Φωτογραφία: Annie Spratt

Η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 2 Απριλίου, την ημέρα που γεννήθηκε ο μεγάλος Δανός παραμυθάς Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, καθιερώθηκε το 1966 από τη Διεθνή Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ). Από τότε, κάθε χρόνο, οι λάτρεις των παιδικών βιβλίων και της λογοτεχνίας για παιδιά γιορτάζουν την ημέρα παρέα με τους αγαπημένους τους ήρωες, αυτούς που με έναν μαγικό τρόπο τους έκαναν τους αναγνώστες που είναι σήμερα. Η Κόκκινη Αλεπού που αγαπάει τα παιδικά βιβλία όσο τίποτε άλλο, ζήτησε από τους συντάκτες της να μας αποκαλύψουν τα βιβλία που τους έκαναν τους αναγνώστες που είναι σήμερα: από την Πίπη Φακιδομύτη, την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων και τον Μικρό Πρίγκιπα ως τον Αστερίξ, τους Μυστικούς Επτά και την Κάντι-Κάντι, η συντακτική μας ομάδα κάνει ένα μικρό flash – back στις αναμνήσεις που γέννησαν τα βιβλία που διάβασαν τότε.

Κάπου μέσα στα κλασικά άλμπουμ φωτογραφιών (αυτά με το αυτοκόλλητο και το πλαστικό όχι αυτά στο cloud) της οικογένειάς μου είναι και η αγαπημένη δική μου φωτογραφία που είναι και προφητική. Είμαι μωρό, καλυμμένη σα να βρίσκομαι μέσα σε σκηνή, με το πρώτο αλμπουμ του Αστερίξ. Αστερίξ ο Γαλάτης. Και δεν έχω βγει ακόμα από εκεί. Αυτή η παρέα του ανυπότακτου γαλατικού χωριού είναι συνοδοιπόρος σε όλη τη ζωή μου. Έμαθα να διαβάζω πριν πάω σχολείο για να βάλω λόγια στις εικόνες που τόσο με είχαν μαγέψει. Όταν αρρώσταινα ήταν η παρέα μου. Παρέα μου και στα ατελείωτα μεσημέρια στο χωριό όπου απαγορευόταν η φασαρία. Εργαλείο όταν δίδασκα Λατινικά. Και τώρα πάλι μαζί μου στα εργαστήρια που κάνω στην Athens Comics Library. Και κάτι μου λέει ότι έχουμε πολλά ακόμα να ζήσουμε. Βασιλεία Βαξεβάνη / ACL

Πολλά έχουν γραφτεί τόσο για τους συμβολισμούς που κρύβονται  πίσω από τις περιπέτειες της Αλίκης, όσο και για τον ίδιο τον συγγραφέα, τίποτα όμως δεν θα επισκιάσει ποτέ τον ενθουσιασμό και τη μαγεία που νιώθω όποτε φέρνω στο μυαλό μου εικόνες της “Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων“: την πτώση στη λαγότρυπα, τις ταμπελίτσες «πιες με» και «φάε με», την κάμπια που κάπνιζε πάνω στο μανιτάρι, το χαμόγελο του μπλε γάτου του Τσέσαϊρ, τα τραπουλόχαρτα, το παιχνίδι κροκέ με τα φλαμίνγκο… Διαβάζοντας το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο αυτές τις μέρες ανακάλυψα έκπληκτη ό,τι είχε «χαθεί στη μετάφραση»: την καταπληκτική απόδοση από τον συγγραφέα του «χαοτικού» ειρμού σκέψεων των παιδιών! Και παρόλη την πληθώρα των παιδικών βιβλίων που κυκλοφορούν σήμερα, νομίζω πως από εδώ και στο εξής θα αναζητώ και κάποια από τα «κλασικά» για τον γιο μου. Αργυρώ Κ. Καΐσερλη / Πελαργός – Σύλλογος Φίλων της Μεικτής Οικογένειας

Μεγάλωσα την εποχή που δε γράφονταν πολλά βιβλία για παιδιά, οι βόλτες στα βιβλιοπωλεία δεν ήταν συνηθισμένο είδος ψυχαγωγίας, η εικονογράφηση περιοριζόταν σε ασπρόμαυρες εικόνες στο τέλος ή την αρχή κάθε κεφαλαίου και για τη λογοτεχνία στο σχολείο ούτε λόγος! Δεν ξέρω πώς άρχισα να διαβάζω, μάλλον τυχαία με κάποια κλασικά, δανεισμένα από μεγαλύτερα ξαδέρφια μου και συνέχισα με τέτοια μανία που οι γονείς μου ανησύχησαν πως τα βιβλία είχαν καταφέρει ένα μεγάλο πλήγμα στην, ούτως ή άλλως «προβληματική» κοινωνικοποίησή μου. Στην πορεία άλλαξαν βέβαια γνώμη! Θυμάμαι πολλά βιβλία, αλλά αν πρέπει να επιλέξω ένα από αυτά θα διάλεγα τον «Μόγλη» του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ. Με τον Μόγλη νομίζω πως ταυτίστηκα καθώς, τον καιρό εκείνο μου φαινόταν πιο εύκολο και πιο δελεαστικό να ενταχθώ σε μια αγέλη λύκων παρά σε μια ομάδα συνομιλήκων μου. Ως γνήσια εσωστρεφής, το να ζω στη ζούγκλα, ελεύθερη και περιτριγυρισμένη από άγρια ζώα μου φαινόταν ως ιδανικό σενάριο ζωής. Διαβάζοντας τις γεμάτες λέξεις σελίδες έφτιαχνα τις δικές μου εικόνες και το ότι είχα πλήρη ελευθερία στη σύνθεση αυτών των εικόνων μου το έκανε ακόμη πιο ενδιαφέρον. Συχνά στην κατοπινή ζωή μου, όταν περνάω μια περίοδο που έχω ανάγκη από ησυχία και απομόνωση, αναφέρομαι σ’ αυτήν ως «φάση Μόγλη». Ελευθερία Καλούδη

Εκείνον τον Ιούνιο ένα μαγικό τζίνι πραγματοποίησε την ευχή μας και ξαναβρεθήκαμε όλοι μαζί στο “χωριό” την επόμενη κιόλας μέρα του του τέλους της σχολικής χρονιάς. Ήμασταν προετοιμασμένοι με όλα τα απαραίτητα και βέβαια είχαμε ξαναδιαβάσει όσα βιβλία είχαμε με την αγαπημένη μας ηρωίδα, την Πίπη την Φακιδομύτη. Δεν είχαμε άλογο και πίθηκο, όμως όλοι διαθέταμε ποδήλατα και άλλωστε η Φοίβη ήταν πρόθυμη να παίξει όποιον ρόλο της αναθέταμε, φτάνει να της εξασφαλίζαμε ωραίες λιχουδιές. Στο μυστηριώδες οικόπεδο η “Βίλα Παρδαλή” – η δική μας Βιλεκούλα –  μας περίμενε, την είχαμε εντοπίσει από το προηγούμενο καλοκαίρι, αφημένη κι αραχνιασμένη ποιος ξέρει πόσα χρόνια. Η φαντασία μας οργίαζε για την ιστορία της κι εμείς ήμασταν έτοιμοι να γράψουμε τη δική μας, βγάζοντας τη γλώσσα σε όσα δε μας άρεσαν, ατρόμητοι και ανυπόμονοι για τις δικές μας περιπέτειες σε φανταστικές νότιες θάλασσες, δαμάζοντας τους ωκεανούς και κάθε υπερφυσικό πλάσμα που θα συναντούσαμε. Σίγουρα σε κάποια απροσδόκητη στιγμή, η Πίπη θα έσκαγε μύτη, θαρραλέα κι αντισυμβατική, και θα συνεχίζαμε το ταξίδι όλοι μαζί. Θάλεια Καραμολέγκου

Δε θυμάμαι ακριβώς σε ποια ηλικία έπιασα στα χέρια μου “Το Ερωτευμένο Σύννεφο” του Ναζίμ Χικμέτ· πρέπει να ήμουν 10 – 11 χρονών. Ενας κόσμος παραμυθιών ανοίχτηκε μπροστά μου τόσο διαφορετικός από ό,τι ήξερα μέχρι τότε, μιας και το βιβλίο αποτελεί συλλογή λαϊκών παραμυθιών από την Τουρκία. Γίγαντες πελώριοι που δρόμο έπαιρναν και άφηναν μέσα από παζάρια και εισόδους σε κάτω και πάνω κόσμους, βουνά, θάλασσες, βασιλιάδες και μάνες που περίμεναν καρτερικά έγιναν για μένα καθημερινή ανάγνωση ξανά και ξανά για πολλά χρόνια. Θα παραμένει πάντα το υπεραγαπημένο μου βιβλίο και εύχομαι, κάποτε και της κόρης μου. Τατιάνα Κοντούλη

Δεν είναι τόσο οι ιστορίες τους που θυμάμαι έντονα ακόμα και τώρα, όσο το συναίσθημα που με πλημμύριζε όταν διάβαζα τις περιπέτειες των Μυστικών Επτά. Σίγουρα δεν τα είχα βρει στη βιβλιοθήκη του σχολείου και υποθέτω πως τη σειρά των βιβλίων της Ίνιντ Μπλάιτον μου την είχε γνωρίσει η θεία μου η Κική, εκείνη που φρόντιζε πάντα να μας εφοδιάζει με βιβλία, όλους, και τα δικά της παιδιά και τα ανίψια της. Θυμάμαι να τα διαβάζω με μανία εκείνα τα βασανιστικά καλοκαιρινά μεσημέρια που δεν έπρεπε να ακούγεται κιχ στο σπίτι μέχρι να πάει 5 το απόγευμα. Δεν θυμώμουν καν τα ονόματα των πρωταγωνιστών, ότι είχαν σκύλο, όμως θα μείνει για πάντα χαραγμένη στο μυαλό μου η αίσθηση πληρότητας που είχα όταν τελείωνα ακόμα ένα βιβλίο και ονειρευόμουν το επόμενο που θα πιάσω στα χέρια μου. Αυτήν την αίσθηση που έχω ακόμα και τώρα κάθε φορά που τελειώνω ένα βιβλίο που μου άρεσε. Ζωή Κοσκινίδου

Κρατάω στα χέρια μου ένα  βιβλίο. Διανύω την πρώτη δεκαετία της ζωής μου. Διαβάζω μια σημείωση του πατέρα μου πάνω-πάνω στη σελίδα του τίτλου. «Απ’ τον πόλεμο που δεν έγινε! Καβάλα-Ιούλιος 1974.» Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει… 48 χρόνια μετά, έχω χάσει τον πατέρα μου. Διαβάζω την ίδια σημείωση και σκέφτομαι τι όμορφες που είναι οι οξείες, πόσο μ’αρέσουν τα γράμματα του μπαμπά, πόσο μου λείπει ο πατέρας μου… Ήταν η εποχή του πραξικοπίματος και της εισβολής της Τουρκίας στην Κύπρο. Ο μπαμπάς επιστρατεύτηκε στην Καβάλα. Ήταν οικονομικός στην πολεμική αεροπορία, αλλά του άρεσε να γράφει και να συλλέγει βιβλία και πίνακες. Το βιβλίο αυτό, το Ένα δέντρο μεγαλώνει στο  Μπρούκλιν της Μπέττυ Σμιθ από τις εκδόσεις Δαρεμά, μου το έδωσε όταν επέστρεψε στο σπίτι. Είναι πολύ αγαπημένο μου. Χτες μόλις τελείωσα την ανάγνωση του βιβλίου του Στέφαν Τσβάιχ, Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ και Η αόρατη συλλογή. Μιλάει για πόλεμο και συλλέκτες και σκέφτομαι το αόρατο νήμα που συνδέει τα διαβάσματά μας. Γόνη Λούκα

Θα ήταν ψέμα να γράψω πως η αγάπη μου για το διάβασμα ως παιδί ξεκίνησε από τα λογοτεχνικά βιβλία. Αν μιλάμε για κόμικς όμως… τότε αλλάζει το πράμα! Μίκυ Μάους, Λούκυ Λουκ, Φαντομάς, Άρτσι, Τιραμόλα, και η μια, η αξεπέραστη, η χιλιοβασανισμένη Κάντυ-Κάντυ, βρίσκονταν παντού μέσα στο σπίτι. Ανυπομονούσα κάθε εβδομάδα για το επόμενο τεύχος, μάλωνα με τον αδερφό μου ποιος θα διαβάσει πρώτος τον καινούργιο Αστερίξ, έψαχνα μανιωδώς για τα τεύχη που μου έλειπαν και με είχαν τσακώσει πολλές φορές οι γονείς μου να κρύβω κάποιο κόμικ μέσα στα βιβλία της Ιστορίας ή των Θρησκευτικών. (Sorry, not sorry guys!) Κάπως έτσι άρχισε για μένα αυτό το υπέροχο ταξίδι που λέμε «ανάγνωση». Μετά, γνωρίστηκα με τον Μικρό Νικόλα, τις Μικρές Κυρίες, Τρία Παιδιά Χαμένα στο Διάστημα και πολλούς, πάρα πολλούς καινούργιους φανταστικούς φίλους. Ισμήνη Μιχαήλ.

Όταν ήμουν παιδί λάτρευα τα καλοκαίρια στο χωριό να διαβάζω τα βιβλία της Άλκης Ζέη, της Ζωρζ Σαρή αλλά εξίσου μου άρεσε να διαβάζω τον Μικρό Ήρωα και τα βιβλία της Ένιντ Μπλάιτον. Οι περιπέτειες και το καλοκαίρι ταιριάζουν. Τον χειμώνα διάβαζα, μάλλον μου διάβαζε η μαμά Λουντέμη, Καρκαβίτσα και Παπαδιαμάντη. Από τις σελίδες τους ξεπηδούσαν μυρωδιές μιας άλλης εποχής πιο κοντά στις μνήμες τις δικές της. Ίσως για αυτό μου άρεσαν. Ποιο είναι τελικά το πιο αγαπημένο μου «παιδικό» βιβλίο; Εκείνο που κάνει κλικ στις αναμνήσεις μου; Νομίζω ότι είναι το βιβλίο του Χρήστου Μπουλώτη, «Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας». Κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1997 από τα Ελληνικά Γράμματα σε εικονογράφηση της Νίνας Σταματίου. Έφτασε στα χέρια μου στις 15/4/1999 (βλέπετε έχω μία «κακή» συνήθεια να γράφω την ημερομηνία που αγοράζω τα βιβλία) και ήταν δώρο από την μητέρα μου. Η ιστορία που έγραψε ο Χρήστος Μπουλώτης είναι μία ιστορία αγάπης ανάμεσα σε δύο αταίριαστα πλάσματα. Μία λεύκα με ρίζες γερές και εύθραυστο κορμό ερωτεύεται ένα άλογο που του αρέσει να καλπάζει. Η αγάπη τους θα χτιστεί πάνω στον σεβασμό, την αναγνώριση της διαφορετικής ομορφιάς, την αποδοχή της προσωπικής ελευθερίας. Όταν γεννήθηκε η κόρη μου της το διάβαζα συνέχεια. Και στο γιο μου το ίδιο έκανα. Ήθελα να τους μεταδώσω τη δύναμη της επιλογής και την ακεραιότητα του εαυτού έτσι όπως φανερώνονται στην ιστορία του Μπουλώτη. Κούλα Πανάγου

Ήμουν γύρω στα έξι και θυμάμαι τη μαμά μου να μου διαβάζει τον “Φανούλη” της Μυρτώς Γεωργίου-Νίλσεν. Με τον κάπως ακατέργαστο τρόπο της δεκαετίας του ‘80, πριν έρθει στο παιδικό βιβλίο το πολύ “correct”, ο Φανούλης κατάφερνε σε λίγες εικονογραφημένες σελίδες να χωρέσει τη δημιουργία του κόσμου και των ζώων από τον Θεό, την απληστία των ανθρώπων και την καταστροφή των δασών, την αδικία στη μοιρασιά των χαρισμάτων, την αποδοχή του διαφορετικού, αλλά κυρίως τον φόβο της μοναξιάς και την ανάγκη για παρέα. Ο Φανούλης, ένα παράξενο πλασματάκι φτιαγμένο από… περισσεύματα, “δυο ποδαράκια πάπιας, ένα κομμάτι ποντικίσια γούνα και μια προβοσκίδα μικρή και λίγο στραβή”, φιλήσυχο και ντροπαλό, περιπλανιέται τρομαγμένο στον απέραντο κόσμο παλεύοντας να βρει έναν φίλο. Θυμάμαι ακόμα τη θλίψη που ένιωθα όταν κάποιος τον κορόιδευε, τον θυμό για όσους τον πείραζαν, τον εκφόβιζαν ή αδιαφορούσαν για αυτόν, όμως θυμάμαι και τη γλυκιά ανακούφιση όταν ο Φανούλης έβρισκε τελικά έναν φίλο. Και τη συγκίνηση όταν αυτοί οι δυο γύριζαν τον κόσμο παρέα και σκορπούσαν γύρω τους την αγάπη και την καλή διάθεση. Κι αυτό γιατί όλοι μας, από μικρά παιδιά ακόμα, αυτό που θέλουμε και χρειαζόμαστε είναι να βρεθεί κάποιος να μας αγαπήσει και να μας αποδεχτεί χωρίς όρους. Σημ. Το βιβλίο είναι εξαντλημένο και βρίσκεται μόνο σε κάποια παλαιοβιβλιοπωλεία. Μαρία Παπαευθυμίου

Ανακάλυψα τον Μικρό Πρίγκιπα σ’ ένα δωμάτιο του σπιτιού, όπου η μητέρα μου φυλούσε διάφορα παλιά πράγματα. Ξεκίνησα να το διαβάζω με μανία. Ένιωσα πως είχα μια συντροφιά στα φανταστικά ταξίδια εξερεύνησής μου. Πως γίνεται τα παιδιά να μην ξέρουν πράγματα, αλλά να κατορθώνουν να δείχνουν τον δρόμο στους μεγάλους όταν αυτοί βρίσκονται σε αδιέξοδο; Ο Μικρός Πρίγκιπας μου το έμαθε καλά αυτό. «Αρκεί να βλέπεις με την καρδιά», είπε «τα μάτια δε βλέπουν την ουσία». Μου έμαθε να βλέπω τη ζωή με ευαισθησία, τρυφερότητα και αγάπη. Τώρα που το διαβάζω παρέα με τον πεντάχρονο γιό μου, ταξιδεύουμε στις σελίδες του και μαζί ανακαλύπτουμε καινούριους πλανήτες. Όταν ξοδεύεις χρόνο, φροντίζοντας κάτι, αυτό το κάτι γίνεται πολύ σημαντικό. Νατάσα Τσαπράζη / Πελαργός – Σύλλογος Φίλων της Μεικτής Οικογένειας

dav

Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ, η απόλυτη περιπέτεια. Παραμύθια όπου η αγωνία και η ανακούφιση διαδέχονται η μια την άλλη, όπου οι περιγραφές έκαναν πιστευτό το απίστευτο, εκεί όπου ακολουθούσα  βήμα – βήμα, σαν αόρατη τους ήρωες κι εγώ. Αγανακτούσα με τις αδικίες, καρδιοχτυπούσα μέχρι οι πρωταγωνιστές να τα καταφέρουν, παρακολουθούσα τις σκέψεις τους, θαύμαζα τα σχέδια τους και στο τέλος δικαιωνόμουνα μαζί τους. Δε φοβήθηκα ποτέ και ποτέ δε σκέφτηκα «μα αυτό δεν γίνεται», παρά μόνο λαχταρούσα ν’ ακούσω την αγαπημένη φωνή του πατέρα μου να μου διαβάζει ήρεμα, χωρίς θεατρικότητα, την Κοκκινοσκουφίτσα, τον Πρίγκιπα Βάτραχο, τον Χάνσελ και την Γκρέτελ, τον Κουτσοκαλιγέρη. Κι όλα εμφανίζονταν μπροστά στα μάτια μου και όλα υπήρχαν… Στη δική μου εποχή των παραμυθιών, κοντά στα λαϊκά μας παραμύθια, με τα οποία με τάιζε η γιαγιά μου, διάβαζα Άντερσεν για το συναίσθημα και Γκριμ για τη δράση. Κατερίνα Φρουζάκη