
Κείμενα: Αργυρώ Πιπίνη & Άλκηστη Χαλικιά
Εικονογράφηση: Κώστας Μαρκόπουλος
Εκδόσεις: Καλειδοσκόπιο
Χρονιά έκδοσης: 2025
Ηλικίες: από 7 έως 107+
Η Αργυρώ Πιπίνη και η Άλκηστη Χαλικιά μας προσκαλούν σε μια λέσχη ποίησης, στην οποία το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος προσεγγίζεται χωρίς φιλολογικές αναλύσεις και χωρίς σοβαροφάνεια, αλλά με την προτροπή της απόλαυσης του ρυθμού του και των συναισθημάτων που ανακινεί. Το βιβλίο «Έντεκα λόγοι για να μην διαβάσω ποίηση και άλλοι δώδεκα για να διαβάσω» δεν είναι ένα ανθολόγιο, αλλά ένα βιβλίο μύησης του παιδιού–αναγνώστη στην ποίηση, που συχνά μοιάζει ανοίκεια και δύσκολη. Ο μικρός διάλογος που έχουν οι δυο τους πάνω από κάθε ποίημα, αυτό το- σαν μικρό λειτουργικό- «ράβε- ξήλωνε», λειτουργεί σαν ένας ευρηματικός τρόπος για να πλησιάσουν τα παιδιά-αναγνώστες τον ποιητικό λόγο χωρίς φόβο και «πρέπει» (πρέπει να κατανοήσω, πρέπει να αναλύσω κτλ) και να τον βιώσουν τελικά όχι με αμηχανία ως μονοπάτι δύσβατο,και σκοτεινό, αλλά ως ένα δρόμο φωτεινό, ως σημείο συνάντησης ανθρώπων, ιδεών και συναισθημάτων. Το βιβλίο τους λειτουργεί σαν μια τρυφερή υπεράσπιση της ποίησης και των ποιημάτων της, στα οποία έχουμε δικαίωμα όλοι/ες να μετέχουμε και να απολαμβάνουμε.
Υπάρχουν πάνω από 11 λόγοι που μας κρατούν μακριά από την ποίηση, υπάρχουν όμως και πάνω από 12 λόγοι για να τη διαβάσουμε, να έρθουμε πιο κοντά. Όπως μας μαρτυρούν μέσα από έναν δίστιχο διάλογό τους οι δύο συγγραφείς: το ποίημα έχει μελωδία, είτε ψίθυρος είτε παιάνας, αν βάλεις το αυτί σου στην καρδιά του την ακούς. Κατά αυτή την έννοια την ποίηση δεν πρέπει να την καταλάβεις, άλλωστε δεν υπάρχει «πρέπει» στην τέχνη, την ποίηση χρειάζεται να την νιώσεις, να την αισθανθείς, να την γευτείς σαν «φρέσκα μικρά ψωμάκια»*. Ακολουθώντας λοιπόν τους μικρούς διαλόγους της Πιπίνη και της Χαλικιά πριν από κάθε ποίημα του Καρυωτάκη, του Χατζηλαζάρου, του Γκανά, του Σεφέρη, του Καβάφη κ.α. καταλαβαίνουμε ότι «η ποίηση δεν έχει ηλικία», είναι «προσωπική», είναι «το άθροισμα των λέξεων», είναι «ηλεκτρική εκκένωση και μία ατέλειωτη εκδρομή», η ποίηση είναι ζωή και θα σε κοιτάξει κατάματα, είναι «ζήτημα φωτός».
Ο τρόπος που η Αργυρώ Πιπίνη και η Άλκηστη Χαλικιά έχουν δημιουργήσει το βιβλίο τους, αυτοί οι μικροί διάλογοι, αυτό το παιχνίδισμα του «ράβε ξήλωνε», καλλιεργεί μια ελεύθερη σχέση και μειώνει την απόσταση με τον αναγνώστη, του επιτρέπει- ή καλυτέρα- του φανερώνει τον τρόπο για να νιώσει, για να φανταστεί και να δημιουργήσει τις δικές του εικόνες και τους δικούς του προσωπικούς συνειρμούς, με αποτέλεσμα να οικειοποιηθεί τον ποιητικό λόγο και να κατανοήσει πως λειτουργεί η ποιητική γλώσσα χωρίς να διδάσκεται θεωρία. Αυτό είναι και το στοιχείο που πολλοί αντιμετωπίζουν την ποίηση σαν κάτι δύσκολο, ακατανόητο ή «για λίγους». Το βιβλίο παίρνει ακριβώς αυτή την αμηχανία και τη μετατρέπει σε αφετηρία συζήτησης. Ταυτόχρονα, δημιουργούν έναν πιο δημοκρατικό τρόπο προσέγγισης της λογοτεχνίας. Η ποίηση δεν παρουσιάζεται ως κάτι «υψηλό» που απαιτεί ειδικές γνώσεις, άρα αφορά λίγους, αλλά ως κάτι που μπορεί να αφορά όλους, επομένως και τα παιδιά, και αυτό ακριβώς είναι και το σημείο που προσωπικά θεωρώ πως καθιστά το βιβλίο κατάλληλο για τα παιδιά-αναγνώστες χωρίς απαραίτητα την διαμεσολάβηση κάποιου ενήλικα.
Η εικονογράφηση του Κώστα Μαρκόπουλου είναι σαν κέντημα, με σύγχρονες εικόνες πάνω στις σελίδες. Οι εικόνες του συνοδεύουν το κάθε ποίημα, κοσμούν την σελίδα, χωρίς να είναι «φασαριόζικες», χωρίς υπερβολές, αποδίδοντας το νόημα, τα συναισθήματα, και πολλές φορές τον ρυθμό ή την δράση/ ένταση του ποιήματος, όπως η εικόνα από το τσίρκο με τους ακροβάτες που συνοδεύουν το ποίημα του Σεφέρη «Πάνω σε μια χειμωνιάτικη αχτίνα». Θέλω όμως να σταθώ στην εικόνα του εξωφύλλου του βιβλίου: μία σχοινοβάτισσα ισορροπεί κρατώντας στα χέρια της μία ακτίνα, η οποία στην μία άκρη της έχει τον αριθμό έντεκα (οι έντεκα λόγοι) και στην άλλη άκρη τον αριθμό δώδεκα (δώδεκα λόγοι) και κάτω από το σκοινί υπάρχει ένα «στρώμα» από μπερδεμένα γράμματα. Αυτή η εικόνα του Μαρκόπουλου κλείδωσε κατευθείαν στον μυαλό μου, πριν αρχίσω να ξεφυλλίζω το βιβλίο. Αυτή η εικόνα, εμπεριέχει όλο το νόημα: η ποίηση ακροβατεί ανάμεσα στο παιχνίδι και στη σκέψη, ακροβατεί ανάμεσα στο οικείο και στο παράξενο, ανάμεσα στο συναίσθημα και στη λογική, αφήνοντας χώρο και στα δύο να συνυπάρξουν. Κι όταν η σχοινοβάτισσα ποίηση χάσει την ισορροπία της, θα πέσει σε ένα «στρώμα» από γράμματα και λέξεις, που θα τις φτιάξει σε ιστορίες με ρυθμό και θα την δημιουργήσουν από την αρχή.
Πρότεινα στην έφηβη Ζ. να διαβάσει το βιβλίο. Αναρωτήθηκε γιατί δεν διδάσκεται στα σχολεία, στο μάθημα της λογοτεχνίας ή και της γλώσσας, πιστεύει πως θα την βοηθούσε να γράψει καλύτερες εκθέσεις. Ένιωσε ότι έρχεται πιο κοντά στην ποίηση. Διάβασε δυνατά το ποίημα του Τίτου Πατρίκιου «Σε βρίσκει η ποίηση» και αναφώνησε «σε βρίσκει όπως σε ένα αδέσποτο γατάκι στο δρόμο και το παίρνεις μαζί σου!».
Το να υπερασπιστείς την ποίηση είναι μια πράξη θάρρους, όπως το να ακροβατείς σε ένα σκοινί σε μία εικόνα του Κώστα Μαρκόπουλου ή το να βοηθάς ένα αδέσποτο γατάκι που σε βρίσκει. Το να υπερασπιστείς την ποίηση είναι μία πράξη θάρρους, όπως το να συμμετέχεις σε μία ομάδα και να υπερασπίζεσαι τις αξίες της ή το να διεκδικείς το δικαίωμα στο όνειρο για σένα ή για κάποιον που δεν μπορεί να το διεκδικήσει ο ίδιος. Το να υπερασπιστείς την ποίηση είναι μία πράξη θάρρους, όπως η αλληλεγγύη, η συμπερίληψη, η διεκδίκηση και η υπεράσπιση. Η πρόσκληση που μας απευθύνουν η Αργυρώ και η Άλκηστη μέσα από το βιβλίο τους είναι μια πρόσκληση να νιώσουμε και να αγαπήσουμε την ποίηση, είναι μια πρόσκληση σε όλα τα παραπάνω. Μένει μόνο να επιτρέψουμε να μας παρασύρουν.
*απόσπασμα από την συνέντευξη των Πιπίνη- Χαλικιά στην Παναγιώτα Στρίκου στο podcast«Μαμάδες με Ρούμι».


