Τι αρέσει στα παιδιά να διαβάζουν; Αν θέλουμε να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη άποψη, θα πρέπει να ρίξουμε μια ματιά και στα δικά τους κείμενα, στη μυθοπλασία που γράφεται από τα ίδια τα παιδιά. Άλλωστε, ένας από τους λόγους που γράφουμε είναι επειδή δεν μας εκφράζει ποτέ απόλυτα αυτό που μας δίνουν να διαβάσουμε. Κάθε 15 ημέρες παρουσιάζουμε στην Κόκκινη Αλεπού κείμενα παιδιών που παίρνουν μέρος στο εργαστήρι δημιουργικής γραφής το οποίο εμψυχώνω και που φανερώνουν το τρόπο με τον οποίο αφενός επιλέγουν να εκφράζονται, αφετέρου τι θέλουν να διαβάζουν τα ίδια.

Από που ξεκινάει μια ιστορία; Οι πηγές της έμπνευσης είναι μυστικές. Ως έναυσμα ή αρχικό ερέθισμα μπορεί να αποδειχθεί οτιδήποτε. Ακόμα και κάτι φαινομενικά άσχετο με την ιστορία που παράγεται. Όποια και αν είναι πάντως η αφετηρία, ο συγγραφέας θα πρέπει να οικειοποιηθεί τα στοιχεία εκείνα που τον ενδιαφέρουν, που τον αφορούν. 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση δουλέψαμε πάνω σε ένα απόσπασμα από τον Λεωνή, το περιβόητο bildungsroman (σ.σ. μυθιστόρημα ενηλικίωσης) του Γιώργου Θεοτοκά. Το μυθιστόρημα είναι για μεγάλους, όχι για παιδιά. Αλλά τα κείμενα που προέκυψαν, με ενδεικτικό αυτό του Οδυσσέα Δ. (Δ΄τάξη), δείχνουν ότι οι κρυφές συνάψεις και συνδέσεις ανάμεσα σε εντελώς διαφορετικές αφηγήσεις χαρακτηριζονται από πολυμορφία και ποικιλία. 

Ιστορία

Ζούσα 201 χρόνια μέσα στις καταπακτές. Από τότε που πέθανα δηλαδή. Σε περίπτωση που δεν το ξέρετε είμαι ο Αλή Πασάς. Έχω γίνει βρικόλακας και στοιχειώνω ένα Λύκειο στην Κωνσταντινούπολη. Όμως εκεί ήταν το σπίτι μου. Όταν προσπαθούσα να κατακτήσω την Ελλάδα, είχα τσακωθεί με τον Σουλτάνο και με σκότωσε. Μετά μου κατέστρεψε και το σπίτι μου, που πιο μετά μετατράπηκε σε Λύκειο. Από τότε το στοιχειώνω και το μόνο που έχω να κάνω για να περνάει η ώρα είναι να λύνω κύβους του Ρούμπικ. Τα μόνα χρώματα που έχω καταφέρει να λύσω είναι το κόκκινο και το άσπρο.

Ευτυχώς έχω ησυχία γιατί τα παιδιά δεν τολμούν να κάνουν βήμα προς τα σκοτεινά μέρη του σχολείου. Εκεί είναι οι καταπακτές. Ώσπου ένα αγόρι τόλμησε να πάει προς τα εκεί και τότε έγινε το κακό. Έπεσε σε μια καταπακτή κατευθείαν πάνω στον κύβο του ρούμπικ που μου τον έσπασε ακριβώς το δευτερόλεπτο που βρήκα πώς να λύσω το μπλε!

Το αγόρι άρχισε να τρέχει εδώ κι εκεί τρομαγμένο. Έτσι όπως έτρεχε, μου κλωτσούσε όλους τους άλλους κύβους του ρούμπικ που ήταν σκορπισμένοι στο πάτωμα της καταπακτής. Καθώς έτρεχε τα ξύλα του πατώματος άνοιγαν και σύντομα θα πέφταμε πιο κάτω. Βέβαια εμένα δεν με πολυένοιαζε, γιατί ήξερα ότι από κάτω, ήταν ένας στάβλος, που αντί για άλογα, είχε ποντίκια.

Ωστόσο, xτύπησε το κουδούνι για να μπουν μέσα για μάθημα και καθώς αυτός δεν ήρθε, άρχισαν να τον αναζητούν και να τον φωνάζουν. Από τις φωνές των από πάνω, το πάτωμα άνοιξε τελικά και πέσαμε και οι δυο στον στάβλο, με αποτέλεσμα να μου καταστραφούν όλοι οι κύβοι του ρούμπικ.

Εγώ άρχισα να του φωνάζω, γιατί τώρα δεν θα είχα τίποτα να κάνω για όσα χρόνια θα βρισκόμουν εκεί πέρα. Αυτός με ρώτησε ποιος είμαι και γιατί φωνάζω. Εγώ του απάντησα ότι δεν έχω πια κύβους του ρούμπικ για να λύνω και ότι είμαι ο Αλή Πασάς. Του είπα ακόμα «αν ξέρεις την ιστορία του Αλή Πασά δεν θα χρειαστεί να με ρωτήσεις άλλο». Εκείνος είπε πως την ήξερε και είχε πάρει και βραβείο στην ελληνική Ιστορία. Μετά του είπα ότι τώρα που πέσαμε εδώ πέρα ίσως θα χρειαστεί 13 χρόνια για να βγει έξω. Επίσης πρόσθεσα: αυτό δεν το ξέρεις είμαι σίγουρος, παρόλο που έχεις πάρει και βραβείο στην ελληνική Ιστορία, αλλά αυτά τα ξύλα είναι μαγεμένα και κουνιούνται μια φορά στα 13 χρόνια. Αυτός είπε ότι δεν είχε καμία όρεξη να περιμένει 13 χρόνια ώσπου να γίνει 26 και μου είπε να τον βγάλω μια και καλή από κει μέσα. Του είπα ότι δε γίνεται αυτό που μου έλεγε και ότι αν δεν ήθελε να περιμένει 13 χρόνια, μπορούσα και να τον φάω. Για έναν βρικόλακα είναι εκλεκτό γεύμα τα παιδιά. Εκείνος άρχισε να τρέχει πάνω στα άχυρα και έκανε κάτι που δεν το περίμενα: άρχισε να φωνάζει με 1750 ντεσιμπέλ.

Εγώ ξεκουφάθηκα και τα ποντίκια έφευγαν από τις τρύπες που υπήρχαν στους τοίχους. Εκείνος εξακολουθούσε να φωνάζει κι έτσι όλοι στο σχολείο τον άκουγαν πια καθαρά. Οι τοίχοι άρχισαν να καταρρέουν και τα μαγικά ξύλα το ίδιο. Όπως ήταν φανερό το σχολείο διαλύθηκε ολοκληρωτικά, το παιδί έφυγε και άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Όσο για μένα, με το που αντίκρυσα το φως του ήλιου έγινα σκόνη και γύρισα στο βασίλειο των σκονισμένων βρικολάκων που με έστειλαν κατευθείαν στο νοσοκομείο.

Αυτό ήταν το άδοξο τέλος του βρικόλακα του Αλή Πασά.

Οδυσσέας Δ.
(Δ’ τάξη)

[/fusion_text][/fusion_builder_column][/fusion_builder_row][/fusion_builder_container]