
«Νιώθω». Αυτός είναι ο τίτλος της ενότητας 16 του βιβλίου της Γλώσσας της Β’ Δημοτικού. Στον προοργανωτή του κεφαλαίου τα παιδιά πληροφορούνται ότι «θα μάθουν να μιλούν για τα συναισθήματά τους, θα μάθουν ουσιαστικά, επίθετα και ρήματα για να εκφράσουν αυτό που αισθάνονται, θα μάθουν να βρίσκουν τα αντίθετα συναισθήματα».
Στην ενότητα αυτή υπάρχει ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο της Μάρως Θεοδωράκη «Το παιδί με το ακορντεόν» όπου τα παιδιά καλούνται να διαβάσουν για να απαντήσουν σε κάποιες ερωτήσεις κατανόησης. «Γιατί η καρδιά του Σέργιου χτυπούσε δυνατά; Γιατί ενθουσιάστηκαν οι φίλοι του; Γιατί δάκρυσαν οι γονείς του Σέργιου, επειδή λυπήθηκαν;»
Στην προσπάθειά μου να κρατώ στο μάθημά μου μια ισορροπία ανάμεσα στο λογοτεχνικό βιβλίο και το σχολικό εγχειρίδιο, είχα ετοιμάσει ένα σχέδιο εργασίας πάνω στο συγκεκριμένο απόσπασμα καθώς μου φάνηκε λιγότερο αδιάφορο από άλλα της συγκεκριμένης ενότητας. Δε φανταζόμουν ασφαλώς ότι θα έκανα ένα εμπνευσμένο μάθημα, αλλά σκεφτόμουν πώς θα άγγιζε στην κλίμακα το όριο του ικανοποιητικού.
Διάβασα το κείμενο με την καλύτερή μου διάθεση, όσο πιο παραστατικά μπορούσα και ξεκίνησα να απευθύνω στα παιδιά τις ερωτήσεις κατανόησης για να εισπράξω την αμηχανία, την απροθυμία, την ανία τους. Συνειδητοποίησα πόσο τα υποτιμώ όταν τους ζητώ να αναγνωρίσουν και να ορίσουν τον ενθουσιασμό, τη συγκίνηση, την περηφάνια, τη χαρά χωρίς να τα βιώσουν.
Κλείσαμε το βιβλίο και συνεχίσαμε την ανάγνωση του βιβλίου που κάναμε μεγαλόφωνη ανάγνωση στον ελεύθερο χρόνο μας. Το βιβλίο «Όχι και τόσο μακριά»* απευθύνεται σε μεγαλύτερες ηλικίες, ωστόσο τα παιδιά ανταποκρίνονταν πολύ καλά στην ανάγνωσή του. Επιπλέον αφορούσε άμεσα την καθημερινότητα και τα ενδιαφέροντά τους, αφού ένας συμμαθητής τους είναι από την Ουκρανία και, όπως και η Μάρτα, η μία από τις δύο ηρωίδες του βιβλίου, έχει ζήσει τον πόλεμο.

Αμέσως το κλίμα στην τάξη άλλαξε. Τα πρόσωπα των παιδιών φωτίστηκαν, το ενδιαφέρον και η ζωντάνια τους επέστρεψε.
«Η Ζωή νιώθει ζήλια για τη Μάρτα, κυρία, αλλά αυτό είναι μόνο το συναίσθημα που φαίνεται. Από κάτω μπορεί να κρύβονται πολλά άλλα» παρατήρησε μια μαθήτριά μου και τα υπόλοιπα παιδιά συμφώνησαν και συνεισέφεραν στη συζήτηση. «Ίσως η Ζωή να νιώθει λύπη, γιατί οι συμμαθητές της δεν την προσέχουν πια όπως παλιά και ενδιαφέρονται για τη Μάρτα». «Μήπως η Ζωή αισθάνεται ανασφάλεια γιατί η μαμά της ασχολείται περισσότερο με την Μάρτα;» «Μήπως η Ζωή δεν πιστεύει πραγματικά στον εαυτό της και αισθάνεται ότι δεν αξίζει το ενδιαφέρον των άλλων;». Ακόμη και τα πιο διστακτικά παιδιά είχαν κάτι να πουν και άκουγαν με προσοχή όσα έλεγαν τα υπόλοιπα.
Σκέφτηκα πως ίσως αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Η γνωριμία του εαυτού και του άλλου, η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και της αποδοχής, η συμπερίληψη – για την οποία πολύς λόγος γίνεται τελευταία, δεν μπορούν να έχουν αποτέλεσμα όταν γίνονται μέσα από αποσπασματικά λογοτεχνικά κείμενα αποκομμένα από το κέντρο τους.
Τα εργαστήρια δεξιοτήτων από την άλλη έχουν πεπερασμένες δυνατότητες, αφού πρέπει να ολοκληρωθούν σε συγκεκριμένο αριθμό διδακτικών ωρών και γίνονται εξίσου αποσπασματικά, εξυπηρετώντας συνήθως το εύρος, αλλά όχι το βάθος.
Μοιάζει σαν όλα να είναι αυτόνομα κομμάτια που σε καμία περίπτωση δεν επικοινωνούν το ένα με το άλλο. Το ζητούμενο όμως είναι η ροή που ακολουθούν τα παιδιά στην πορεία τους προς τη ολιστική τους ανάπτυξη. Αυτή η ροή επιτυγχάνεται και βιώνεται μόνο μέσα από την ανάγνωση ολόκληρων βιβλίων. Εκεί όπου τα παιδιά βλέπουν τους ήρωες και τον εαυτό τους, στα ύψη και στα βάθη τους, συμπάσχουν στις δυσκολίες και τα αδιέξοδά τους, προβληματίζονται με τα διλήμματά τους, ανακουφίζονται με τη λύση των προβλημάτων τους.
Τα παιδιά αλλάζουν μαζί με τους ήρωες, ωριμάζουν, τα συναισθήματά τους βαθαίνουν. Και τότε, χωρίς να τους ζητηθεί να ορίσουν τίποτα, μαθαίνουν πραγματικά τι σημαίνει «νιώθω».
*Όχι και τόσο μακριά, Βάνα Μαυρίδου, Ρένια Μεταλληνού (εικονογράφηση), εκδόσεις Διόπτρα.


