείξω κι εγώ μια εκόνα από έναν αγαπημένο μου ήρωα κόμικ. Γιατί, βλέπεις, κι ο Σούπερμαν αγαπούσε τη μαμά του!’’, είπε γελώντας η Μάγια.