Εικονογράφηση της Tina Kügler

Πριν από λίγο καιρό, στη βιβλιοθήκη της γειτονιάς, έπεσε στα χέρια μου ένα πολύ γνωστό βιβλίο του Ευγένιου Τριβιζά, τον βασικό χαρακτήρα του οποίου έχω χρησιμοποιήσει άπειρες φορές για να πείσω ένα συγκεκριμένο τρίχρονο να πλύνει τα δόντια του: την περίφημη Δόνα Τερηδόνα. Το παιδικό αυτό βιβλίο*, το ξεφυλλίσαμε μαζί με την κόρη μου και ύστερα το διαβάσαμε, όμως σε ένα συγκεκριμένο σημείο, μια πρόταση με έκανε να σταματήσω την αφήγηση, να «κολλήσω» για κλάσματα του δευτερολέπτου και τελικά να την παραλείψω, προχωρώντας στην επόμενη σελίδα, αφήνοντας ένα μικρό κενό στην ιστορία. Αυτό, λοιπόν, το βιβλίο ανάμεσα σε άλλα που έχω ξεχωρίσει για τον συγκεκριμένο λόγο, με έκανε να θέλω να διατυπώσω φωναχτά και δημόσια μια ερώτηση που τριγυρίζει στο μυαλό μου εδώ και καιρό: να λογοκρίνει κανείς ή να μην λογοκρίνει; Και για να δώσω μια απάντηση, ζήτησα τη βοήθεια δύο επαγγελματιών που η γνώμη τους έχει ίσως μεγαλύτερη βαρύτητα. Ετσι, η ψυχολογος Μαρία Παπαφιλίππου και η εκπαιδευτικός Θάλεια Καλλιαντά απαντούν στην ερώτηση: «Πρέπει οι γονείς να λογοκρίνουν τα λόγια του συγγραφέα την ώρα που διαβάζουν ένα βιβλίο; Είναι αναγκαία η επαφή ενός μικρού παιδιού με λέξεις όπως «βρωμολαγέ» ή «μαύρος από το ξύλο» ή άλλες παρόμοιες από τόσο μικρή ηλικία (3 ετών); Και τελικά, τι όφελος έχουν για ένα παιδί ιστορίες σαν αυτές της Χιονάτης ή της Αλίκης του Κάρολ Λούις;»

Βιαζόμαστε να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας πριν την ώρα τους

Μαρία Παπαφιλίππου, MSc
Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια
Attachment Parenting Hellas

Είναι γνωστό πια, ότι η αφήγηση παραμυθιών στα παιδιά –όλων των ηλικιών- τα ευεργετεί σε πολλά επίπεδα. Πολλοί γονείς όμως προβληματίζονται με το περιεχόμενο και τη γλώσσα που χρησιμοποιούν πολλοί συγγραφείς, κλασσικοί ή και πιο σύγχρονοι. Είναι σωστό να διαβάζουμε στα παιδιά τρομαχτικές ιστορίες; Είναι σωστό να μιλάμε για «καλούς» και «κακούς» ήρωες; Είναι σωστό να διαβάζουμε λέξεις, όπως «ξεκοίλιασε», «βρωμολαγέ», «μαύρος από το ξύλο» στα παιδιά; Ή και να προφέρουμε και άλλους χαρακτηρισμούς, όπως τεμπέλης, χοντρούλης, κακάσχημος, κτλ;

Στο νου μου έρχεται το βιβλίο Το μήνυμα του νερού του Ιάπωνα Dr. Emoto, ο οποίος περιγράφει τα πειράματα που έκανε, βάζοντας σε δοκιμαστικούς σωλήνες νερό και καθώς περίμενε να φτάσουν σε θερμοκρασία ψύξης, ώστε να σχηματιστούν κρύσταλλοι, κάθε μέρα πρόφερε κατ’επανάληψη, σε κάθε σωλήνα μία θετική ή αρνητική λέξη/φράση. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά, καθώς οι νιφάδες που σχηματίζονταν στους σωλήνες που οι λέξεις που ακουγόντουσαν ήταν θετικές, είχαν πραγματικά υπέροχο, ολοκληρωμένο σχήμα, ενώ οι νιφάδες που σχηματίζονταν στους σωλήνες που προφέρονταν αρνητικές λέξεις ήταν σχεδόν ασχημάτιστες, μπερδεμένες, άσχημες. Ο Dr. Emoto με τα πειράματά του ήθελε να δείξει την ισχύ και την ενέργεια που έχουν οι λέξεις και οι φράσεις που χρησιμοποιούμε. Άλλωστε κι εμείς οι άνθρωποι, κατά 70% αποτελούμαστε από νερό! Ειδικά τα παιδιά, που λειτουργούν έτσι κι αλλιώς με το συναίσθημα, επηρεάζονται άμεσα από τις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούμε, αλλά και το συναίσθημα-ενέργεια που μεταφέρουμε μέσα από αυτές. Εμείς, αλήθεια, πώς αισθανόμαστε με αυτά που διαβάζουμε και αφηγούμαστες Κι έπειτα, πώς θα αισθανόμασταν στη θέση του παιδιού;

Μία σημαντική παράμετρος, που πολλοί αγνoούν, είναι η αξία του να διαβάζουμε μαζί με τα παιδιά τα παραμύθια. Είτε τα διαβάζουμε εμείς σε παιδιά που δεν μπορούν ακόμη να διαβάσουν μόνα τους, είτε διαβάζουν γιατί έχουν κατακτήσει αυτή την ικανότητα, το να γνωρίζουν ότι είμαστε εκεί μαζί τους, είτε πραγματικά, είτε συμβολικά, είναι σημαντικό. Κάθε εικόνα και κάθε λέξη έχει μία ιδιαίτερη ενέργεια, η οποία μεταφέρεται στο κάθε παιδί διαφορετικά, ανάλογα την ηλικία του, την ιδιοσυγκρασία του, τις συνθήκες του και το δίκτυο υποστήριξής του. Οι εικόνες και οι λέξεις μεταφέρουν αλλά και γεννούν συναισθήματα. Το θέμα είναι ότι σε μικρές ηλικίες ειδικότερα μπορούν να κατακλυστούν από τα συναισθήματά τους, χωρίς να έχουν έλεγχο πάνω σε αυτά και άρα δεν μπορούν να τα ρυθμίσουν μόνα τους. Για παράδειγμα, ένα παραμύθι μπορεί να είναι η αφορμή για να φοβηθεί ένα παιδί τόσο, που να μην μπορεί να κοιμηθεί ή να κάνει ανήσυχο ύπνο, ακόμα και για ένα μεγάλο διάστημα της ζωής του, αν δεν εντοπιστεί από τους γονείς η πηγή του προβλήματος.

Πολλοί βέβαια υποστηρίζουν ότι αυτά που περιγράφονται μέσα στα παιδικά βιβλία και τα παραμύθια, με τον τρόπο που περιγράφονται και απεικονίζονται, καθρεφτίζουν την πραγματικότητα, έχουν ένα ρεαλισμό και δεν θα έπρεπε να τα αποκρύπτουμε από τα παιδιά «γιατί αυτά συμβαίνουν» ή «γιατί κάποια στιγμή θα τα ακούσουνε κι αυτά» ή ακόμη επειδή «έτσι είναι ο κόσμος μας», οπότε αργά ή γρήγορα θα εκτεθούν στον κόσμο που περιλαμβάνει όλα αυτά. Καμιά φορά λοιπόν, έχω την αίσθηση ότι βιαζόμαστε να μεγαλώσουμε τα παιδιά πριν την ώρα τους. Πώς να δείξεις την αγριότητα αυτού του κόσμου σε κάποιον τόσο μικρό αν δεν τον έχεις γεμίσει πρώτα με αγάπη και ασφάλεια, ώστε να αντέξει και να διαχειριστεί με αισιοδοξία τον κόσμο και τη ζωή που απλώνεται μπροστά του; Πώς να αποδεχθεί και να κοιτάξει με αυτοπεποίθηση τον κόσμο, όταν ακόμα καλά-καλά δεν ξέρει τον εαυτό του; Πώς να το κάνει όταν όλη του η ύπαρξη και η επιβίωση εξαρτάται ακόμη από την προστασία κάποιου άλλου, ο οποίος μεταφράζει τον κόσμο για αυτόν; Τί θα πιστέψει αν αυτός ο κάποιος, ο γονέας ή ο δάσκαλος, του μεταφέρει ένα κόσμο γεμάτο φόβο, αδικία, βία, διαχωρισμένο σε «καλό» και «κακό»; Και τελικά, λύνονται όλα τόσο εύκολα και μαγικά, όσο το «ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα»;

Έχω την αίσθηση ότι πολλές ιστορίες είναι τόσο τρομακτικές από μόνες τους που ένα μικρό παιδί δεν είναι εύκολο να σταθεί στη λύση, στο «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», αλλά μένει στο συναίσθημα που του προκάλεσε η ίδια η ιστορία ή κάποιος χαρακτήρας μέσα σε αυτή. Και ως γνωστό, ιδίως στις ηλικίες 2+, η φαντασία των παιδιών οργιάζει, οπότε ανακαλούν στη μνήμη τους το συναίσθημα ή το χαρακτήρα που τους εντυπωσίασε/τρόμαξε, σε μία προσπάθεια να το κατανοήσουν και διαχειριστούν.

Για αυτό είναι σημαντικό, όταν διαβάζουμε στα παιδιά ή σε μεγαλύτερες ηλικίες διαβάζουν μόνα τους, να γνωρίζουμε τί διαβάζουν και να έχουν την ασφάλεια ότι είμαστε εκεί, να συζητήσουμε, να εξηγήσουμε, να μοιραστούμε συναισθήματα και εμπειρίες, να ταξιδέψουμε με τη φαντασία μας και να δείξουμε ότι μπορούμε να έχουμε έλεγχο πάνω στα δύσκολα συναισθήματά μας. Διαφορετικά, τα παιδιά μπορεί να μεγαλοποιήσουν στο μυαλό τους κάτι που άκουσαν ή είδαν κι έτσι και τα συναισθήματά τους να γιγαντωθούν και να μην μπορούν να τα διαχειριστούν μόνα τους. Εκεί είναι που λέμε ότι οι γονείς λειτουργούν σαν εξωτερικοί ρυθμιστές του αναπτυσσόμενου παιδικού εγκεφάλου, αφού με την παρουσία τους, τα λόγια και τις πράξεις τους βοηθούν τα παιδιά να ρυθμίσουν τα συναισθήματά τους, ειδικά αυτά τα πιο δύσκολα και έντονα, όπως είναι ο φόβος ή ο θυμός.

Σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό να αναλογιστούμε την ηλικία του κάθε παιδιού, την ετοιμότητά του, τις προτιμήσεις του, τη μοναδικότητα του χαρακτήρα του, τις ιδιαίτερες συνθήκες του, όπως και για ποιο λόγο διαβάζουμε στα παιδιά παραμύθια κάθε φορά, πώς εμείς οι ίδιοι αισθανόμαστε για αυτά που διαβάζουμε και ανάλογα να απαντήσουμε αν είναι καλό να λογοκρίνουμε ή όχι τον τρόπο γραφής του κάθε συγγραφέα και άρα να αποφασίσουμε ποια βιβλία/παραμύθια διαλέγουμε και είναι κατάλληλα για το κάθε παιδί.

O γονιός πρέπει να διαβάζει πρώτος τα βιβλίο που δίνει στο παιδί του