Τα κείμενα επιλέγει και παρουσιάζει ο Φώτης Δούσος*

Φωτό: Keila Hotzel / Unsplash

Τι αρέσει στα παιδιά να διαβάζουν; Αν θέλουμε να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη άποψη, θα πρέπει να ρίξουμε μια ματιά και στα δικά τους κείμενα, στη μυθοπλασία που γράφεται από τα ίδια τα παιδιά. Άλλωστε, ένας από τους λόγους που γράφουμε είναι επειδή δεν μας εκφράζει ποτέ απόλυτα αυτό που μας δίνουν να διαβάσουμε. Κάθε 15 ημέρες παρουσιάζουμε στην Κόκκινη Αλεπού κείμενα παιδιών που παίρνουν μέρος στο εργαστήρι δημιουργικής γραφής το οποίο εμψυχώνω και που φανερώνουν το τρόπο με τον οποίο αφενός επιλέγουν να εκφράζονται, αφετέρου τι θέλουν να διαβάζουν τα ίδια.

Τα παιδιά, φτιάχνοντας τις ιστορίες τους, αντλούν υλικό από μια τεράστια δεξαμενή έμπνευσης που είναι γεμάτη από προσωπικές μνήμες, συναισθήματα, όνειρα, γνώσεις, φόβους, ελπίδες κτλ. Όπως κάνουμε και εμείς οι μεγάλοι, δηλαδή, όταν γράφουμε. Ο τρόπος, όμως, που χειρίζεται ένα παιδί το πραγματολογικό υλικό και η μυθοπλαστική διαχείριση που κάνει σε αυτό έχει πάντα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Διότι φανερώνει και μια απόπειρα ερμηνείας της πραγματικότητας. 

Στο κείμενο που ακολουθεί η Αναστασία Δ., μαθήτρια Δ’ τάξης δημοτικού, κάνει μια φρενήρη και εντελώς σουρεάλ αφήγηση όπου συμπλέκει το χρυσό κλαδί ενός δέντρου με το ορυχείο του Παγγαίου, τον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Β΄και την ανθρώπινη πλεονεξία. Και όλο αυτό φυσικά χωρίς ίχνος διδακτισμού, με χιούμορ, πρωτοτυπία, γλωσσική επιδεξιότητα και αστείρευτη ζωντάνια. 

 Χρυσό Κλαδί

Από μικρό σποράκι, τόσο δα, μεγάλωσα στα πλούτη.
Χρυσάφια δε μου λείπανε κι ούτε η καλοπέραση.
Παντού χρυσός και πλούτη γύρω μου.
Αλλά όταν άλλαξε το περιβάλλον μου και έφυγε το χρυσάφι,
εγώ μακριά ταξίδεψα για να μην σκέφτομαι αυτή τη θλιβερή εικόνα.

Ουφ, δεν τα πάω καθόλου καλά με την ποίηση. Προσπάθησα να γράψω ποίημα για την ιστορία της ζωής μου, αλλά τζάμπα κόπος. Αν γινόταν κάποτε κανένας διαγωνισμός για μικροποιημάτακια της δεκάρας, ίσως είχα καμία ελπίδα. Μπορώ να σας μιλήσω χωρίς ομοιοκαταληξία και ρυθμό. Όμως σας προειδοποιώ: μην πάρετε κουβά ούτε λεκάνη για τα ρούχα. Τι να την κάνετε; Να πέφτουν εκεί μέσα τα δάκρυα βροχή. Μην πλημμυρίσετε το σπίτι.

Είμαι ένα δέντρο. Γεννήθηκα στο χρυσωρυχείο του Παγγαίου. Πώς γεννήθηκα εκεί; Ήταν μια μέρα που ο άνεμος φυσούσε και όλα τα έπαιρνε μακριά. Η μητέρα μου, η όμορφη βελανιδιά, με είχε σποράκι στη φυλλωσιά της και μου ΄λεγε : «και συ θα γίνεις ένα όμορφο δέντρο». Αλλά ξαφνικά φύσηξε ο άνεμος και με πήρε μακριά από τη μητέρα μου. Κλάψτε λίγο. Με πέταξε μπροστά από το χρυσωρυχείο και κει ρίζωσα. Εκεί έβρεχε κάθε μέρα και έτσι δε μου έλειπε το νερό. Μεγάλωνα ωραία και καλά ώσπου ήρθε αυτός ο Φίφης, πώς τον λέγανε, Φιλιππίνες, όχι, φαφούτη, όχι, Φλασάκη όχι .. α ναι αυτός ο Φίλιππος ήρθε στο χρυσωρυχείο του Παγγαίου και εξαφάνισε όλο το χρυσάφι.

Ευτυχώς ήμουν μικρό ακόμη και δε με είδε. Έπρεπε να φύγω. Δεν μπορούσα να αντέξω αυτή τη ζοφερή ατμόσφαιρα χωρίς ούτε έναν κόκκο χρυσαφιού. Κλάψτε, κλάψτε εσείς, κλάψτε… Πολύ λυπητερή ιστορία, έτσι; Γελάτε; Γιατί γελάτε; Τέλος πάντων…  Έφυγα από την, πλέον, σπηλιά, του Παγγαίου και ρίζωσα σε ένα ξέφωτο ενός δάσους. Τα χρόνια περνούσαν ώσπου φτάσαμε στο σήμερα… Για να δω… Πλημμύρισε το σπίτι σας από τα δάκρυα; Όχι; ΟΧΙ; ΟΧΙ; Γκρααααααρ!! Τώρα είμαι εδώ, μοναχικό στο ξέφωτο… Κύλησε κανένα δάκρυ στο μάγουλό σας; Όχι; ΌΧΙ; ΟΧΙ; Γκραααααααααααααρ!! Οπ! Ωωωω! Ένα πουλάκι κάθισε στα κλαδιά μου! Γιούπι! Θα έχω λίγη παρέα!

Γειά σου δέντρο!, μου λέει.
Γειά σου κι εσένα!, απαντώ εγώ.

Το πουλάκι χώθηκε μέσα στη φυλλωσιά μου. Μετά από λίγο το άκουσα να φωνάζει:

ΑΑΑΑΑ! Έχεις ένα χρυσό κλαδί!
Εεεεεε…., απάντησα εγώ.
Αλήθεια, δεν το πιστεύω!, φώναζε το πουλάκι και μετά έφυγε.

Τώρα πια το μυστικό μου προδόθηκε. Ναι, όντως έχω ένα χρυσό κλαδί. Το απέκτησα στο πρώτο μου σπίτι, το χρυσωρυχείο του Παγγαίου. Όταν είχε έρθει ο Φίλιππος να πάρει το χρυσάφι για να φτιάξει νομίσματα, έπεσε λίγο λιωμένο χρυσάφι στο κλαδί μου. Μετά από λίγο καιρό το λιωμένο χρυσάφι σκλήρυνε και το κλαδί μου έγινε χρυσό. Ευτυχώς ήταν καλά κρυμμένο στη φυλλωσιά μου. Αλλά τώρα τελείωσαν όλα. Μετά από λίγο καιρό πολλά πουλιά έμαθαν το μυστικό μου και μεταξύ αυτών ένας παπαγάλος. Για κακή μου τύχη ο παπαγάλος το είπε στο αφεντικό του. Για μαντέψτε τι έκανε;  Ήρθε με ένα πριόνι στο δάσος κι άρχισε να τριγυρίζει για να με βρει. Εγώ κατατρόμαξα γιατί ήξερα τον σκοπό για τον οποίο είχε έρθει. Δεν ξέρω τι θα κάνατε εσείς, εγώ πάντως άρχισα να τρέμω, να αναστενάζω, να αναφυλλιάζω (ανατριχιάζω) και να κλαψουρίζω.

Τι έχεις και κλαψουρίζεις σαν μωρό;, με ρώτησε το διπλανό μου δέντρο.
Άστο, δε θα το καταλάβεις…, ήταν η απάντησή μου.

Καθώς ο κακότροπος άνθρωπος πλησίαζε το μέρος όπου ήμουν, τόσο πιο πολύ φοβόμουν, αλλά δε μπορούσα να ΦΥΓΩ, τώρα που είχα ριζώσει εδώ καλά κι ωραία. Γιατί οι ρίζες μου είναι γέρικες και δε μπορώ να τις ζορίζω. Ο κακός άνθρωπος πλησίαζε και επιθεωρούσε τα δέντρα ψάχνοντας μέσα στη φυλλωσιά τους. Καλά είναι τρελός… σκέφτηκα. Θα του πάρει χρόνια να ψάξει σε όλες τις φυλλωσιές όλων των δέντρων του δάσους. Όμως μπορεί να είναι αποφασισμένος να βρει τον θησαυρό μου, δηλαδή ο χειρότερος εφιάλτης. Συνέχισα τις σκέψεις μου. Αυτό με βοήθησε να ξεχάσω τι κίνδυνο είχα μπροστά μου και να σκεφτώ όλα τα πιθανά αποτελέσματα της επίσκεψης του κ. Δε ξέρω πώς τον λένε. Αυτό όμως δεν έπρεπε να γίνει. Γιατί ο κακότροπος άνθρωπος είχε φτάσει μπροστά μου κι εγώ δεν τον είχα προσέξει, γιατί κοιτούσα το κενό. Τον πρόσεξα μόνο όταν άρχισε να ψάχνει στη φυλλωσιά μου. Η καημένη η καρδιά μου χτυπούσε τόσο πολύ δυνατά που λίγο ακόμα θα πεταγόταν έξω. Ο κύριος χώθηκε μέσα στα φύλλα μου και κοιτούσε προσεκτικά. Ξαφνικά ακούστηκε η κραυγή του τέλους. Εδώ είσαι πουλάκι μου!  Τράβηξε το πριόνι και το έφερε προς το κλαδί μου. Το κοπάνησε με ορμή αλλά… εκσφενδονίστηκε μακριάαααααα! Δεν μπορώ να το πιστέψω! Το κλαδί μου είναι τόσο σκληρό που κατάφερε να πετάξει αυτόν τον #@#*¥ (να μη βρίσω) μακριά! Έτσι μου έρχεται να τραγουδήσω και να χορέψω από τη χαρά μου! Αντίο! Φώναξα … (από μέσα μου φυσικά). Σώθηκα τελικά κι όσο γι αυτόν τον δύσμοιρο δεν ενδιαφέρομαι καθόλου. Μπορεί να πήγε στην Αλάσκα. Ποιος ξέρει… Από τότε ζω ευτυχισμένο σε ένα παραμυθένιο δάσος με πολλούς φίλους, όπως δέντρα, πουλάκια, έντομα κι εσάς που με συντροφέψατε και ακούσατε/ διαβάσατε πρόθυμα τη θλιβερή ιστορία μου σε όλο το δύσκολο μέρος της ζωής μου. Τώρα πια ότι θα κλάψατε είναι 100% σίγουρο … Τέλος πάντων σας χαιρετώ κι αντίο.

Αναστασία Δ.
Δ’ Δημοτικού


Ο Φώτης Δούσος γεννήθηκε στις Σέρρες το 1980. Ασχολείται με την πεζογραφία, το θέατρο, το δοκίμιο, την παιδική λογοτεχνία, καθώς και με τη διδακτική της δημιουργικής γραφής. Αυτό το διάστημα εκπονεί διδακτορική διατριβή για τις τεχνικές της πλοκής στο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Ζει στην Κρήτη και έχει δύο παιδιά.